Μια ξεχασμένη επέτειος δημοκρατίας

Ανάμεσα στις τόσες και τόσες επετείους που έχουμε καθιερώσει σε τούτο τον ταλαίπωρο τόπο, μία την έχουμε καταχωνιάσει στα τρίσβαθα της λησμονιάς, μάλλον από ντροπή γιατί δε σταθήκαμε άξιοι να διαχειριστούμε κατά πώς έπρεπε το αγαθό που κατακτήσαμε. Πρόκειται για την επέτειο της 8ης Δεκεμβρίου 1974, την επέτειο του δημοψηφίσματος που εγκαθίδρυσε στη χώρα μας τη Δημοκρατία, λίγους μήνες μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, και στο οποίο ο ελληνικός λαός αποφάσισε σε συνθήκες πρωτοφανούς ελευθερίας και με συντριπτική πλειοψηφία την κατάργηση της βασιλείας και την εγκαθίδρυση καθεστώτος αβασίλευτης δημοκρατίας και συγκεκριμένα προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως αποτυπώθηκε στο Σύνταγμα του 1975.

Στις 22 Νοεμβρίου 1974, μία μέρα μετά την ορκωμοσία της πρώτης εκλεγμένης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης, εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα, που όριζε την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για το Πολιτειακό στις 8 Δεκεμβρίου. Ο ελληνικός λαός καλούνταν να αποφασίσει για τον τρόπο ανάδειξης του αρχηγού του κράτους και την επιστροφή ή όχι του Κωνσταντίνου, που ζούσε εξόριστος, μετά την κατάργηση της μοναρχίας με το χουντικό δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου 1973, που χαρακτηρίστηκε νόθο. Το αποτέλεσμα της κάλπης ήταν συντριπτικό υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Υπέρ της καταμετρήθηκαν 3.244.748 ψήφοι (ποσοστό 69,18%), ενώ 1.445.857 πολίτες (ποσοστό 30,82%), επέλεξαν το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας. Η αποχή έφτασε το 25%.Ο Κωνσταντίνος δεν αμφισβήτησε το αποτέλεσμα και ευχήθηκε «ολοψύχως οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα» του δημοψηφίσματος. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής τόνισε με αποφασιστικότητα ότι «όλοι πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ετερματίσθη οριστικώς η εκκρεμότης του Πολιτειακού».

Γιατί, αλήθεια δεν γιορτάζουμε την επέτειο αυτή; Μας θλίβει το γεγονός ότι αποκαταστήσαμε το πολίτευμα της αβασίλευτης Δημοκρατίας στον τόπο που το δημιούργησε; Θέλω να πιστεύω πως δεν είναι αυτό. Μάλλον θεωρούμε αυτονόητη τη Δημοκρατία και, όπως όλα τα πολύτιμα πράγματα στη ζωή μας, δεν την εκτιμούμε όσο της πρέπει, παρά μόνο αν τη χάσουμε. Ίσως, σε ιδανική περίπτωση, οι πολιτικοί μας να μην έχουν θεσμοθετήσει την επέτειο αυτή από ντροπή για τη μεταχείριση που επεφύλαξαν στη Δημοκρατία όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί η ιδέα της Δημοκρατίας είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό πολίτευμα. Γράφει ο Άγγελος Τερζάκης: «Πολλοί νομίζουν πως η Δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα. Δεν ξέρουν πως πρόκειται γι’ απόληξη κι όχι γι’ αφετηρία.  Δημοκρατία σημαίνει αναβαθμός  πολιτισμού.  Γίνεσαι άξιος να υψωθείς ως τη δημοκρατική ιδέα όταν έχεις πριν διανύσει κάποια στάδια    εσωτερικού εκπολιτισμού.  Ένας λαός άξιος της Δημοκρατίας δίνει εξετάσεις καθημερινά,  όχι μονάχα μπροστά στην κάλπη:  δίνει εξετάσεις στα πιο μικρά πράγματα της καθημερινής ζωής: σέβεται τη θέση του στην «ουρά», προσέχει να μην ενοχλεί το διπλανό του,  πιστεύει πως έχει πρώτα καθήκοντα κι  έπειτα δικαιώματα. Η κοινωνική αγωγή είναι αναγκαία προϋπόθεση της Δημοκρατίας. Πώς μπορεί να νοηθεί Δημοκρατία δίχως το σεβασμό του διπλανού σου;»

Δημοκρατία σημαίνει να μπορείς να ακούς το συνομιλητή σου, να κάνεις πραγματικό διάλογο, να συνθέτεις απόψεις. Προϋποθέτει τη διάθεση της πλειοψηφίας να ακούσει τη μειοψηφία και να ενστερνιστεί ό,τι θεωρεί πως μπορεί να αξιοποιήσει από τις προτάσεις της. Επιβάλλει την υποχρέωση της μειοψηφίας να ακολουθήσει την πλειοψηφία αφού, ύστερα από τον διάλογο, θα έχουν όλοι καταλήξει σε μια σύνθεση απόψεων που μπορεί να μην εκφράζουν ομόφωνα το σύνολο, μπορούν όμως να γίνουν αποδεκτές από όλους. Περισσότερο όμως απ’ όλα, η δημοκρατία βασίζεται σε ένα σύστημα όπου συνυπάρχουν οι υποχρεώσεις με τα δικαιώματα, ένα σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται προς όφελος του συνόλου.

Αλήθεια, τι εικόνα έχουν τα νέα παιδιά σήμερα γι’ αυτό που αποκαλούμε στη χώρα μας δημοκρατικό πολίτευμα; Ποιος αλήθεια τους έχει εξηγήσει ότι οι κανόνες, οι νόμοι, τα όρια υπάρχουν για να τηρούνται κι όχι για να τους ξεπερνάμε με τα πάσης φύσεως «παραθυράκια» που πάντα, ως εκ θαύματος, ανακαλύπτονται; Με ποια λογική θα δεχτούν ότι η ελευθερία τους σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του διπλανού τους και ότι το καλύτερο είναι να αυτοπεριορίζεται ο καθένας χωρίς εξωτερικούς επιβαλλόμενους περιορισμούς; Πώς θα δεχτούν να τιμωρηθούν για κάποια υπέρβαση κανόνων όταν βασιλεύει η λογική του βολέματος και της ατιμωρησίας; Κανείς δεν θα πρέπει να περιμένει από τους νέους να διαλέγονται, να είναι ανεκτικοί στο διαφορετικό, να μπορούν να συνθέτουν και να ακούνε το διπλανό τους, όταν αυτό που βιώνουν (από την τηλεόραση, από τη Βουλή, από τους δασκάλους τους) είναι οι φωνές, η επιβολή του ισχυρότερου, ο αποκλεισμός της διαφωνίας, η απουσία του λόγου (του διαλόγου, της λογικής, της ορθής έκφρασης).

Προσθέτει ο Άγγελος Τερζάκης: «Η Δημοκρατία περνάει στον καιρό μας και δοκιμασία και κρίση.  Το πρόβλημά της είναι σύνθετο.  Δοκιμασία για τη Δημοκρατία είναι η ανάγκη να κυβερνήσει ανθρώπινα σύνολα τεράστια,  που ξεπερνάνε τα φυσικά της μέτρα. Κρίση περνάει η Δημοκρατία στην αναμέτρησή της με την εσωτερική πραγματικότητα.  Πόσοι και πού είναι ώριμοι να τη δεχτούν; Πόσοι έχουν το ανάστημα να τη δικαιώσουν;». Τα ερωτήματα αυτά, διατυπωμένα πριν 40 περίπου χρόνια, αποκτούν σήμερα μοναδική επικαιρότητα. Κι αυτό γιατί οι καιροί στους οποίους ζούμε είναι δύσκολοι και η ιστορία έχει δείξει ότι σε τέτοιους καιρούς ανθεί ο φασισμός και η βία. Επομένως ή θα αποφασίσουμε να ασκούμε τη δημοκρατία στην πράξη, ώστε να γίνουν εμφανή τα αποτελέσματά της, ή θα υποστούμε τις συνέπειες της βίας και του φανατισμού που οι ίδιοι (θελημένα ή αθέλητα) καλλιεργούμε. Αν η κάθε κυβέρνηση φροντίσει να δείξει ότι ακούει τους πολίτες και την αντιπολίτευση, και δέχεται όσα φαίνεται πως μπορούν να ενσωματωθούν στο πρόγραμμά της, αν οι πολίτες, τα συνδικάτα η αντιπολίτευση φροντίσουν να μη μείνουν στη στείρα άρνηση αλλά καταθέτουν λειτουργικές αντιπροτάσεις, αν εφαρμόζονται οι κανόνες και τηρούνται οι νόμοι κι αν ακόμη αλλάζουν όσοι από τους νόμους είναι φανερά δυσλειτουργικοί ή άδικοι, αν ο διάλογος και ο σεβασμός στο συνομιλητή γίνει βίωμα, τότε η ίδια η δημοκρατία θα μας  έχει γίνει βίωμα. Το πρόβλημα είναι ότι όλες αυτές οι προϋποθέσεις, από αυτονόητες συνθήκες έχουν γίνει όνειρο θερινής νυκτός. Απομένει να αναρωτηθούμε με ποιο τρόπο θα ξυπνήσουμε επιτέλους.