Skip to content

Σε ένα άρθρο του στη γαλλική επιθεώρηση «Le Point», ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, ένας από τους διασημότερους διανοούμενους της Ευρώπης, αναφέρεται σε δύο ανάλογες πανδημίες, που σάρωσαν την υφήλιο τις δεκαετίες του 1950 και 1960 με εκατομμύρια θυμάτων και ανάλογες σκηνές χωρίς, τότε, να επιβληθούν δρακόντεια περιοριστικά μέτρα. Αντιγράφω από τη μετάφραση του άρθρου του στην ιστοσελίδα iefimerida.gr.

«Καλοκαίρι 1968. Ένας άγνωστος ιός σαρώνει την υφήλιο. Ξεκίνησε από την Κίνα για να προκαλέσει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο νεκρούς, εκ των οποίων 50.000 στις ΗΠΑ και τουλάχιστον 30.000 στη Γαλλία. Από τον ιό θα μολυνθεί κι ένας αρχηγός κράτους, ο (Δυτικογερμανός) Βίλι Μπραντ. Ελλείψει μασκών σιδηροδρομικοί υπάλληλοι τραβούν χειρόφρενο. […] Το κακό εξαπλωνόταν τόσο γρήγορα που δεν υπήρχε χρόνος για να απομακρυνθούν τα πτώματα, που συσσωρεύονταν στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Ας είναι ειλικρινείς όσοι είχαν βιώσει αυτήν την πανδημία: Με εξαίρεση τους νοσηλευτές, δεν έχουν κρατήσει καμία ανάμνηση απ’ αυτή. Κι οι ζαλισμένοι με τον κορωνοϊό νεότεροι να σκεφτούν ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στα κανάλια γι’ αυτή την πανδημία, που είχε βαφτιστεί ¨γρίπη του Χονγκ Κόνγκ¨. Κι οι αρχειοθέτες ας το ελέγξουν: ο Τύπος της εποχής μιλούσε επί 18 μήνες γι’ αυτό το θέμα, αλλά χωρίς να θίξει το ενδεχόμενο περιοριστικών μέτρων και χωρίς να φανταστεί κανείς να βάλει τη ζωή στον πάγο.

1957-1958. Άλλη ανάμνηση. Η επιδημία, που εκείνη τη φορά είχε βαπτιστεί ¨ασιατική γρίπη¨, ξεκίνησε από τις επαρχίες Γκουϊζού και Γιουνάν, δηλαδή και πάλι από την Κίνα. Πέρασε από το Ιράν, την Ιταλία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ. Και δεν χρειάστηκε πάνω από έξι μήνες για να κάνει το γύρο του κόσμου. Δύο εκατομμύρια νεκροί συνολικά, ιδιαιτέρως δε διαβητικοί και καρδιοπαθείς. 100.000 στις ΗΠΑ, μεταξύ 25.000 και 100.000 στη Γαλλία. Σκηνές τρόμου σε πενιχρά εξοπλισμένα, ¨γονατισμένα¨ νοσοκομεία. Όμως, παρά τη φρίκη, παρά το πένθος, παρά τη συζήτηση στο Συμβούλιο του Παρισιού, όπου σχεδίαζαν, χωρίς τελικά να καταλήξουν, στο κλείσιμο ορισμένων σχολείων, δεν ελήφθησαν ούτε τότε περιοριστικά μέτρα. Το θέμα απασχολούσε τις εφημερίδες, χωρίς να επισκιάζει όμως τον πόλεμο της Αλγερίας, ούτε την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης ούτε την επιστροφή του Ντε Γκολ στην εξουσία. Και ένα πολύ περίεργο φαινόμενο μ’ αυτή την πανδημία ήταν ότι και αυτή διαγράφηκε από τη μνήμη μας.»

Ο διάσημος φιλόσοφος υποστηρίζει ότι σήμερα αυτό που διαφοροποιεί την κατάσταση είναι η κυριαρχία του θεάματος και της εικόνας που καθιστούν τα γεγονότα πολύ δραματικότερα απ’ όσο θα ήταν αν τα μαθαίναμε μόνο από τις εφημερίδες. Καταλήγει, τέλος, σε δύο συμπεράσματα: «Το πρώτο είναι ότι ο πλανήτης έχει προοδεύσει. Θεωρεί ανυπόφορες τις εκατόμβες θυμάτων, που εμφανίστηκαν χθες στη φυσική τάξη πραγμάτων. Η ανησυχία για τη Δημόσια Υγεία έχει γίνει κυρίαρχη αποστολή για τα κράτη στον ίδιο βαθμό με την ασφάλεια ή τα ζητήματα ειρήνης και πολέμου μεταξύ εθνών».[…] «Και το έτερο συμπέρασμα είναι – κι αυτή η παρατήρηση είναι λιγότερο ευχάριστη – ότι υπάρχει κάποια υπεραντίδραση και πανικός στη στάση μας σήμερα.» Ο Λεβί κλείνει το άρθρο του καλώντας τους αναγνώστες να αντισταθούν στον πειρασμό του πανικού και τον φέηκ νιούζ (παραπλανητικές ειδήσεις) και να προτάσσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής, χωρίς να συναινούν στην παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της ελευθερίας.

Θα τολμήσω να προσθέσω ότι, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που αναφέρει ο Λεβί, στην εποχή μας υπάρχει μία ακόμη παράμετρος που δικαιολογεί (αν δεν τον δημιουργεί η ίδια) τον πανικό που επικρατεί σχετικά με τις επιπτώσεις του κορωνοϊού στην παγκόσμια υγεία. Η παράμετρος αυτή δεν είναι άλλη από την παγκοσμιοποίηση. Όπως αναφέρεται στα λεξικά, παγκοσμιοποίηση είναι η αυτονόμηση όλων εκείνων των παραμέτρων (οικονομίαεπικοινωνία κλπ) οι οποίες μέχρι πριν λίγες δεκαετίες (άρα και την εποχή του ’50 και του ’60) επεδίωκαν να έχουν σύνορα μέσα σε ένα κράτος – προστάτη. Παράμετροι που τείνουν να ελευθερώνονται και να διαχέονται, ακολουθώντας την παγκοσμιοποίηση, είναι το εμπόριο, η κοινωνική δομή, η τεχνολογία, η κουλτούρα, το πολιτικό σύστημα, η γνώση κλπ. Η παγκοσμιοποίηση είναι η παγκόσμια διαδικασία ομογενοποίησης τιμών, προϊόντων, απολαβών, τόκων, και κερδών. Η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης έγκειται σε τρεις παράγοντες: στον ρόλο της μετανάστευσης ανθρώπων, στο διεθνές εμπόριο, και στις γρήγορες μετακινήσεις κεφαλαίων και την ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Χάρη στην εξέλιξη των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών οι άνθρωποι σήμερα επικοινωνούν και ταξιδεύουν πολύ περισσότερο από πριν. Αυτό σημαίνει και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση, αλλά και (οπωσδήποτε) μεγαλύτερους κινδύνους, εφόσον δεν είναι εύκολο σε κανέναν να κλείσει τα σύνορα ή να περιοριστεί σε μία εντελώς αυτάρκη οικονομία. Η παγκοσμιοποίηση (όπως έχει αποδείξει η πρόσφατη εμπειρία μας) μπορεί να συμβάλει στη μετάδοση λοιμωδών νόσων (εφόσον πολλοί περισσότεροι άνθρωποι μετακινούνται πολύ περισσότερο σε πολύ περισσότερες μεριές του πλανήτη), αλλά καθιστά και τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες άμεσα εξαρτώμενες από τις ισχυρότερες. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δε μπορεί να αλλάξει αμέσως.

Αυτό που μπορεί να αλλάξει, όμως, και που θα πρέπει να μεταβληθεί γρήγορα (κάτι που δε φαίνεται να συμβαίνει, αν κρίνουμε από τις συνεδριάσεις του Γιούρογκρουπ) είναι η πρωτοκαθεδρία της οικονομίας στις πολιτικές αποφάσεις. Ευρωπαίοι και παγκόσμιοι πολιτικοί έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ώστε να καταστήσουν τον άνθρωπο υπηρέτη της οικονομίας (άρα και των μεγάλων εταιρειών και των μάνατζέρ τους) ενώ θα έπρεπε να επιζητούν τρόπους ώστε η οικονομία να τεθεί στην υπηρεσία των ανθρώπων. Μακάρι η πανδημία του κορωνοϊού να αποτελέσει την αφορμή για επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων σε αυτό το επίπεδο. Παρόλο που δεν έχουμε βάσιμους λόγους να περιμένουμε κάτι τέτοιο, δεν θα πρέπει να πάψουμε να το διεκδικούμε.