Μία φορά και ένα καιρό……

Γράφει η Χριστίνα Μπίζα. Μία φορά και ένα καιρό σε μια χώρα μακρινή ζούσαν κάτι παράξενα πλάσματα που αναζητούσαν και όλο αναζητούσαν την έκφραση, την τάξη, τις αξίες και τις αταξίες. Αναζητούσαν και όλο αναζητούσαν, χωρίς όμως να καταλήγουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όλο κάτι έφταιγε και οι εικόνες ήταν αυτές που πρόδιδαν τα συναισθήματα και τα γεγονότα πρόδιδαν τις πράξεις. Τα παράξενα πλάσματα με τα χρόνια ζούσαν με την προσδοκία να απλώσουν τα χέρια τους και να φτάσουν ότι επιθυμούσαν όμως έφερναν συνεχώς γύρω από τον άξονα τους και δεν κατάφερναν να οδηγηθούν εκεί που οραματίζονταν. Έφερναν συνεχώς γύρω από παρόμοιες πράξεις, παρόμοιες αντιδράσεις και οραματίζονταν το ιδανικό  ως κάτι το εξωπραγματικό κάτι που θα φεγγοβολά, θα ζαλίζει και η τιμή του θα είναι ανυπολόγιστη.

Μεγάλωναν και κάθε μέρα επαναλάμβαναν τα ίδια πράγματα, έκαναν τις ίδιες κινήσεις, επαναλάμβαναν τις ίδιες μοχθηρές σκέψεις και με σκυφτό κεφάλι δεν παρέκλιναν καθόλου από τους στόχους τους. Τα πρόσωπά τους χλωμά και σκαμμένα από ρυτίδες είχαν κάτι που δεν μπορούσε κανείς να προσδιορίσει και τα μάτια τους ή έστω αυτά που εμείς θεωρούμε μάτια δεν είχαν καμία λάμψη.

Πηγαινοέρχονταν και το δρομολόγιο της σκέψης τους είχε κάτι από τα αταξίδευτα καράβια. Αυτά που μπορεί να μετακινούνται αλλά που δεν έχουν κάνει ποτέ αυτό που λέμε το ταξίδι των ονείρων τους ή και να το είχαν κάνει ή δεν το ευχαριστήθηκαν ή ακόμη χειρότερα δεν το αντιλήφθηκαν. Όταν έβλεπαν κάποιο πλάσμα γύρω τους να παρικλείνει από την προδιαγεγραμμένη πορεία αυτή που από χρόνια είχαν σαν δεδομένη, άνοιγαν τις δαγκάνες τους και το καταβρόχθιζαν. Τα υπόλοιπα συνέχιζαν την πορεία τους όπως πάντα ή σχεδόν πάντα χωρίς διαφοροποιήσεις.

Ένα πρωί που όλα έδειχναν ίδια όπως κάθε μέρα πάνω από το παράξενο χωριό ακούστηκε μία απόκοσμη μουσική μία τόσο γλυκιά μελωδία και τα χρώματα του πρωινού είχαν μία ξεχωριστή και ονειρεμένη ομορφιά. Η μουσική δυνάμωνε τόσο που οι σκέψεις έχαναν τον δρόμο τους και τα σκοτεινά συναισθήματα έπαιρναν μία άτονη όψη.

Όλων τα μάτια στράφηκαν στον ουρανό εκεί που το φώς του ήλιου ξεπρόβαλε και τότε ένα σμήνος από μέλισσες  ήρθε και στάθηκε πάνω σε ένα κλαδί δένδρου κρεμασμένο σαν ένα τσαμπί σταφύλια. Μία όμορφη γλυκιά βουή που συμπλήρωνε το απόκοσμο τραγούδι που ολοένα δυνάμωνε. Η παράξενη οικογένεια στάθηκε αμήχανη και παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Όλο αυτό που τόσα χρόνια ζούσε ανατρέπονταν με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσε ούτε να το ελέγξει  αλλά ούτε και να το αποτρέψει.

Ξαφνικά σαν από τα έγκατα της γης ήρθε μία βοή. Μία βοή και μία απόκοσμη δόνηση, ένα τράνταγμα σαν σεισμός, που έφερνε ρίγη και μία μαγεία και ένα απροσδιόριστο φόβο, σε συνδυασμό με την μουσική που εξαπλώνονταν και που προμήνυε κάτι. Κάτι… αλλά τι;

Ένα ερώτημα που δεν γνώριζε κανείς να απαντήσει. Όλοι είχαν μία έκφραση απορίας και ένα μούδιασμα από όλα αυτά τα άγνωστα και παράξενα που συνέβαιναν. Τα χρώματα γίνονταν όλο και ομορφότερα οι εικόνες ποιο  ζωντανές και εκεί  που έγερνα οι λόφοι ένα παράξενο σύννεφο πλησίαζε και όλο πλησίαζε χορεύοντας στον ουρανό έναν μοναδικό χορό απόλυτα εναρμονισμένο με το απόκοσμο τραγούδι  που δυνάμωνε.

Στο βάθος από τη θάλασσα ένα μεγάλο καράβι φάνηκε να πλησιάζει. Ήταν τόσο όμορφο που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Πλησίαζε και όλο πλησίαζε. Όταν ήταν αρκετά κοντά έριξε άγκυρα και τότε δύο βάρκες πλησίαζαν την ακτή.

Τα παράξενα πλάσματα αμήχανα κοίταζαν ολόγυρα τους αδυνατώντας και να παρέμβουν αλλά και να κατανοήσουν τις εξελίξεις. Δεν καταλάβαιναν γιατί δεν μπορούσαν τώρα να αντιδράσουν και κάθε φορά πριν έκαναν ότι ήθελαν ή ότι τους υπαγόρευαν οι συνήθειες τους χωρίς αναστολές.

Το σύννεφο στον ουρανό συνεχίζοντας τον χορό του ήταν  αρκετά κοντά τώρα πια τόσο που κάτω από τις αχτίδες του ήλιου λαμπίριζαν τα πολύχρωμα φτερά των πουλιών, χιλιάδων πουλιών και εκατοντάδες πεταλούδες έδιναν με το πέταγμά τους μία πανέμορφη εικόνα.

Από τις δύο βάρκες κατέβηκαν παιδιά με χαμογελαστά πρόσωπα και ξεχύθηκαν στην ακτή φωνάζοντας, φτάσαμε!!!!!! φτάσαμε !!!!!!!! Έπαιζαν  και γελούσαν χωρίς σταματημό και ο ήχος από το γέλιο τους κάτι φάνηκε να θυμίζει στην παράξενη κοινότητα των σκοτεινών πλασμάτων.

Όταν ξαφνικά πλησίασαν και αυτοί στην ακτή κοντά στα παιδιά  προσπάθησαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό που αισθανόταν. Δεν κατανοούσαν τώρα ούτε τον ίδιο τους τον εαυτό.

Όταν τα πουλιά στον ουρανό ήρθαν αρκετά κοντά και πετούσαν δίπλα τους, η παράξενη μουσική μαζί με το κελαίδισμα των πουλιών κάτι έκανε μέσα τους να σπάσει και μία γλυκιά ζεστασιά τους κυρίευσε και μία λάμψη κατέκλισε την ψυχή τους.

Όταν κάθισαν στην ακροθαλασσιά και κοίταξαν τον εαυτό τους στην ήρεμη θάλασσα η οποία άστραφτε σαν ένας μοναδικός καθρέφτης αυτό που αντίκρισαν δεν ήταν σκοτεινά και ρυτιδιασμένα πρόσωπα χωρίς οράματα αλλά είδαν τα χαμογελαστά πρόσωπα των παιδιών που λίγο πριν έπαιζαν στη θάλασσα. Είδαν το χαμόγελο και ένιωσαν έτσι όπως ποτέ άλλοτε.

Ξυπνήσαμε φώναξαν όλοι τότε με μία φωνή !!!!!!!!! Ξυπνήσαμε !!!!!!!!!!!

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.