Μια φορά θυμάμαι …

Ο πρόσφατος θάνατος του Γιάννη Σπανού έστρεψε τα φώτα της δημοσιότητας σε μιαν άλλη όψη του νεοελληνικού τραγουδιού, διαφορετική από αυτή στην οποία μας έχουν συνηθίσει τα τηλεοπτικά σόου και οι εύπεπτες διαφημιστικές εκστρατείες των πάσης φύσεως ατάλαντων ή ημιταλαντούχων που υποδύονται τους συνθέτες ή τραγουδιστές. Μας βοήθησε να διαπιστώσουμε ότι στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, αλλά ακόμα και του 21ου αιώνα υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει, κρυμμένο και συχνά αθέατο το ποιοτικό ελληνικό τραγούδι, αυτό που κρατά τη γνησιότητα του ρυθμού και του στίχου, που αφομοιώνει χωρίς να πιθηκίζει τις ξένες (ευρωπαϊκές, αμερικανικές ή ανατολίτικες) επιρροές, που δεν περιορίζεται από το είδος στο οποίο το κατατάσσουν οι πάσης φύσεως ειδικοί (δημοτικό, ρεμπέτικο, λαϊκό, έντεχνο, ροκ, ποπ κ.λπ), αλλά συγκινεί με τρόπο έντονα συναισθηματικό όσο κι αισθαντικό αυτόν που το ακούει.

Ο Γιάννης Σπανός γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας στις 26 Ιουλίου 1934.Από μικρό παιδί έδειξε την κλίση του στη μουσική παίζοντας πιάνο. Νεαρός ακόμη, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη μουσική. Εκεί έγραψε τραγούδια που τα τραγούδησαν καταξιωμένοι Γάλλοι, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό και η Ζυλιέτ Γκρεκό. Κάποια στιγμή επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, με την προοπτική να συνεχίσει τη μουσική του σταδιοδρομία. Εισήλθε στην ελληνική δισκογραφία με το τραγούδι «Μια Αγάπη για το Καλοκαίρι» ενώ από τα πιο γνωστά τραγούδια του είναι: «Σαν με κοιτάς», «Οδός Αριστοτέλους», «Σπασμένο καράβι», «Μια φορά θυμάμαι», «Μαρκίζα», «Είπα να φύγω», «Βροχή και σήμερα», «Θα με θυμηθείς», «Στην αλάνα», «Μια Κυριακή» κ.ά. Έχει μελοποιήσει στίχους των Λευτέρη Παπαδόπουλου, Γιώργου Παπαστεφάνου, αλλά και ποιήματα των Βασίλη Ρώτα, Γεωργίου Βιζυηνού, Μυρτιώτισσας, Νίκου Καββαδία, Μίλτου Σαχτούρη κ.ά. Πέθανε στη γενέτειρά του, το Κιάτο Κορινθίας, στις 30 Οκτωβρίου 2019, μάλλον ήσυχα, ανώδυνα, και ειρηνικά, όπως πέρασε και όλο του το βίο.

Ο Γιάννης Σπανός συνέδεσε το όνομά του με το λεγόμενο «Νέο Κύμα», το ρεύμα, δηλαδή, του ελληνικού τραγουδιού που αναπτύχθηκε λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και αποτελούσε μια προσπάθεια ανανέωσης του ελαφρού τραγουδιού. Ο όρος είναι μετάφραση του ομώνυμου κινηματογραφικού κινήματος nouvelle vague, που επικράτησε στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1950 και μεταφέρθηκε στην ελληνική μουσική από τον Γιάννη Σπανό. Ενορχηστρωτικά το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από μια απλότητα (συχνά η συνοδεία του τραγουδιστή είναι μόνο μία κιθάρα). Το Νέο Κύμα χαρακτηριζόταν από συνθέσεις με εκφραστική λιτότητα και ευαισθησία, ενώ περιείχε αρκετά στοιχεία δανεισμένα από τη μπαλάντα. Βασίστηκε στην ευαισθησία διακεκριμένων συνθετών της εποχής (κυρίως του Μάνου Χατζιδάκι), γρήγορα όμως απέκτησε τη δική του αυθυπαρξία. Οι καλλιτέχνες αρχικά ερμήνευαν τα τραγούδια τους- συνήθως με συνοδεία κιθάρας και πιάνου- σε μικρές καλλιτεχνικές αίθουσες, τις λεγόμενες μπουάτ (κατά κύριο λόγο στην Πλάκα). Οι στίχοι στα τραγούδια του νέου κύματος έχουν περιεχόμενο ερωτικό, κοινωνικό και πολιτικό. Βασικότεροι εκπρόσωποι του Νέου Κύματος, εκτός από το Σπανό, ήταν ο Λάκης Παππάς, ο Γιώργος Ζωγράφος, η Αρλέτα (που χάθηκε κι αυτή σχετικά πρόσφατα), ο Νότης Μαυρουδής, η  Καίτη Χωματά , η Πόπη Αστεριάδη, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Μιχάλης Βιολάρης, η Ρένα Κουμιώτη, ο Κώστας Χατζής, ο Διονύσης Σαββόπουλος και πολλοί άλλοι.

Για όλους εμάς που ζήσαμε τη δεκαετία του 70, αλλά και του 80 το «Νέο Κύμα» αποτελούσε μια καταφυγή, όταν προσπαθούσαμε να εκφραστούμε μακριά από τα πολιτικά τραγούδια ή τις λαϊκές και δημοτικές μελωδίες που συνήθως ακούγονταν κυρίως τα καλοκαίρια στην περιοχή μας. Αποτελούσε η μουσική εκείνη μια αφορμή, επίσης, για κουβέντα ή και για ερωτικές εξομολογήσεις. Σε ένα πιο απρόσμενο επίπεδο, τα τραγούδια του «Νέου Κύματος» ήταν μια αφετηρία για να γνωρίσουμε Έλληνες ποιητές, να διαβάσουμε νεότερη ή σύγχρονη ποίηση και έτσι να έρθουμε πιο κοντά και με τη γλώσσα μας, αλλά και τη λογοτεχνία. Επρόκειτο για μια επαφή με την Τέχνη εν συνόλω, ένα πέρασμα από την καθημερινότητα στη δημιουργική φαντασία, μια δυνατότητα που τη δίνει μόνο η Μουσική και η Ποίηση.

Ήταν η εποχή που τα τραγούδια, ακόμα κι αυτά που γράφονταν με αποκλειστικό σκοπό τη διασκέδαση,  διατηρούσαν υψηλή ποιότητα. Απόδειξη αυτού είναι ότι ο κόσμος ακόμα τα ξέρει, τα αναγνωρίζει και τα τραγουδάει. Στην εποχή μας όλα περίπου τα άσματα μοιάζουν μεταξύ τους κι αυτό διότι στην πλειονότητά τους παράγονται για άμεση κατανάλωση. Αποτελούν όχι πνευματικά δημιουργήματα μιας ταλαντούχας προσωπικότητας, αλλά βιομηχανικά παράγωγα διαφόρων (προικισμένων ή μη, δεν έχει σημασία) αστέρων που προβάλλονται ως δήθεν «σταρ» για να κολακεύσουν και να σαγηνεύσουν τη νεολαία, αλλά και μεγαλύτερες ηλικίες. Θα αναρωτηθεί κανείς, «μα δε γράφονται και στην εποχή μας σπουδαία τραγούδια»; Θα ήταν ψεύδος να λέγαμε πως δεν υπάρχουν σπουδαία σύγχρονα τραγούδια και αξιόλογοι μουσικοί και τραγουδιστές, όμως τα περισσότερα από αυτά τα δημιουργήματα (ανεξάρτητα από το είδος τους) κρύβονται κάτω από τη συνεχή προβολή και ανάδειξη από τα σόσιαλ και άλλα μίντια των πάσης φύσεως βιομηχανικών παραγώγων.

Αν, λοιπόν, θα πρέπει να μας δείξει κάτι η αναχώρηση του Γιάννη Σπανού από το μάταιο τούτο κόσμο είναι η ανάγκη μας για καλή μουσική και η υποχρέωσή μας να βοηθήσουμε τα νέα παιδιά να βρουν το δρόμο της αισθητικής αγωγής και του ποιοτικού κριτηρίου, σε όποιο δρόμο βρεθούν στη ζωή τους. Στην κατάσταση, όμως, που βρισκόμαστε ως χώρα, ως εκπαίδευση και ως πολιτισμικό υπόβαθρο, μου φαίνεται ότι αυτό θα είναι πάρα πολύ δύσκολο.

  Κώστας Κωσταβασίλης