Skip to content

Ένα από τα πολύ θετικά στοιχεία που έχει η πόλη μας, πέρα από τις αναρίθμητες φυσικές ομορφιές της, είναι και η πλούσια πολιτιστική δημιουργία της. Όσοι  προσπαθούμε να παρακολουθούμε τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου θα μπορούσαμε να αναφέρουμε δεκάδες εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα σε διάστημα τριμήνου και μάλιστα με ιδιαίτερα θετική παρουσία και προσφορά στα δρώμενα του τόπου. Η θεατρική δραστηριότητα, λόγου χάριν, έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, δείγμα και αποτέλεσμα της σκληρής όσο και ποιοτικής δουλειάς των θεατρικών ομάδων της πόλης μας. Ήδη έχουμε δει εξαιρετικές παραστάσεις από την Α.Θ.Ο.Α και τους «Υφοποιούς» του Κομποτίου, στις 3 Μαΐου ξεκινούν οι παραστάσεις της θεατρικής ομάδας του «Μακρυγιάννη» που μας έχει συνηθίσει σε ποιοτικά αποτελέσματα και ήδη η ομάδα της Α.Θ.Ο.Α. τολμά να ανεβάσει δεύτερο έργο μέσα στη σεζόν, σε τελείως διαφορετικό κλίμα από το προηγούμενο. Αν δεν είναι αυτό θεατρική πανδαισία, τότε δεν ξέρω τι είναι και αξίζουν πολλά συγχαρητήρια σε όλα τα μέλη όλων των ομάδων που θυσιάζουν πολύτιμο χρόνο για να μας προσφέρουν τόσο αξιόλογα αποτελέσματα!

Στην Α.Θ.Ο.Α. παίζεται για 3η βδομάδα τώρα, από τις 19 Απριλίου, η κωμωδία των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός».  Έχει τύχει να παρακολουθήσω δύο ακόμη έργα του συγγραφικού αυτού ντουέτου που αναβιώνει με επιτυχία την παράδοση των ντουέτων θεατρικών συγγραφέων της «χρυσής» εποχής της παλιάς καλής ελληνικής κωμωδίας (Σακελάριος-Γιαννακόπουλοςς, Τσιφόρος-Βασιλειάδης κλ.). Είχα δει τους «Μπαμπάδες με ρούμι» από το θίασο του Σταμάτη Φασουλή (το δεύτερο χρονικά έργο τους) και πολύ αργότερα το «Συμπέθεροι από τα Τίρανα», ανεβασμένο με μεγάλη επιτυχία από την Α.Θ.Ο.Α.. Αυτό που μου προκάλεσε εντύπωση, όταν προσπάθησα να τα συγκρίνω με το έργο που είδα το Σάββατο που μας πέρασε στο θέατρο της Α.Θ.Ο.Α., είναι ότι, παρόλο που χαρακτηρίζονται ως κωμωδίες, τα έργα αυτά κάθε άλλο παρά σε κωμικές καταστάσεις δεν παραπέμπουν. Το αντίθετο μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι αφορμή του γέλιου είναι μια τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονται εκόντες-άκοντες οι ήρωες. Μ’ άλλα λόγια οι συγγραφείς δεν προσπαθούν να εκβιάσουν το γέλιο με αναφορές σε καταφανώς κωμικές ή γελοίες καταστάσεις, αλλά αντιμετωπίζουν σατιρικά και κριτικά την τραγική κατάσταση του νεοέλληνα, «κλείνουν το μάτι» στον θεατή μέσα από τις παρεξηγήσεις που δημιουργούνται, αποτυπώνουν την κωμικότητα ακόμα και τραγικών περιστάσεων μέσα από την προσεγμένη ατάκα και καταφέρνουν να ισορροπήσουν  μοναδικά ανάμεσα στο κλάμα και το γέλιο, με το τελευταίο να υπερισχύει ως συναίσθημα.

Το έργο «Τα μωρά τα φέρνει ο πελαργός» εκτυλίσσεται τη σκληρή περίοδο της γερμανικής κατοχής που κάθε άλλο παρά κωμική τη λες. Στη Θεσσαλονίκη, σ’ ένα επιταγμένο παλιό καφενείο-ζαχαροπλαστείο, στεγάζονται δύο αντρόγυνα. O  Βαγγέλης με τη Λέλα και ο Mίμης με τη Xριστίνα. Παραδίπλα  στην αυλή η κυρά Βικτωρία με τα 7 παιδιά της.  O Βαγγέλης είναι συνεργάτης των Γερμανών. Oι  «υπηρεσίες» του προς τους Γερμανούς του εξασφαλίζουν μια άνετη ζωή σε καιρούς πείνας, τρόμου και διωγμών. H Λέλα κόρη πλούσιου πατέρα, κινδυνεύοντας να μείνει στο ράφι, ξέπεσε στο μανάβη Βαγγέλη. Nτρέπεται για τον άντρα της αλλά και τον λυπάται. Στον αντίποδα του Βαγγέλη και της Λέλας είναι ο Mίμης. Τραυματίας στην Αλβανία, φοβισμένος που ανέχεται τις ευεργεσίες του φίλου του από ανάγκη. Kαι η Χριστίνα γλυκιά, αφελής, καλόκαρδη «έξω καρδιά». Ένα κοινό σημείο ενώνει τα δύο αντρόγυνα. Eίναι άτεκνα. Έχουν καημό  για ένα παιδί.  Ώσπου μια μέρα στο σπίτι  τους τρυπώνει ένας νεαρός  εβραίος κυνηγημένος. O Μίμης και η Χριστίνα τον κρύβουν με κίνδυνο της ζωής τους κρυφά από τον Βαγγέλη. Όταν έρχεται η απελευθέρωση μαζί με τις χαρμόσυνες καμπάνες ακούγονται και τα κλάματα δύο μωρών. H Παναγία έκανε το θαύμα της. Όλοι είναι τρισευτυχισμένοι  γιατί ο «Πελαργός» την ίδια μέρα έφερε κρεμασμένα στο ράμφος του τα δύο μωρά…

Η υπόθεση του έργου φαίνεται απλή αλλά και προκλητική για υπερβολές και εξάρσεις, κυρίως όσον αφορά την απόδοση των κεντρικών χαρακτήρων. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και σκηνοθετική μαεστρία για να καταφέρει κανείς να κρατήσει το μέτρο και να μη χαθεί στις υπερβολές μιας ανέξοδης μπαλαφάρας με φωνασκίες, δήθεν κωμικά καμώματα και θεατρινισμούς. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Χρήστου, στην πρώτη του συνεργασία με την Α.Θ.Ο.Α. απέδειξε ότι μπορεί να κολυμπήσει σε δύσκολα νερά. Ακολούθησε μια ρεαλιστική προσέγγιση του έργου, «διάβασε» τους χαρακτήρες με ανθρωπιά και τρυφερότητα, καθοδήγησε τους ηθοποιούς του με σύνεση και σκηνικό μέτρο αποφεύγοντας τις υπερβολές, ειδικά στις περιπτώσεις όπου το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, αλλά και στις σιωπές ορισμένων βασικών χαρακτήρων. Το αποτέλεσμα νομίζω ότι δικαιώνει τον ίδιο και ικανοποιεί απόλυτα το θεατή.

Οι ηθοποιοί ακολούθησαν το σκηνοθέτη στο μέτρο και τη σύνεση και απέδωσαν εξαιρετικές ερμηνείες σε ρόλους με ιδιαίτερες απαιτήσεις. Η Ντίνα Σκανδάλη, ως ξεπεσμένη αριστοκράτισσα σύζυγος του Βαγγέλη, αποδίδει την πικρία της γυναίκας που αγωνιά για το πότε θα γίνει μάνα με φυσικότητα και απλότητα, τη στιγμή που ταυτόχρονα ξεδιπλώνει την καπατσοσύνη της ηρωίδας της που πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα στη συμβίωση με το συνεργάτη των Γερμανών άντρα της  και την κάλυψη της φίλης της Χριστίνας. Η Φωτεινή Τασούλα, ως γειτόνισσα και πολύτεκνη μητέρα κυρά-Βικτωρία, δίνει με πειστικό τρόπο τόσο τον πόνο της μάνας που δεν ξέρει πώς να θρέψει τα παιδιά της, αλλά και τη γραφικότητα της Ελληνίδας που μεταχειρίζεται κάθε μέσον για να κατορθώσει να επιβιώσει στις δυσκολίες. Όλα αυτά με σκηνές όπου θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει στην υπερβολή, τις οποίες όμως έχει διαχειριστεί με τέτοια μαεστρία που ταιριάζει σε επαγγελματική παράσταση. Η Βάγια Αλέξη, ως θεοσεβούμενη αλλά και πονηρούλα Χριστίνα, κατάφερε να μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν κάνει τίποτε άλλο στην καθημερινότητά της από το να φροντίζει τον άντρα της και να προσεύχεται για ένα παιδί. Η λειτουργία της στις περιπτώσεις όπου δεν έχει λόγια, η χαμηλότονα έντονη ερμηνεία της στις σκηνές όπου υπάρχει δραματική κορύφωση, συνιστούν ένα ρόλο που απογειώνει την προσωπικότητα που υποδύεται.

Ο Μϊμης Σκορίλας, ως φλογερός πατριώτης μαχητής του Ε.Λ.Α.Σ. που έρχεται απρόσκλητος στην πιο ακατάλληλη ώρα, πείθει και με την εικόνα του αλλά και με τη σκηνική του παρουσία που παραμένει στα όρια του λογικού και δεν ξεπέφτει στη γραφικότητα. Ένα μικρό «διαμάντι», από έναν έμπειρο πια ηθοποιό. Ο Δημήτρης Σταμούλης, ως νεαρός Εβραίος Ιακώβ, που κατάφερε ως εκ θαύματος να ξεφύγει από το κολαστήριο του Άουσβιτς, κατορθώνει να αποδώσει μια άγνωστη σ’ αυτόν περσόνα με μέτρο και τρυφερότητα. Συγκινητικός εκεί που πρέπει, πειστικός στις σκηνές όπου πρέπει να φανεί αμήχανος, κατορθώνει να κυριαρχεί ως εικόνα στην τελική αποτίμηση του έργου. Ο Λάμπρος Μπαβέτσιας, ως συνεργάτης των Γερμανών, καπάτσος και άξεστος συμφεροντολόγος Βαγγέλης, αποδίδει το ρόλο του με ωριμότητα και εσωτερική αυτοσυγκράτηση. Κατορθώνει να ισορροπεί απόλυτα ανάμεσα στη σκληράδα και την ανασφάλεια που απαιτεί ο ρόλος του και πλάθει έναν απόλυτα πειστικό χαρακτήρα. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος, ως φοβισμένος αλλά αξιοπρεπής και κατά βάθος θαρραλέος Μίμης, έχει τη γνώση και την πείρα που χρειάζεται για να κρατήσει το ρόλο του στα μέτρα του ρεαλιστικού ύφους και να μην υποπέσει σε υπερβολές. Μέσα από τις σιωπές του, την κίνηση αλλά και τις εκφράσεις του, δίνει και πάλι μια υψηλού επιπέδου ερμηνεία.

Η σκηνογραφία του Σωτήρη Γούσια υπηρετεί άψογα την αισθητική και το στόχο του έργου. Η επιλογή ενδυμασιών από τη Μίνα Παππά παραπέμπει σωστά στην εποχή όπου εκτυλίσσεται η πλοκή. Οι φωτισμοί του Λεωνίδα Σπαή συμβάλλουν στην άρτια απόδοση της σκηνικής παρουσίας. Με λίγα λόγια ένα έργο που όσοι δεν το δουν θα χάσουν!