Κώστας Κρεμμύδας: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

O Kώστας Kρεμμύδας γεννήθηκε στον Κολωνό τον Αύγουστο του 1955. Σπούδασε στα Τμήματα Πολιτικών Eπιστημών και Δημόσιας Διοίκησης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, παιδαγωγικά στη ΣEΛETE, νομικά στην Aθήνα και κοινωνική ιστορία στη Σορβόνη, όπου παρουσίασε το μεταπτυχιακό του: «Συνδικαλιστικό κίνημα και Τράπεζες στην Ελλάδα (1917-1949), Η περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας». Έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή (βαθμός: Άριστα) στο Πανεπιστήμιο Πατρών για το περιοδικό της Αριστεράς Eπιθεώρηση Tέχνης (1954-1967). Από το 2000 είναι μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συμποσίου Ποίησης που τελεί υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2016 διδάσκει ως μέλος ΣΕΠ στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστήμιου. Συμμετείχε κατά καιρούς σε συλλογικές προσπάθειες πολλών λογοτεχνικών εντύπων. Τα τελευταία 25 χρόνια διευθύνει το περιοδικό Mανδραγόρας, καθώς και τις ομώνυμες εκδόσεις, που σήμερα αριθμούν 300 τίτλους βιβλίων. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Tο ασανσέρ, Mια ημιτελής συνουσία(1993), Ωδή στα τρόλεϋ (1995), Yπέρ ηρώων (1998), Mηνύματα σε κινητό (2002), Σαντιγκάρ (2013) και με τον Αλέξανδρο Αραμπατζή τη συλλογή Ποιήματα μικρόσωμα, άσωτα και φαντασμένα στα όρια του πολίτικαλ κορέκτ (2014). Το 2014 κυκλοφόρησε επίσης και το βιβλίο του με πολιτικά χρονογραφήματα Ξούθου & Μενάνδρου γωνία. Κριτικά κείμενα, δοκίμια και χρονογραφήματά του δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά. Η αυτοβιογραφική του νουβέλα Ερυθρόλευκη τρέλα, με υπότιτλο «Κόκκινες τουλίπες στον Κολωνό», μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση αυτή.

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;

Ο Χιτών, ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Λόιντ Ντάγκλας – το μόνο λογοτεχνικό, μαζί με τον Άμλετ, που βρισκόταν στη μεγάλη νομική βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Τα «in» της εποχής: Με οικογένεια και Χωρίς οικογένεια του Έκτορος Μαλό. Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου, εκδ. Αστήρ-Παπαδημητρίου, που ήταν δίπλα στο γραφείο του πατέρα μου κι απ’ όπου κάθε πρωτοχρονιά αγοράζαμε τον Καζαμίαγια τη θεία Ρουμπίνη. Προσπάθησα ανεπιτυχώς να διαβάσω επίσης και μια από τις Εγκυκλοπαίδειες που είχαμε σπίτι μας. Ο πατέρας μου είχε έναν κουμπάρο –αεροπόρο με γυναίκα δασκάλα– που κάθε τόσο έρχονταν σπίτι κι εκθείαζαν τον γιο τους, τον Δημητράκη, «πόσο διαβαστερός είναι, πώς πέφτει με τα μούτρα στις εγκυκλοπαίδειες»! Έτσι ένιωσα κι εγώ υποχρέωση ν’ αρχίσω διάβασμα από το λήμμα «Α», αλλά γρήγορα τα παράτησα. Επίσης, με είχε συνεπάρει η σειρά «Ήμουν κι εγώ εκεί», που μοίραζε το απορρυπαντικό ROL. Και, βέβαια, ο Καρυωτάκης, που ξεσκονίζαμε με συμμαθητές στο πατρικό του Χάρη, με το τείχος του περιβόλου της Ακαδημίας του Πλάτωνα κάτω από τα πόδια μας, όπως ανακαλύψαμε στη διάρκεια των εκσκαφών, πενήντα χρόνια μετά.

Και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;

Ο Σαίξπηρ, το Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, η συγκεντρωτική του Τίτου Πατρίκιου Ποιήματα (1948-1954), Οδός Νικήτα Ράντου, Η κοιλάδα με τους Ροδώνες

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;

Στη ΣΤ’ Γυμνασίου, όταν ο γυμνασιάρχης Βαγιανός μάς έβαλε να μετατρέψουμε, από το σχολικό βιβλίο, ένα πεζό σε ποίημα.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο σας Ερυθρόλευκη τρέλα;

Η ανάγκη να ξεφύγω για λίγο από την ασφυκτική καταχνιά της παρατεταμένης Μνημονιακής Κατοχής, μετά μάλιστα και την ψήφιση του Γ’ Μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ιδιοτέλεια και το ατομικό συμφέρον αντιμέτωπα με την ιδέα και το όνειρο μιας «αριστεράς» ανίκανης και ψευδόμενης. Έπρεπε να βρω σταθερές για να αντέξω: έτσι, γύρισα στο χτες.

Μέσα από τις ιστορίες σας βρέθηκα σε μια άλλη Αθήνα. Πώς ήταν τότε η πρωτεύουσα και πώς ζούσαν οι Αθηναίοι;

Με την απόσταση του χρόνου τα πράγματα αμβλύνονται. Ήταν πολύ δύσκολα για όλους. Πολλοί ζούσαν σε ένα δωμάτιο με κοινή τουαλέτα και κοινή κουζίνα: μια αυλή των θαυμάτων. Αλλά ήταν και χρόνια ελπιδοφόρα, με αλληλεγγύη και συντροφικότητα, σ’ αντίθεση με τη σημερινή απόγνωση. Τα προβλήματα κοινά και οι χαρές το ίδιο. Λίγα, ελάχιστα μας έλειπαν, παρότι ουσιαστικά δεν είχαμε τίποτα. Στον πατέρα, σε εκείνους τους ανθρώπους και σ’ εκείνα τα χρόνια οφείλω τις αξίες μου.

Ακαδημία Πλάτωνος και η ευρύτερη περιοχή του Κολωνού. Γνώσεις, αντιλήψεις για τον κόσμο, την πολιτική, τον έρωτα, τη φιλία. Γιατί η ιστορική περιοχή του Κολωνού δεν αξιοποιήθηκε ποτέ και έμεινε στάσιμη στην ανάπτυξη;

Ο Κολωνός είχε το προσωνύμιο «Μικρή Μόσχα», ίσως συνέβαλαν και οι πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή απ’ τα προσφυγικά των γειτονικών Σφαγείων (δήμος Ταύρου σήμερα). Το άλλοτε μικρό καφενεδάκι, πάνω στον Λόφο του Κολωνού, φτιάχτηκε το 1926 από τον Μικρασιάτη πρόσφυγα Χρήστο Καπράλο που, επειδή ήταν ανάπηρος, του παραχώρησαν ένα μικρό δωμάτιο το οποίο μετέτρεψε σε επιχείρηση καφέ. Το Καπνεργοστάσιο, επί της Λένορμαν, σημερινή Βιβλιοθήκη της Βουλής, φιλοξενούσε πρόσφυγες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Ο Πλουμπίδης, παράνομος για 8 χρόνια, συνελήφθη ακριβώς δίπλα στο τωρινό μου σπίτι: Πρεβέζης & Ερυμάνθου. Στη δικτατορία του 1967, οι συνταγματάρχες πέρασαν τη γραμμή για τα ΚΤΕΛ του Κηφισού μέσα από το αρχαιολογικό πάρκο της Ακαδημίας Πλάτωνος. 45 χρόνια από την (έστω και δοτή) αποκατάσταση της δημοκρατίας και η ιεροσυλία συνεχίζεται. Η Ακαδημία –από τον τοπικό μυθικό ήρωα Ακάδημο– του Πλάτωνα λειτούργησε επί 10 αιώνες. Σε αυτήν οφείλονται οι όροι «ακαδημία» και «γυμνάσιο», που είναι ταυτισμένοι με την παιδεία σ’ όλον τον κόσμο. Αντί να γίνει κέντρο Γραμμάτων και Τεχνών, απέκτησε φήμη ως «Βούθουλας» απ’ τον Δ. Ψαθά και την ηρωίδα του, «Μαντάμ Σουσού», που καθαρευουσιάνικα τον έλεγε «Μπύθουλα»… Φανταστείτε, η Ακαδημία του Πλάτωνα ήταν για χρόνια στη συνείδηση του κόσμου ο «Βούθουλας». Και μάλιστα στο σημείο όπου σώζεται η παλαιότερη κατοικία στην Ευρώπη, από το 2900 π.Χ. Αυτό είναι το επίσημο ελληνικό κράτος, των υπουργών του Πολιτισμού (!) του συμπεριλαμβανομένων, των δημάρχων και των περιφερειαρχών του. Εν ολίγοις «Σκατά», όπως θα έλεγε κι ο Αλφρέντ Ζαρύ στον Βασιλιά Υμπύ.

Ο χρόνος είναι η ασφαλέστερη οδός. Κι ό,τι αξίζει να μείνει, θα μείνει. Ακόμη και στη σημερινή εποχή του λάιφ στάιλ.

Διαβάζοντας τα κείμενά σας, με έπιασε μια αδιόρατη θλίψη. Μήπως υπάρχει η θλίψη για τον «χαμένο παράδεισο» των παιδικών σας χρόνων;

Μάλλον η χαμένη αθωότητα της ενήλικης ζωής μου. Μια βαθιά διάψευση για τη σύγχρονη πολιτική (κι ενίοτε λογοτεχνική) πραγματικότητα: τις ίντριγκες, τις δολοπλοκίες, τις συνειδητές αποσιωπήσεις… Ένα αίσθημα προσωπικής αποτυχίας. Δεν αναλογούσαν στη γενιά μου (και την ηθική της) οι στρατιές των εγκαταλειμμένων προσφύγων, τα πρεζόνια και τα βαποράκια της Χαλκοκονδύλη, η πορνεία στην Καποδιστρίου και τη Σολωμού (η σημειολογία της ονοματοδοσίας των οδών), οι χιλιάδες άστεγοι, τα συσσίτια της Σοφοκλέους, η διακίνηση στο έρημο Αίθριο της Στοάς του Βιβλίου, η κοπελιά που βάραγε σύριγγα στα σκαλιά του… Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας (με την ηγεσία του ΥΠΠΟ και τους κουστουμαρισμένους να κάνουν «απονομές» και να ανταλλάσσουν χειραψίες)… Δεν μας αναλογεί το εμπόριο ναρκωτικών κι οι άστεγοι που συνωστίζονται στον εναπομείναντα ελεύθερο χώρο της Μασσαλίας, του πεζόδρομου που μετέτρεψαν σε πάρκινγκ οι καθηγητές της διπλανής Νομικής Σχολής.

Παράλληλα, όμως, γράφετε και για την αγάπη σας, τον Ολυμπιακό. Γιατί μετά τη μεταπολίτευση η διανόηση και η αριστερά έκαναν οξεία κριτική για το ποδόσφαιρο;

Στο παρελθόν οι χούντες, της Λατινικής Αμερικής κυρίως, αλλά και η δική μας και της Ισπανίας κι ο Σαλαζάρ, εκμεταλλεύονταν το ποδόσφαιρο (και όχι μόνο) για να καθησυχάζουν και να ελέγχουν τα πλήθη, κατά το γνωστό «άρτος και θεάματα». Η Αριστερά, μακριά νυχτωμένη από την ουσία του πολιτισμού –απόδειξη ότι έχασε την αυθόρμητη (μετά τον Εμφύλιο και στη διάρκεια της 7χρονης δικτατορίας) υποστήριξη καλλιτεχνών και διανοούμενων, χαρίζοντάς τους μεταπολιτευτικά στον ΔΟΛ– εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ανεπίκαιρα ξεπερασμένες ρετσέτες. Αλλά οι πολύφερνες Αγορές, οι εκλεκτοί τους καναλάρχες, οι συνδρομητικές πλατφόρμες και οι εμπλεκόμενοι σε απάτες αξιωματούχοι διεθνών ομοσπονδιών είναι αυτοί που σπέρνουν αγώνες καθημερινά για να θερίζουν πλουσιοπάροχα συμβόλαια τηλεοπτικών μεταδόσεων, κυρίως σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ, καταφέρνοντας τελικά να τα ευτελίσουν όλα. Μέχρι και τη μεσημεριάτικη μαγεία των γηπέδων κατέστρεψαν προς χάριν τηλεοπτικών μεταδόσεων που γίνονται με γνώμονα την τηλεοπτική αγορά και τις ζώνες τηλεθέασης κι όχι τον φίλαθλο. Όλοι αυτοί κόπτονται περί της βίας στα γήπεδα, λες και σε μια παρακμασμένη κοινωνία οι οπαδοί θα είναι κύριοι… Για τη βία να ορίζονται (το καταχείμωνο) οι αγώνες στις 7.30 και στις 10 το βράδυ! Κανείς δεν μιλά. Κυριακή βράδυ θα φύγεις με το παιδί σου στις 10 και στις 12 τα μεσάνυχτα για να γυρίσεις σπίτι σου τα ξημερώματα… Κατά τα άλλα, θέλουν τους οικογενειάρχες στα γήπεδα!

Μου άρεσε η φράση του Αριστείδη Παπάζογλου, ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού: «Μη με ξεχάσετε». Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια γι’ αυτόν;

Ο Αριστείδης (Άρης) Παπάζογλου γεννήθηκε το 1939 στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Φτωχή οικογένεια, με τρία αγόρια – τον μεγαλύτερο, Κώστα Παπάζογλου –επίσης επιθετικός στον Ολυμπιακό–, τον Γιώργο που έπαιζε στον Απόλλωνα και τον μικρότερο Αριστείδη, ένα από τα μεγάλα ταλέντα. Έναντι 2.000 δραχμών βρέθηκε στο εφηβικό του Ολυμπιακού, γρήγορα πήρε θέση στην α’ ομάδα, με την οποία κέρδισε 4 πρωταθλήματα. Σε 150 αγώνες, κύπελλο και πρωτάθλημα, πέτυχε 94 γκολ. Και 3 γκολ στα διεθνή ματς. Και μάλιστα με καρκίνο στο κεφάλι. Από τα 16 του πάλευε με τον καρκίνο. Έφυγε απ’ τη ζωή μόλις 30χρονος (στις 12 Αυγούστου 1969). Ευτύχησα, μαθητής δημοτικού, να τον γνωρίσω στον «ναό» του Καραϊσκάκη. Ήταν τιμή μου που μίλησα για τον Αριστείδη.

Είσαστε ποιητής, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος. Πώς τα συνδυάζετε όλα αυτά;

Δύσκολα, κι ακόμα δυσκολότερα την έκδοση του Μανδραγόρα, που όποιος τον έχει φυλλομετρήσει στα 26 αυτά χρόνια θα καταλαβαίνει πως δεν πρόκειται για ένα απλό περιοδικό… Ευτυχώς, για την ώρα, υπάρχουν πολλοί φίλοι που εμπιστεύονται τα όνειρά μας και στηρίζουν αφιλοκερδώς τις προσπάθειές μας. Εγώ απλώς, έχοντας ως παραδείγματα προς αποφυγήν όλους αυτούς που κάθε χρόνο βγάζουν βιβλία, πολλά από τα οποία είναι βαρετά και ανούσια, προσπαθώ να μιλάω όταν έχω κάτι να πω. Θέλω αυτά που κάνω να ξεχωρίζουν: να διαβάζονται. Να μην τα βλέπεις και να λες: «Αμάν πάλι αυτός ο Κρεμμύδας…» Άλλωστε, τα χιλιάδες πρακτικά του Μανδραγόρα με καταπίνουν. Κι ο ελεύθερος χρόνος να σκεφτώ και να καταλαγιάσουν μέσα μου είναι πάντα ελάχιστος. Αλλά και οι μορφές στην τέχνη είναι αλληλένδετες, δεν υπάρχουν στεγανά κι εγώ δεν έχω αγκυλώσεις να θέλω να το παίξω κάτι, δεν χρησιμοποιώ ποτέ ιδιότητες: δεν εκστομίζεις εύκολα το «ποιητής»… Προτιμώ το αυτονόητο «εκδότης του Μανδραγόρα». Άρα, είμαι ελεύθερος να στρέφομαι σε όποια μορφή γραπτού λόγου αισθάνομαι την ανάγκη κάθε φορά.

Τι ήταν αυτό που έκανε τον Μανδραγόρα να διακριθεί και να αντέξει στον χρόνο;

Η αλήθεια, η εντιμότητα και η σοβαρότητά του. Δεν είναι ένα περιοδικό του συρμού και του καλαθιού: «πάρε κόσμε», «όλα τα σφάζουμε όλα τα μαχαιρώνουμε»… Ο Μανδραγόρας ήρθε για να μείνει και να ξεχωρίσει. Δεν είναι αναλώσιμος. Σε κάθε τεύχος κάνουμε ένα μεταπτυχιακό. Φτύνουμε αίμα. Βασιζόμαστε μόνο στους αναγνώστες, τους φίλους που μας πιστεύουν και μας στηρίζουν. Δεν έχουμε διαφημίσεις. Δεν έχουμε παχυλές χορηγίες. Μόνον εμείς στην ανούσια τελετή των Κρατικών Βραβείων είπαμε τα πράγματα με το όνομά τους. Και εντέλει έως και πιστοποιητικά… ποινικού μητρώου μάς ζητούσαν παραμονές της περασμένης Πρωτοχρονιάς, παζαρεύοντας την τιμή του τεύχους!

Λίγα, ελάχιστα μας έλειπαν, παρότι ουσιαστικά δεν είχαμε τίποτα. Στον πατέρα, σε εκείνους τους ανθρώπους και σ’ εκείνα τα χρόνια οφείλω τις αξίες μου.

Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες ποίηση;

Ελάχιστα. Ποτέ δεν διάβαζαν. Δεν υπάρχει παιδεία. Και το σχολείο δολοφονεί –με ευθύνη και του Υπουργείου– την ποίηση. Άνευροι πολιτικάντηδες ικανοί να βγάζουν κορόνες από βήματος Βουλής: κατά τα άλλα, άχρηστοι όλοι οι υπουργοί Πολιτισμού και Παιδείας. Μετά τον Ευάγγελο Παπανούτσο… φτώχεια.

Πολλοί νέοι γράφουν ποίηση. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι στίχοι τους. Παλιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους ποιητική συλλογή. Σήμερα ανεβάζουν τα ποιήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την ποίηση;

Γράφονται πολλά και με τη νέα τεχνολογία ο καθένας έχει ένα κομπιούτερ και κάνει εκδόσεις: ψηφιακές, φωτοτυπικές, ό,τι θέλει ο καθένας… Αυτά δεν είναι βιβλία. Μεγάλος όγκος άχρηστος. Πολλά αναρτώνται, λιγότερα αξίζουν. Ίσως είναι η μέθοδος (απελευθέρωσης) του Ζορμπάστον Καζαντζάκη που επειδή του άρεσαν τα κεράσια, έφαγε, έφαγε καφάσια… Στούμπωσε… Αηδίασε…. Έκανε εμετό κι από τότε απαλλάχτηκε… Κάποια στιγμή θ’ απαλλαγούμε κι εμείς από το F/B. Χρειάζεται μέτρο κι επίγνωση. Η τυπογραφία είναι τέχνη ιερή. Και ιερότερη η ποίηση. Αρκεί να δούμε λοιπόν τ’ ονοματάκι μας δημοσιευμένο/αναρτημένο; Αρκεί το: «Γράφω… για να ’χω κάτι να διαβάζω», που έλεγε σαρκαστικά κι ο Εγγονόπουλος, νομίζω…

Άρα η έκδοση ενός βιβλίου εξακολουθεί να είναι η ασφαλέστερη οδός;

Ο χρόνος είναι η ασφαλέστερη οδός. Κι ό,τι αξίζει να μείνει, θα μείνει. Ακόμη και στη σημερινή εποχή του λάιφ στάιλ. Πρόσφατα πέθανε ο Λάμπρος Σπυριούνης, από τους σημαντικότερους της γενιάς του ’70. Ήξερε γράμματα, έγραφε ποίηση. Ούτε ένα βιβλίο δεν είχε πουλήσει. Ούτε ένας δεν έγραψε ποτέ τίποτα. Το ίδιο ισχύει με τον Αντρέα Παγουλάτο και το τελευταίο του Πέραμα. Πρωτοπόρος, γλωσσοκεντρικός, κοινωνικά ευαίσθητος, συνειδητά πολιτικός… Κάναμε εκδηλώσεις και διάβαζαν στις βραδιές μας δεκάδες… Ούτε ένας μετά θάνατον δεν ασχολήθηκε… Ούτε ένα βιβλίο του δεν αγόρασαν.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ποίημα;

Το «Προοίμιο Γηρατειών» του Κώστα Κουλουφάκου, (Επιθ. Τέχνης, τχ. 99, Μάρτιος 1963):

Από μέρα σε μέρα
βλέπω τους νέους πιο νέους.
Ανακαλύπτω πως δε μ’ ενοχλεί
να μου δίνουν στο ασανσέρ προτεραιότητα.
Κοιτάω μην έχει στο λεωφορείο θέση ελεύθερη.
Καμιά φορά σχεδιάζω ένα ποδόλουτρο για το βράδυ…
Τα χρόνια με πολιόρκησαν.
Λες, αύριο να κάνω κι όνειρα για σύνταξη;

Ανήσυχος κοιτάζω στον καθρέφτη μου:
Βέβαια!… Το βρίσκω δύσκολο 
να κάθομαι ν’ ακούω τι λεν οι άλλοι.
Ακόμα δυσκολότερο
να παραδέχομαι αυτά που λένε οι άλλοι.
Όλο και πιο πολύ βολεύομαι
μέσα στα ρήγματα που μ’ άνοιξε η πολιορκία.

Άρχισα κιόλας να μην πολυανησυχώ
που δεν είμαι σε θέση πια
να κάνω μια επανάσταση κάθε βδομάδα.

Τι θα συμβουλεύατε τους νέους που γράφουν ποίηση;

Αξιοπρέπεια.