Οι κολοκυθόπιτες

Στον Γιάννη

Άνοιγε η καρδιά μας λες κι ήταν φτερά παγωνιού και μας ερχόταν να ψάξουμε να βρούμε το Θεό, να σκαρφαλώσουμε στα γόνατά του και να χαϊδεύουμε τα γένια του, όταν βλέπαμε τη μάνα μας να παίρνει παραμάσκαλα δυο μεγάλα κολοκύθια και να τα αποθέτει μπροστά στην ποριά της καλύβας, που τη χρησιμοποιούσαμε για κουζίνα μαζί κι αποθήκη.

– Κολοκ’θόπ’τα το βράδ’! φωνάζαμε όλα μαζί τα μικρότερα με ύφος θριάμβου.

– Πού ξέρ’τε; ρωτούσεν ο αδερφός μας ο Γιάννης, που μας απειλούσε αδιάκοπα πως θα φάει και το δικό μας φαΐ και τον λέγαμε εμείς φαταούλα.

– Τήρα ικεί τα κολοκύθια, του λέγαμε και του τα δείχναμε που έστεκαν μπροστά στην ποριά, λαχταριστά – λαχταριστά, και περίμεναν ανυποψίαστα την εκτέλεση!

Εφτά παιδιά έκανε η μάνα μου, το ένα κοντά στ’ άλλο, πού να τα χορτάσει ψωμί! Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες. Τα τρία πρώτα αγόρια πιάστηκαν πριν καταταχτεί ο πατέρας στο στρατό. Κάθε χρόνο έσπερνε κι από ένα στη μάνα. Ύστερα έγινε ένα μικρό διάλειμμα. Κι ακολουθούσε η άλλη ομάδα, που πιάστηκε μετά το στρατιωτικό του πατέρα. Κι ανάμεσά τους εγώ.

– Εσένα, Μητρούλ’, μου λέει κάθε τόσο η μάνα μου, σ’ έπιασα τον Αύγουστο. Είχε έρθ’ ο πατέρας σ’ με άδεια. Είχε δυο χρόνια π’ τον πήραν στο στρατό κι άδεια π’θινά. Σ’ έκανα, θα να ’ταν δώδεκα ή δεκαεφτά Μάη, δε θ’μνιέμαι. Μ’ έπιασαν οι πόν’ μπονόρα. Θα γεννήσω σήμερα, είπα. Δεν πάω τάκα – τάκα ν’ αρμέξω και να δέσω τ’ς γιαλάδες, λιέω, κι έρχομαι ύστερα κι γεννάω; Μο ’ρχονταν οι πόν’, κοντοστέκουμαν, πέραγαν, κίναγα. Γύρ’σα στο σπίτ. Κ’τάω, τα ρούχα μ’ άπλυτα. Τι να κάνω; Δεν τα μαζεύω, λιέω, να πάω να τα πλύνω στο ποτάμ’ κι αυτά τάκα – τάκα κι μετά γεννάω; Τα μάζεψα, μια κάν’στρα στο κεφάλ’, μια παραμάσκαλα. Ωχ, μανούλα μ’, λιέω, ακούς θα το κάνω στο δρόμου σήμερα! Πρόλαβα κι γύρ’σα. Ό,τ’ πήγα να πλαγιάσω, θα να ’ρθουν, λιέω, εκειά κι θα ψάχ’νε για ψωμί. Δε ζ’μώνω κιόλας κι λιέω τ’ς κυρά Θοδωρέσιας να μ’ το φουρνίσ’; Ζύμωσα, π’ λιές, Μητρούλ’, πήγα μετά στ’ κυρά Θοδωρέσια, θα γεννήσω, τ’ς λιέου, ζύμωσα, έλα κοντά να μ’ το φουρνίσεις, τράβα εσύ, Βασίλου, στο Νιουχώρ’ κι πες τ’ς μάνας μ’ να ’ρθ’, τράβα κι εσύ, Μπούλα, κι φέρε τ’ κυρά Ν’κόλινα, αυτή με ξεγένν’σε και στ’ άλλα τρία. Κι γύρ’σα, π’ λιες, κι έπιασα το στρώμα μ’ κι το δειλ’νάκι σ’ έκανα…

Τρία χρόνια διαφορά εγώ απ’ το Γιάννη, ένεκα ο στρατός. Απολύθηκεν ο πατέρας, τέσσερα αγόρια είχε, κορίτσι το σπίτι πουθενά, είχε χάσει αδερφή στην καταστροφή του ’43 και μάνα απ’ τον καημό λίγο αργότερα, έπρεπε οπωσδήποτε να γεννηθούν κορίτσια για να ξανανιώσουν τα χαμένα ονόματα. Μικρός ήταν και λαίμαργος, έχει ο Θεός, έλεγε ο πατέρας μου ο Τάκιας, χατίρι δεν του χάλαγε η μάνα μου η Τάκαινα, σε δυο χρόνια γεννήθηκαν δύο κορίτσια. «Αχ, κακομοίρα, Τάκαινα, έλεγαν οι γυναίκες του χωριού, πώς θα τα μεγαλώσεις; Σακκούλ’ θα πάρ’ς κι θα βγεις διακονιά!». Κάπως έγινε μετά από τρία χρονάκια κι έπιασε η μάνα μας και έβδομο παιδί. Πλήθυναν οι διαμαρτυρίες των άλλων, που πολύ νοιάζονταν πώς θα μεγαλώσει η μάνα μου τα παιδιά της! «Θα το ρίξω», έλεγε στον πατέρα. «Αμαρτία», απαντούσεν εκείνος. Ανέβαινε στη σκαμνιά και πήδαγε μπα και πέσει το παιδί. Τίποτα. «Φέρε μ’ χαπάκια», παράγγελνε στον πατέρα. «Δεν κάν’, τα παιδιά είναι τ’ θεού», της έλεγε εκείνος. Τα πήρε. Πουθενά να ξεκολλήσει ο Κωστής. Δεν καταλάβαινε τίποτα κι ήρθε κανονικά. Ούτε τη σκαμνιά, ούτε τα εβδομήντα χαπάκια λογάριασε. «Η Παναγία θέλ’σε», είπεν η μάνα και εξομολογήθηκεν εκατό φορές την αμαρτία. «Ο Βενιαμίν», είπε ο πατέρας, δηλαδή κάπως τέρμα με τα παιδιά. Όχι άλλα πια!

Πώς να τα χορτάσει η μάνα εφτά παιδιά; Έσφαζε καμιά κότα. Τα μπούτια τα κένωνε στον πατέρα. Ένα το μεσημέρι, ένα το βράδυ. Το στήθος το μοιράζονταν τα τρία πρώτα. Οι φτερούγες και ο σβέρκος περίσσευαν για μας. Κι η μάνα έτρωγε το κεφάλι. Πρόβατα και γελάδια είχαμε, αλλά κρέας πουθενά. Γάλα είχαμε, αλλά το τυρί μας με το ζόρι το τρώγαμε χλωρό – χλωρό. Γιαούρτια, ξινόγαλο κι άλλα γαλακτοειδή δε γέμιζαν και δε γλύκαιναν την κοιλιά μας. Όλο το χειμώνα φασολάδα και μπομπότα. Το καλοκαίρι καθάριο ψωμί, φασολάκια χλωρά, μελιτζάνες, κολοκυθάκια τηγανητά και βραστά, ντοματόρυζο, κορφάδες, ρόκες βραστές, χώρια τα σύκα, τα ροδάκινα, τα σταφύλια, τα βατόμουρα, τα καρπούζια. Άλλα καλά κι άλλα απαίσια. Αλλά σαν την κολοκυθόπιτα τίποτε δεν την εύφραινε την ψυχούλα μας.

Το πιάναμε δίπλα στη μάνα και απολαμβάναμε όλο το τελετουργικό της. Έκοβε η μάνα στη μέση τα κολοκύθια, καθάριζε τα σπόρια μ’ ένα μαχαίρι και τα ’βαζε πάνω στο φούρνο να ξεραθούν γρήγορα και να τα φάμε, έπαιρνε κι ένα κουτάλι και, χρατς – χρουτς, χρατς – χρουτς, άδειαζε το κολοκύθι κι έμενε μόνο η πέτσα. Τη σάρκα την έριχνε σ’ ένα ταψί, την πέτσα, που έμοιαζε με βαρκούλα, την έδινε σε μας για να παίξουμε. Άνοιγε μια τρυπούλα στην άκρη, έδενε ένα βούρλο και

– Πάρτε τώρα τ’ς σβάρνες, μας έλεγε, κι τραβάτε να παίξ’τε. Κι όταν βγάλω τ’ς κολοκ’θόπ’τες, ελάτε να φάτε.

Πηγαίναμε πετώντας στα ουράνια εμείς, γεμίζαμε τις σβάρνες μας χώμα, τις τραβούσαμε απ’ το βούρλο, κάναμε με τα χείλη μας το βουητό αυτοκινήτου ή φρέζας, βουουου, τακ, τακ, τακ, κορνάραμε κιόλας καμιά φορά, μπικ – μπικ, του – του, και κοιτάγαμε πότε θα βασιλέψει ο ήλιος. Καμιά φορά μας τσάκιζε το παράπονο και γέμιζε το προσωπάκι μας δάκρυα και μυξούλες, αν έπαιρνε κάποιο καμιά μεγαλύτερη σβάρνα.

Δυο ταψιά κολοκυθόπιτες έφτιαχνε η μάνα. Κι αν περίσσευε λίγο ακόμα κολοκύθι, γέμιζε κι ένα νταβαδέλι. Απαραίτητο συμπλήρωμα η κοσμιρή: ένα ταψί κουρκούτι με σταρένιο αλεύρι και λίγο τυρί καμιά φορά. Όταν θα ’ριχνε τη ζάχαρη, όλο και κάποιο από μας θα βρισκόταν μπροστά της και θα παρακαλούσε:

– Ζαχαρούλα, μάνα, ρίξε τσιότσιο ακόμα.

Είχε; Έριχνε. Δεν είχε;

– Ας είναι και δευτερότερ’ σήμερα, ν’ άλλη βολά καλύτερ’, έλεγε.

Φούρνιζε, πήγαινε στα γελάδια και στα πρόβατα, κούρνιαζε τις κότες και μας έβρισκε να την περιμένουμε σχεδόν πάνω στο φούρνο.

Τρυγητής θα πρέπει να ’ταν. Είχε φέρει ο πατέρας κι ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα. Όργωνε όλη μέρα την αυλή και μπερδευόταν ανάμεσα στα ποδάρια μας. Το κυνηγούσαμε εμείς και παίζαμε μαζί του και το κάναμε να θυμώνει για ν’ ακούμε τα γρυλίσματά του. Άνοιξε η μάνα το φούρνο και πέταξε κάτω τρία καυτά ταψιά και τα ’φησε να κρυώνουν. Μοσχοβόλησε ο τόπος. Έτρεχε το γουρουνάκι πάνω – κάτω. Χτύπησαν οι κολοκυθόπιτες τα ρουθούνια του, έτρεξε καταπάνω τους, χώνει τη μουσούδα του μέσα στο καυτό κολοκύθι, φαρδακλιάστηκε και πετάχτηκε πάνω, τσίριξε, βούιξε ο τόπος απ’ τα ουρλιαχτά του, πεταχτήκαμε όλα τα παιδιά πάνω, πήρε κι η μάνα ένα χοντρό ξύλο, έφερνε το γουρουνάκι σαν τρελό σβούρες και χωνότανε μέσα στο περιβόλι ψάχνοντας δροσερό μέρος να βάλει τη σούρλα του για να μετριάσει τον πόνο του, πίσω του εμείς, κατουρηθήκαμε απ’ τα γέλια. Αλλά τις κολοκυθόπιτες τις φάγαμε λες και δεν τις άγγιξε το γουρουνάκι.

Βαθιά γεράματα τώρα η μάνα. Κι εξακολουθεί να ξύνει ακόμα κολοκύθια και να φτιάχνει πού και πού κανένα ταψάκι κολοκυθόπιτα. Τη βάζει στο ψυγείο και περιμένει ανυπόμονη.

– Σο ’χω λίγη κολοκ’θόπ’τα, Μητρούλη, άμα νη θέλ’ς και δεν ασκαίνεσαι, πάρ’νη και φάτ’νη.

Μπορείς να πεις όχι;

(Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)