Κομματισμός και υπερκομματικότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση

Καθώς πλησιάζουμε στο 2019, έτος κατά το οποίο θα διεξαχθούν οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, όλο και περισσότερος λόγος γίνεται για τις υποψηφιότητες που θα προκύψουν, καθώς και το «χρίσμα» που ζητούν ή δεν ζητούν οι εκάστοτε υποψήφιοι από τα διάφορα πολιτικά κόμματα. Τίθεται έτσι ένας προβληματισμός σχετικά με το κατά πόσον θα έπρεπε ή όχι τα πολιτικά κόμματα να εμπλέκονται άμεσα και ενεργά στην τοπική αυτοδιοίκηση. Για να μπορέσουμε, όμως, να διερευνήσουμε σοβαρά τον προβληματισμό αυτό, θα πρέπει να δούμε λίγο πιο ειδικά τι ακριβώς είναι τα κόμματα, και ποια θέση κατέχουν στην πολιτική ζωή της χώρας μας.

Με την έννοια πολιτικό κόμμα μπορούμε να ορίσουμε κάθε συλλογικότητα η οποία σε μια αντιπροσωπευόμενη δημοκρατία οργανώνει τους πολίτες και επιδιώκει να συμμετάσχει στην εκλογή αντιπροσώπων στο κοινοβούλιο προτείνοντας ένα συγκροτημένο πλαίσιο προτάσεων ή εκφράζοντας ιδεολογικές προτιμήσεις με αναφορά στο γενικό καλό. Με βάση τον πολιτικό χαρακτήρα των προγραμμάτων τους τα πολιτικά κόμματα διακρίνονται σε συντηρητικά, φιλελεύθερα, προοδευτικά, ριζοσπαστικά, σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά, ή επί συγκεκριμένου χώρου π.χ. εργατικά, θρησκευτικά, οικολόγων κ.λπ. Επίσης ως προς την υφιστάμενη Κυβέρνηση διακρίνονται σε φιλοκυβερνητικά ή συμπολιτευόμενα και σε αντιπολιτευόμενα. Πιο ακριβής ορισμός της έννοιας του κόμματος δεν μπορεί να υπάρξει, μιας και αρκετοί κοινωνιολόγοι, συνταγματολόγοι και άλλοι πολιτικοί ερευνητές που εξετάζουν το θέμα από διαφορετικές απόψεις αδυνατούν να δώσουν έναν κοινό ορισμό για όλες τις μορφές ύπαρξης ενός πολιτικού κόμματος.

Παλιότερα, και ειδικά στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, υπήρξαν και κόμματα που ονομάζονταν από τους αντιπάλους τους «Γαλλικό», «Ρώσικο» και «Αγγλικό» διότι τα πολιτικά τους προγράμματα και οι αντίστοιχες θέσεις τους αποτελούσαν επί της ουσίας αντιγραφή των πολιτικών προγραμμάτων της αντίστοιχης χώρας. Αργότερα άλλαξαν ονομασία, αλλά και πάλι ετεροκαθορίζονταν με βάση το όνομα του αρχηγού τους. Έτσι το «τρικουπικό» κόμμα μετεξελίχθηκε σε «θεοτοκικό», το «δηλιγιαννικό» σε «ραλλικό» κ.ο.κ. Ήταν περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα που η αντίληψη των πολιτών για τα κόμματα άλλαξε. Εκείνη την περίοδο οι εκλογείς συνήθιζαν να ψηφίζουν πολιτικούς με επιρροή, μόνο εφόσον είχαν δηλώσει με σαφήνεια την κομματική τους τοποθέτηση. Ακόμα και η εκλογή ανεξάρτητων τοπικών προσωπικοτήτων άρχισε να περιορίζεται. Το 1879 π.χ. υπήρχαν στις εκλογές 24 τοπικά ψηφοδέλτια, ενώ το 1885 μόνο 4. Έτσι παρουσιαζόταν και το φαινόμενο να περιλαμβάνονται σε κομματικά ψηφοδέλτια ανεξάρτητοι υποψήφιοι, για να έχουν πιθανότητες επιτυχίας στις εκλογές. Δηλαδή ο ρόλος των κομμάτων ενισχύθηκε, απέκτησαν κύρος στη δημόσια ζωή.

Το γεγονός ότι τα κόμματα απέκτησαν αυτό το κύρος, επομένως μπορούσαν να έχουν περισσότερο αυξημένη επιρροή στην προτίμηση των ψηφοφόρων σε κάποιον υποψήφιο, οδήγησε, από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα, σε κομματικοποίηση και των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι κυβερνήσεις επαίρονταν για την επιδοκιμασία που έλεγαν ότι έβρισκε η πολιτική τους όταν εκλεγόταν δήμαρχος Αθηναίων ο υποψήφιος που προερχόταν από το κυβερνητικό κόμμα, ενώ σε πλείστες άλλες περιπτώσεις η εκλογή αντικυβερνητικού υποψηφίου ερμηνευόταν ως αποδοκιμασία των πολιτών προς την κυβερνητική πολιτική. Αυτό, βεβαίως, δεν ισχύει εκ των προτέρων και εξ ολοκλήρου, δεδομένου ότι στις τοπικές εκλογές πρυτανεύουν και πολύ συχνά κυριαρχούν όχι μόνο αμιγώς πολιτικά, αλλά και τοπικά κριτήρια. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1993, οι δήμοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (οι δύο μεγαλύτεροι της χώρας με περίπου το 50% του πληθυσμού της) εξέλεξαν δήμαρχο που είχε την υποστήριξη της ΝΔ που ήταν στην αντιπολίτευση. Αυτό δεν εμπόδισε το ΠΑΣΟΚ να κερδίσει τις εκλογές του 1996, τις οποίες ακολούθησε νέα νίκη των αντιπολιτευόμενων δημάρχων σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά, το 1998, για να ακολουθήσει νέα νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2000.

Απ’ όλα τα παραπάνω θα πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι καλά είναι τα πολιτικά κριτήρια, αλλά έχουν κυρίαρχη βαρύτητα στις εκλογές για το εθνικό κοινοβούλιο. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές (και κυρίως στις δημοτικές) θα πρέπει να πρυτανεύουν όχι μόνο τα πολιτικά κριτήρια, αλλά και η προσωπικότητα κάθε υποψηφίου, οι θέσεις του για το μέλλον του δήμου, οι στρατηγικές που έχει ακολουθήσει ή είναι διατεθειμένος να εφαρμόσει, οι συνεργάτες που επιλέγει, η συμπεριφορά προς τους δημότες, το κοινωνικό πρόσωπο και η σχετική πολιτική, το όραμα για τον τόπο. Αν, για παράδειγμα, ένας δήμαρχος (μαζί με τη δημοτική του ομάδα) έχει προσφέρει κοινωνικό έργο, χωρίς να έχει αυξήσει τα δημοτικά τέλη, αν έχει καταφέρει να λύσει κάποια από τα χρονίζοντα προβλήματα της πόλης του, αν μπορεί και δείχνει ευελιξία ως προς τη σχέση του με την εκάστοτε κυβέρνηση, αν έρχεται σε διάλογο με τους πολίτες και δεν κωφεύει στις απόψεις τους, αν προχωρά σε πρωτοβουλίες που ανοίγουν προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης (τουριστικές, πολιτιστικές κ.λπ.), τότε μπορεί να χαρακτηριστεί επιτυχής ή έστω πολύ ικανός και θα πρέπει να κριθεί στη βάση αυτών που έχει προσφέρει και όχι αποκλειστικά και μόνο στη βάση της κομματικής του προέλευσης, ειδικά αν η πολιτική του στο δήμο του δεν χαρακτηρίζεται από κομματικές αγκυλώσεις.

Οι κομματικές περιχαρακώσεις έχουν κατά καιρούς κοστίσει στη χώρα, μέσα από την κυριαρχία των κομμάτων στην στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, αλλά και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Θα πρέπει, στους καιρούς που ζούμε, να αναζητήσουμε κάτι διαφορετικό. Ας το έχουν υπόψη τους οι αρμόδιοι για τις υποψηφιότητες στις μέρες που έρχονται!