Μια καταδίκη με ευρύτερη σημασία

Η πρόσφατη καταδίκη των μελών της «Χρυσής Αυγής» και ο χαρακτηρισμός αυτού του μορφώματος ως εγκληματική οργάνωση χαιρετίστηκε ως νίκη της δημοκρατίας. Θα έλεγα ότι αποτελεί κάτι περισσότερο. Αποτελεί νίκη της λογικής έναντι του παραλογισμού και του άκρατου μίσους που ενισχύει και τροφοδοτεί το φασισμό. Θα ήμασταν, όμως, εκτός πραγματικότητας αν νομίζαμε ότι με την καταδίκη της «Χρυσής Αυγής» τερματίζεται η παρουσία του φασιστικού φαινομένου στη χώρα μας. Κι αυτό γιατί ο φασισμός δεν είναι μια πολιτική ιδεολογία που ταυτίζεται με ένα μόνο κόμμα, το οποίο, αν πάψει να υπάρχει, σηματοδοτεί και την εξάλειψη της ιδεολογίας, όπως περίπου συνέβη με τον «βενιζελισμό» στη χώρα μας. Ο φασισμός είναι περισσότερο μια στάση ζωής, μια κοσμοθεωρία περισσότερο, παρά ιδεολογία, που, εφόσον βρει απήχηση στον κοινωνικό ιστό, εξαπλώνεται και εδραιώνεται μεταβάλλοντας σταδιακά τις δημοκρατίες σε αυταρχικά καθεστώτα που καταπιέζουν τις μειονότητες και όποιον τους αντιτίθεται.

Ο συνήθης ορισμός του φασισμού εστιάζει σε τρεις έννοιες: (α) τις «φασιστικές αρνήσεις» του «αντι-φιλελευθερισμού, του αντι-κομμουνισμού και του αντι-συντηρητισμού, (β) τους εθνικιστικούς και αυταρχικούς στόχους της δημιουργίας μιας ελεγχόμενης οικονομίας και του μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων μέσα σε μια μοντέρνα, αυτο-προσδιοριζόμενη κουλτούρα, και (γ) την πολιτική αισθητική του ρομαντικού συμβολισμού, της μαζικής κινητοποίησης, της θετικής οπτικής της βίας και της προώθησης της αρρενωπότητας, της νεότητας και της χαρισματικής ηγεσίας. Ο ιστορικός Ρότζερ Γκρίφιν, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του φασισμού, τον περιγράφει ως ένα «είδος πολιτικής ιδεολογίας της οποίας ο μυθικός πυρήνας στις διάφορες παραλλαγές του είναι ο παλιγγενετικής μορφής λαϊκιστικός υπερ-εθνικισμός». Ο καθηγητής Ρόμπερτ Πάξτον, επίσης σημαντικός μελετητής του φασιστικού φαινομένου, θεωρεί ότι ο φασισμός είναι «μορφή πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από την έμμονη προκατάληψη με την παρακμή της κοινωνίας, τον εξευτελισμό και τη θυματοποίηση, καθώς και από τις αντισταθμιστικές λατρείες της ενότητας, της ενέργειας, της καθαρότητας, όπου ένα μαζικό κόμμα αποφασισμένων εθνικιστών ακτιβιστών, εργαζόμενων σε ανήσυχη αλλά αποτελεσματική συνεργασία με παραδοσιακές ελίτ, εγκαταλείπει τις δημοκρατικές ελευθερίες και επιδιώκει με λυτρωτική βία και χωρίς ηθικές και νομικές αναστολές τους στόχους της εσωτερικής κάθαρσης και της εξωτερικής επέκτασης». Επομένως, εφόσον υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, ο φασισμός μπορεί να ξεπηδήσει οπουδήποτε.

Η καλύτερη περίοδος για να μελετήσουμε το φασισμό είναι η περίοδος της δεκαετίας του ’30, οπότε και έκανε αρχικά την εμφάνισή του και κυριάρχησε σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο Ν. Μίχο, «ο όρος ¨1930’s¨ επανέρχεται διαρκώς για να τονίσει τους κινδύνους που επιφέρουν οι αλλαγές σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη, όπως στις περιπτώσεις της Ολλανδίας, της Ουγγαρίας και της Γαλλίας, αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχει ξυπνήσει στους ιστορικούς κακές μνήμες. Όλα τα χρόνια της δεκαετίας του ‘30 μαζί με το πρώτο μισό της επόμενης σηματοδοτούν το ναδίρ της ανθρωπότητας: Η Μεγάλη Ύφεση, η μεγαλύτερη στην μετά-βιομηχανική εποχή, άφησε 34 εκατομμύρια Αμερικανούς χωρίς εισόδημα. Την ίδια στιγμή, ο υπερπληθωρισμός στη Γερμανία, όπου κάποιος μπορούσε να κλέψει ένα κουβά με χρήματα για να κρατήσει τον κουβά που είχε μεγαλύτερη αξία, άνοιξε τον δρόμο για τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος άφησε πίσω του 60 εκατομμύρια νεκρούς και την κτηνωδία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους ναζί». Αυτό μας δίνει να καταλάβουμε ότι η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με την απουσία ανθρωπιστικής πολιτικής και τον άκρατο φιλελευθερισμό, οδηγούν τους ανθρώπους σε στάσεις που εύκολα μπορούν να διολισθήσουν στο φασισμό.

Ας θυμηθούμε πώς έγινε ο Μεταξάς πρωθυπουργός με ένα κόμμα του 3% περίπου, επειδή τα μεγάλα κόμματα τις εποχής δεν έδειχναν διατεθειμένα να συνεργαστούν αλλά και επειδή, υπό τις τότε συνθήκες ούτε και τα μικρότερα κόμματα μπορούσαν να βοηθήσουν σε κυβέρνηση συνεργασίας Ο βασιλιάς τότε πρότεινε τον Μεταξά, ο οποίος δεν είχε εκδηλώσει φανερά διάθεση να κυβερνήσει τη χώρα και, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έδειχνε να έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει ουσιαστικό αντίπαλο κανενός κόμματος για την είσοδο στη βουλή του 1935. Έτσι ο «ακίνδυνος» Μεταξάς ανέλαβε τη διακυβέρνηση και λίγο αργότερα επέβαλε φασιστικού τύπου δικτατορία, ενώ οι πολιτικοί κοιμόντουσαν τον «ύπνο του δικαίου».

Γράφει ο Ν. Μίχος: «Η αρχιτεκτονική των οικονομικών και διεθνών σχέσεων βρίσκει τα θεμέλιά της στην προσπάθεια αντιμετώπισης του χάους και επούλωσης του τραύματος που άφησαν πίσω τους τα 1930’s. Τα Ηνωμένα Έθνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ, το Μπρέτον Γούντς: Όλα δημιουργήθηκαν για να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη στο μέλλον. Κάτι που ίσχυσε μέχρι τη δεκαετία του 1990. Η σταδιακή απομάκρυνση, όμως, από τις αφετηριακές αρχές αυτών των θεσμών και η αμφισβήτησή τους, που προέκυψαν από τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τους αδικαιολόγητους πολέμους της Δύσης και τα μετέπειτα γεγονότα, άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή στο ’30. Ο κίνδυνος φαίνεται υπαρκτός στις μέρες μας: Σύμφωνα με πρόσφατη παγκόσμια έρευνα του Journal of Democracy, καταγράφεται σημαντική μείωση στον αριθμό εκείνων που θεωρούν ότι η Δημοκρατία είναι απαραίτητη. Μόνο ένας στους τέσσερις γεννημένους τη δεκαετία του 1980 εκτιμούν κάτι τέτοιο, ενώ ο αριθμός εκείνων που γεννήθηκαν στα 1930 και έχουν την ίδια άποψη ξεπερνά το 75%».

Θα προσθέσω ότι, όπως και το ’30, έτσι και τώρα υπάρχει μια αναζωπύρωση πολεμικών συγκρούσεων ή επιθετικών ενεργειών σε όλη την υφήλιο, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή μας (Ναγκόρνο Καραμπάχ, ενέργειες Τουρκίας, Συρία κ.λπ) που όλο και περισσότερο δημιουργεί γενικότερες ανησυχίες, αν συνδυαστεί και με μια τάση φόβου και μια αίσθηση απομάκρυνσης από το συνάνθρωπο που δημιουργούνται από την έξαρση του κορωνοϊού. Παράλληλα, η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε σοβαρή κρίση όπως συνέβαινε και μεσοπολεμικά. Ο κόσμος αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους για να μεταφέρει τα προβλήματά του και οι συμπεριφορές είναι ακριβώς οι ίδιες: ο διπλανός σου δεν είναι γείτονας. Είναι κάποιος που επιβουλεύεται την ελευθερία σου, τον πλούτο σου και ό,τι σου ανήκει δικαιωματικά. Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή, όπου μπορούμε να αποδείξουμε ότι οι άνθρωποι μπορούν και διδάσκονται από τα λάθη τους. Ας αποτελέσει η καταδίκη της «Χρυσής Αυγής» την απαρχή μιας γενικότερης αντιφασιστικής δράσης στην κοινωνία μας!