Skip to content

Η 1η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί παγκοσμίως να είναι αφιερωμένη στην ασθένεια του AIDS και σε όσους είτε πάσχουν από αυτοί είτε είναι οροθετικοί, έχουν δηλαδή προσβληθεί από τον ιό HIV, τον ιό που προκαλεί το AIDS δηλαδή, αλλά δεν έχουν νοσήσει ακόμα. Ο φετινός εορτασμός της ημέρας αυτής βρίσκει την διεθνή κοινότητα εν μέσω της Πανδημίας του SARS-COV-2 . Ωστόσο, το διαρκές διακύβευμα της παγκόσμιας αλληλεγγύης και της κοινής ευθύνης για τις μεταδιδόμενες λοιμώξεις παραμένει, σύμφωνα με τους στόχους του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNAIDS) η εξάλειψη της επιδημίας μέχρι το 2030. Ως βασικές προτεραιότητες θα πρέπει να τεθούν τόσο η θεραπεία και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη των ατόμων που ζουν με τον HIV, όσο και η πρόληψη της HIV λοίμωξης, η μείωση της σχετιζόμενης με τον HIV νοσηρότητας και θνητότητας, η εξάλειψη των ανισοτήτων και του στίγματος, και η ευαισθητοποίηση του πληθυσμού για την υιοθέτηση υγιούς και ασφαλούς στάσης και συμπεριφοράς.
Στην Ελλάδα, οι περισσότερες μεταδόσεις του HIV αποδίδονται στην απροφύλακτη σεξουαλική επαφή. H παρατηρούμενη μείωση στις νέες διαγνώσεις κατά τα τελευταία έτη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι πλέον τα περιστατικά που διαγιγνώσκονται με HIV ξεκινούν άμεσα αντιρετροϊκή θεραπεία, σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες που έχουν υιοθετηθεί και στη χώρα μας. Για τους πρώτους δέκα μήνες του 2020, η μείωση που παρατηρείται στις νέες διαγνώσεις HIV θα πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή, δεδομένων των συνθηκών της πανδημίας SARS-CoV-2, η οποία ενδεχομένως να περιόρισε την πρόσβαση στον διαγνωστικό έλεγχο για τον HIV. Η συστηματική και ασφαλής χρήση του προφυλακτικού, η στοχευμένη αγωγή υγείας, ο τακτικός έλεγχος για τον HIV και τα άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα Νοσήματα, η άμεση έναρξη και η συστηματική λήψη της αντιρετροϊκής αγωγής μετά τη διάγνωση, η απρόσκοπτη πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας και η εξάλειψη του στίγματος αποτελούν προϋποθέσεις για την επίτευξη του βασικού στόχου του UNAIDS και θα πρέπει να αποτελέσουν το περιεχόμενο μιας επικαιροποιημένης Εθνικής Στρατηγικής για την καταπολέμηση της επιδημίας στην Ελλάδα. Σε αυτή την Εθνική προσπάθεια δεν περισσεύει κανείς.
Αντιγράφω από φυλλάδιο του Ινστιτούτου ψυχικής και σεξουαλικής υγείας: «Το AIDS είναι ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και δεν αποτελεί πλέον μία θανατηφόρο ασθένεια, αλλά μια χρόνια νόσο, για την οποία κρίνεται απαραίτητη η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση. Οποιοσδήποτε μπορεί να μολυνθεί από τον ιό HIV που προκαλεί το AIDS ανεξάρτητα από το φύλο, την ηλικία, το χρώμα, το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και τις σεξουαλικές προτιμήσεις. Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία από το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, ο συνολικός αριθμός των ατόμων με HIV-AIDS, που δηλώθηκαν στην Ελλάδα, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2007 (31/10/07) ανέρχεται σε 8584 άνδρες και γυναίκες (80,1% άνδρες, 19,3% γυναίκες). Τα περιστατικά μόλυνσης του 2008 ανέρχονται σε 420 άτομα, εκ των οποίων 48 προσβλήθηκαν από AIDS, ενώ πέθαναν άλλοι 30. Στην πλειονότητά τους, οι νέες περιπτώσεις που καταγράφονται ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 25-44 ετών».
Σε ρεπορτάζ εφημερίδας, παλαιότερα, υπήρχε συνέντευξη πάσχοντος νέου με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Κι αν υπάρξει θεραπεία δε θα τη ζήσω εγώ». Η εξομολόγηση του νέου αυτού συνοδευόταν με μια εμφανώς απαισιόδοξη διάθεση, καθώς συνδυαζόταν με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας μας. Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, ο αποκλεισμός των ειδικών αυτών κοινωνικών ομάδων από την πρόσβαση σε φάρμακα (που στην προκειμένη περίπτωση είναι πανάκριβα), καθώς και η γενικότερη ανησυχητική κατάσταση για την πορεία της χώρας μας, οδηγούσαν το νέο του ρεπορτάζ σε αποκαρδιωτικές απαντήσεις.
Αυτό το τελευταίο ομολογώ πως με ανησύχησε πολύ. Διότι, αν οι νέοι αφήνονται με απελπισία στα δίχτυα έστω και μιας τέτοιας ασθένειας, τότε κάποιος φταίει. Κι αυτός ο κάποιος δεν είναι τόσο ο ίδιος ο νέος που θα μπλέξει θέλοντας και μη σε μια περιπέτεια που θα χαράξει την ίδια του την ύπαρξη, όσο όλοι εμείς (εκπαιδευτικοί, σχολείο), που επιμένουμε να βάζουμε πάνω απ’ όλα τη διεκπεραίωση της ύλης χωρίς να δίνουμε προσοχή στια ανησυχίες και τα άγχη των εφήβων, των παιδιών μας. Οφείλουμε λοιπόν όλοι όσοι συναπαρτίζουμε την εκπαιδευτική κοινότητα να εξετάσουμε σοβαρά την εισαγωγή του μαθήματος της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, όχι μόνο σε εργαστήρια δεξιοτήτων, αλλά σε όλα τα σχολεία, πολλώ δε μάλλον που η ηλικία των πρώτων σεξουαλικών επαφών των παιδιών μας όσο πάει και μικραίνει. Μόνο με σωστή διαπαιδαγώγηση κι ενημέρωση θα πάψουμε να εντάσσουμε το AIDS στις ασθένειες που προκαλούν τον πανικό. Μέχρι τότε επαγρύπνηση και διάλογος. Καλό μήνα σε όλους.