Skip to content

Η 15η Μαρτίου έχει χαρακτηριστεί ως ημέρα αφιερωμένη στους απανταχού καταναλωτές. Στις 15 Μαρτίου 1962, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζων Κέννεντυ, ασχολήθηκε με το ζήτημα των δικαιωμάτων των καταναλωτών δίνοντας ένα ειδικό μήνυμα στο αμερικανικό Κογκρέσο. Με την κίνηση αυτή, ο Κέννεντυ καθιερώθηκε ως ο πρώτος παγκόσμιος ηγέτης που τόνισε τη σημασία αυτού του ζητήματος.
Το 1985, τα Ηνωμένα Έθνη αναγνωρίζοντας την ανάγκη για προστασία και ενδυνάμωση των αγοραστών, υιοθέτησαν κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία, τους μηχανισμούς επανόρθωσης και τους θεσμούς για την καθιέρωση των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Παράλληλα, έθεσαν τις απαραίτητες αρχές ώστε τα κράτη μέλη να συνεργαστούν και να επιβάλουν αυτά τα δικαιώματα. Έκτοτε, γιορτάζεται παγκοσμίως στις 15 Μαρτίου κάθε χρόνο. Κάθε καταναλωτής πρέπει να συνειδητοποιήσει τα δικαιώματα και τις ανάγκες του για να γνωρίζει πότε εξαπατάται ή ξεγελιέται και το πιο σημαντικό, πότε μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις για οποιαδήποτε αγορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας.

Η μέρα των καταναλωτών μπορεί να μας θυμίσει ότι καταναλωτής δεν είναι αυτός που υπερκαταναλώνει αλόγιστα, αλλά αυτός που σταθμίζει τις αγορές του, οριοθετεί τις ανάγκες του και καταναλώνει όσα του επιτρέπει η τσέπη και η λογική του. Σωστός καταναλωτής δε, είναι αυτός που προτιμάει να στηρίξει προϊόντα και καταστήματα τα οποία αργότερα θα στηρίξουν τον ίδιο, μέσα από την τοπική οικονομία. Σύμφωνα με το Κυπριακό υπουργείο ενέργειας εμπορίου και βιομηχανίας, «οι καταναλωτές, σύμφωνα με τον Τζον Κέννεντυ, αποτελούν ίσως τη μεγαλύτερη οικονομική μονάδα η οποία επηρεάζει, αλλά και επηρεάζεται σχεδόν από κάθε δημόσια ή ιδιωτική οικονομική απόφαση. O ρόλος συνεπώς του καταναλωτή στην ελεύθερη οικονομία είναι καθοριστικός. Ο κάθε καταναλωτής, μπορεί να επηρεάσει τις τιμές, την ποιότητα, τους όρους και το περιβάλλον αγοράς, κάθε φορά που επιλέγει ένα προϊόν ή υπηρεσία αντί για ένα άλλο. Η επιλογή για ένα συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία, είναι ψήφος προς αυτό το προϊόν ή πωλητή, αντί των ανταγωνιστών του. Η συλλογική δε συμπεριφορά των καταναλωτών καθορίζει ποια προϊόντα θα παραμείνουν στην αγορά και διαμορφώνει τις συνθήκες της αγοράς (απαιτήσεις των καταναλωτών). Κατά συνέπεια, τα ηνία της ελεύθερης αγοράς βρίσκονται στα χέρια του καταναλωτή, ο οποίος έχει υποχρέωση να καταναλώνει με σύνεση, να ξέρει να επιλέγει και να ξέρει να απορρίπτει».

Δυστυχώς, τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας, ακόμα και μέσα στον πυρήνα της κρίσης, δείχνουν ότι ο μέσος Έλληνας δεν επιθυμεί να συμπεριφέρεται ως σωστός καταναλωτής, αλλά μάλλον έχει παρασυρθεί ακατάβλητα και χωρίς ελπίδα ανάσχεσης από τη μανία της υπερκατανάλωσης, γινόμενος έτσι υποχείριο του καταναλωτισμού αλλά και των πολιτικών δυνάμεων που επιχειρούν, μέσα από την υπερκατανάλωση, να χειραγωγούν τους πολίτες και να ελέγχουν τους πολιτικούς. Δεν εξηγείται αλλιώς το πόσο οι Έλληνες συνεχίζουμε να εξαρτιόμαστε από τις εισαγωγές προϊόντων, ακόμα και σε τομείς όπως τα αγροτικά είδη, τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή τα ρούχα και τα υφάσματα. Κανονικά θα έπρεπε, μέσα στην κρίση, να κάνουμε λίγο κράτει σε τομείς όπου μπορούμε τεχνικά να έχουμε παραγωγή, όπως προαναφέρθηκαν, αλλά αποδεικνύεται ότι ο υπερκαταναλωτισμός είναι πολύ βαθύς για να εκριζωθεί άμεσα. Στον τομέα αυτό, φαίνεται κάτι να διαφοροποιείται μετά την πανδημία, αν και όχι τόσο ως προς την ουσία (την τάση για υπερκαταναλωτισμό δηλαδή), όσο ως προς τον τρόπο της υπερκατανάλωσης (το πώς, από πού και τι αγοράζουμε).

Σύμφωνα με μια έρευνα της εταιρείας Έρνστ και Γιανγκ Ελλάς (που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της), «οι Έλληνες καταναλωτές ανησυχούν, πάνω απ’ όλα, για τον αντίκτυπο της πανδημίας στην οικονομία. Για τον λόγο αυτόν, τείνουν να ξοδεύουν σήμερα λιγότερο, να αγοράζουν μόνο τα απαραίτητα και να αποταμιεύουν περισσότερο, ενώ η τιμή των προϊόντων και υπηρεσιών έχει γίνει μακράν το σημαντικότερο κριτήριο αγοράς. Η τάση αυτή δε φαίνεται να αλλάζει τα επόμενα τρία χρόνια. Η τιμή θα παραμείνει, με διαφορά, το σημαντικότερο κριτήριο για τις αγορές. Για την πλειοψηφία των προϊόντων, οι Έλληνες θα συνεχίσουν να ξοδεύουν τα ίδια με την περίοδο της πανδημίας, ενώ όπου οι δαπάνες θα αλλάξουν, κατά κανόνα θα μειωθούν». Στην ίδια έρευνα φαίνεται ότι «αρκετοί καταναλωτές δηλώνουν ότι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερο για προϊόντα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ανάμεσα σε αυτά, είναι τα προϊόντα που παράγονται στην Ελλάδα, προϊόντα υψηλής ποιότητας και προϊόντα που υπόσχονται άνεση, πρακτικότητα, ευκολία».

Είναι προφανές, από την μελέτη των παραπάνω στοιχείων, ότι η Ελλάδα οφείλει ν’ αλλάξει στρατηγική. Η απουσία ουσιαστικής παραγωγής μετατρέπει την ελληνική αγορά σε μεταπωλητή βάζοντας σε κίνδυνο την οικονομία. Η έλλειψη αναπτυξιακής πολιτικής με ταυτόχρονη επιβολή εισπρακτικών μέτρων που στραγγαλίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις οδηγούν σε αδιέξοδο και σε επιδοματικές πολιτικές ή διάθεση προϊόντων με δελτία (τα κάθε είδους πας, μάρκετ, φιουλ κ.λπ). Η ανοικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος είναι προϋπόθεση, ώστε οι εσωτερικοί πελάτες της χώρας μας να είναι διατεθειμένοι να συνεισφέρουν. Σε συνδυασμό με στοιχεία όπως η δικαιοσύνη και η συνέπεια θα ενδυναμώσουν την αξιοπιστία του κράτους. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει και οι κυβερνώντες, νυν, προηγούμενοι και επόμενοι, μ’ άλλα λόγια οι πολιτικοί μας να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας όχι με λόγια, αλλά με πράξης ευθύνης και υπευθυνότητας, με λόγια καθαρά, ξάστερα και ειλικρινή.

Αλλά κάτι τέτοιο, μάλλον μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός μέσα στο καταχείμωνο!!