Μνήμη ή…  λήθη Κομμένου; Δεν έπεσαν ματαίως οι 317

Ο δρόμος μας δεν τελειώνει ποτέ . Το καντήλι της μνήμης φωτίζει και καίει

 Δεν ξέρω πόσο ευχαριστημένοι είναι –και πόσο αναπαυμένη έχουν τη συνείδησή τους– η δημοτική αρχή Νικολάου Σκουφά και οι παράγοντες του μαρτυρικού Κομμένου από την ποιότητα των εκδηλώσεων και τον τρόπο που τίμησαν φέτος τη μνήμη των 317 θυμάτων της ναζιστικής κτηνωδίας. Ξέρω πως κάτοικοι και φίλοι του χωριού εκτιμούν πως μια διάθεση χαλαρού ενδιαφέροντος και συνακόλουθης υποβάθμισης του ιστορικού γεγονότος διαπερνά την όλη τους δραστηριότητα. Με αποτέλεσμα οι εκδηλώσεις μνήμης, όπως οργανώθηκαν και ξεκίνησαν εδώ και αρκετά χρόνια, να έχουν εκφυλιστεί τελευταίως και να κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν εκδηλώσεις λήθης, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ή εκδηλώσεις προσβολής μνήμης, στη χειρότερη.

Το διήμερο των λαϊκών και δημοτικών ασμάτων, με χορούς και κέφια, που συνοδεύονταν ως το ξημέρωμα με ψητά, μπίρες και λαχεία, δεν αξίζει καν να σχολιαστεί. Ήταν ένα συμπαθητικό πανηγυράκι, που οργάνωσαν ο Μορφωτικός Σύλλογος του χωριού, η τοπική κοινότητα και ο δήμος Νικολάου Σκουφά, με τους καλλιτέχνες να ανταποκρίνονται καθώς πρέπει στο ρόλο τους, χωρίς φυσικά να έχει σημασία αν βρίσκονται οπουδήποτε αλλού ή στο μαρτυρικό Κομμένο, παραμονές, μάλιστα, της επετείου της μεγάλης καταστροφής του. Η ευθύνη, βέβαια, μόνο δική τους δεν είναι.

Η συναυλία του Gunter Baby και της Katharina Sommer με τίτλο «Τα αγαπημένα μας πράγματα» επιχειρήθηκε να σκιαστεί και να εμφανιστεί ως μια «παράνομη» εκδήλωση, με το βασικό –και ανόητο– σχόλιο πως δεν ενημερώθηκε η δημοτική αρχή και ο Μορφωτικός Σύλλογος και πως χρησιμοποιήθηκε η αυλή του δημοτικού σχολείου χωρίς να δοθεί η σχετική άδεια εκ μέρους των αρμοδίων! Καμιά σημασία δεν έχει αν ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης ταξίδεψε με τη γυναίκα του από τη μακρινή Δρέσδη με δικά τους έξοδα για να τιμήσουν το Κομμένο, χωρίς να ζητήσουν τίποτε απ’ αυτό. Και καμιάν, επίσης, αν ενημερώθηκε από μένα προσωπικά έγκαιρα και ο Πρόεδρος της Κοινότητας και ο Μορφωτικός Σύλλογος. Και φυσικά παντελής η αδιαφορία τους για το τι ήρθε να παίξει ο άνθρωπος αυτός στο Κομμένο, του οποίου τυγχάνει να είναι και επίτιμος δημότης.

Το δρώμενο που παρουσίασαν στην πλατεία το απόγευμα της 16ης Αυγούστου νέες και νέοι από ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι συμμετείχαν στην κατασκήνωση μελέτης “Remember! Act –Art” και υλοποίησαν το πρόγραμμα «Ελεύθεροι – Δεν υπάρχει Μέλλον χωρίς Μνήμη», ήταν όντως κάτι εντυπωσιακό και συγκινητικό. Παρά την επικαιρότητα του θέματος σχετικά με τη διατήρηση της μνήμης της ναζιστικής δολοφονίας στο Κομμένο και τη σοβαρότητα με την οποία το επιμελήθηκε η υπεύθυνη των εργαστηρίων δράσης Βέρα Ιόνα Παπαδοπούλου, εικαστική καλλιτέχνης, η παρουσία του δήμου και του Μορφωτικού Συλλόγου υπήρξε ανύπαρκτη, αν και τυπικά η όλη εκδήλωση είχε την υποστήριξη του δήμου και τη συμμετοχή του Συλλόγου. Δεν έλαβαν καμιάν απολύτως μέριμνα ώστε να διατεθούν μερικά έστω καθίσματα για όσους ενδιαφέρθηκαν να παρακολουθήσουν την παράσταση, με αποτέλεσμα άλλοι εκ των θεατών να στέκουν όρθιοι και άλλοι να έχουν πιάσει τα τραπέζια των καφενείων και να προσπαθούν, διαμαρτυρόμενοι από απόσταση, να καταλάβουν τι περίπου γίνεται στην ομάδα της “Remember! Act –Art”.

Το μνημόσυνο της 16ης Αυγούστου ήταν μια παρωδία, που έβγαλε πολλή πίκρα και απογοήτευση. Λίγος ο κόσμος. Πολύ λίγος. Όλα υποτονικά. Άντε να τελειώνουμε όπως – όπως και να φύγουμε. Μια απλή τυπική διεκπεραίωση, χωρίς εκπροσώπηση της κυβέρνησης, χωρίς παρουσίες δημάρχων, αντιδημάρχων και δημοτικών συμβούλων, χωρίς επισκέπτες από γειτονικά χωριά, χωρίς εκπροσώπους από τους μαρτυρικούς τόπους του Διστόμου, των Καλαβρύτων, της Παραμυθιάς, του Μεσόβουνου κλπ. Και τούτο γιατί έχουν πάψει προ πολλού δημοτική αρχή και τοπικοί παράγοντες να νοιάζονται για τις επετειακές εκδηλώσεις των μαρτυρικών τόπων και να παρίστανται, υποτυπωδώς έστω, σ’ αυτές. Στο τραπέζι των επισήμων κάθισαν ελάχιστοι, ο μητροπολίτης αναχώρησε μετά το πέρας της επιμνημόσυνης δέησης, οι βουλευτές έψαχναν τους ψηφοφόρους τους, οι εκπρόσωποι των μαρτυρικών χωριών Μουσιωτίτσας και Καταρράχτη έφυγαν χωρίς να τους δώσει κανείς σημασία, τα καθίσματα έμεναν κενά, μέσα σε λίγα λεπτά η πλατεία του Κομμένου άδειασε.

Θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση η συλλογική έκθεση ζωγραφικής, η οποία στήθηκε στις αίθουσες του δημοτικού σχολείου και περιλάμβανε σοβαρά έργα με επίκαιρα θέματα, αν οι οργανωτές στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων και απέφευγαν τη γνωστή και εκνευριστική μουρμούρα, η οποία σε κάνει συνήθως να βλέπεις το δέντρο και να χάνεις το δάσος.

Εντέλει: κάπου έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας εκεί στο Κομμένο. Με μια σύγχυση, σκόπιμη ή όχι, να καλύπτει σαν σύννεφο την ιστορία του και τις δραστηριότητες για την προβολή της και την ανάδειξή της. Φυσικά και δεν καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα οι άλλοι εμείς. Εμείς του άλλου Κομμένου. Με ή χωρίς τη συνδρομή των τοπικών αρχών, προχωράμε. Καθιστώντας παντού ξεκάθαρο πως η σφαγή του Κομμένου υπήρξε το μεγαλύτερο έγκλημα πολέμου που διέπραξε ο τακτικός γερμανικός στρατός εναντίον άμαχων, άοπλων, ανυπεράσπιστων και ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει ποτέ. Και όσοι τον πιστεύουν, θα τον κρατούν πάντα ανοιχτό. Και όσοι έχουν ακόμη ανοιχτά τα μάτια της ψυχή τους, ας τον ακολουθήσουν. Με ένα και μοναδικό κριτήριο: το καντήλι της μνήμης να μένει πάντα αναμμένο.