Η τριήμερη μάχη

Η παρέα ετοιμαζόταν να σκορπίσει, όταν εντελώς απροειδοποί-ητα έσκασε η βόμβα.
– Τελευταία φορά που σας ανέχτηκα! Δεν πρόκειται να το ξανα-περάσω αυτό! Θα το σκεφτώ πολύ να ξαναμπώ στην παρέα σας!
Ήταν η Ανδρομάχη που μίλησε. Το βλέμμα της πετούσε φωτιές. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Φάνταζε ηφαίστειο που γύρευε να εκραγεί. Η παρέα σάστισε. Στράφηκαν όλοι ξαφνιασμένοι. Τα χαμόγελα πάγωσαν, οι χαιρετούρες κόπηκαν απότομα. Τί σήμαινε τώρα αυτό;
Είχαν περάσει ένα τόσο όμορφο απόγευμα! Μεγάλη Πέμπτη σή-μερα και η παρέα, που απ’ την Αθήνα βρέθηκε στο γραφικό χωριό για το Πάσχα, είπαν να χαλαρώσουν για λίγο. Ο καιρός ήταν γλυκός. Περιπλανήθηκαν στην ανθισμένη ύπαιθρο, έτρεξαν στο πολύβουο δάσος, χάρηκαν την εαρινή συναυλία των πουλιών. Το δωρικό σφύ-ριγμα του κότσυφα, το πέταγμα των τσαλαπετεινών με τα πολύχρωμα φτερά και τα παράξενα λοφία, οι στριγκλιές της κίσσας, οι εύθυμοι μελισσουργοί, η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, έφεραν στις ψυχές τους ευ-φορία.
Στη συνέχεια περπάτησαν στα ερειπωμένα δρομάκια του μικρού αρχαιολογικού χώρου, κάθισαν στους σπασμένους κίονες, κουβέ-ντιασαν χαρούμενα. Ήταν όλοι τους μάχιμοι των γραμμάτων, ανή-συχα πνεύματα, αναζητητές. Ο Φίλιππος απάγγειλε Αισχύλο, για τον θεό που θα γεννούσε η Ιώ και θα ερχόταν να λυτρώσει τον δεσμώτη Προμηθέα απ’ το σκληρό του μαρτύριο. Η Φύλλις που διέθετε, κατά κοινή ομολογία, την καλύτερη φωνή, τραγούδησε απαλά μια παλιά αθηναϊκή καντάδα και ένα ξενικό τραγούδι της Belle Époque. Όλοι τη χειροκρότησαν. Σε κάποια στιγμή η Φύλλις είχε την ατυχή έμπνευση να στραφεί στην Ανδρομάχη.
– Δεν θα μας πεις κι εσύ κάτι, Ανδρομάχη; Δεν μας απαγγέλλεις τον αποχαιρετισμό Έκτορα και Ανδρομάχης;
Η Ανδρομάχη δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Δεν ήταν το δυ-νατό της χαρτί ο Όμηρος. Δυσκολεύτηκε και δεν έκρυψε τη δυσφορία της.
– Δεν μου αρέσουν οι απαγγελίες! απάντησε ψυχρά διαπερνώ-ντας τη Φύλλιδα με σκοτεινό βλέμμα.
Η Φύλλις ένοιωσε αμήχανα.
– Κίμωνα, η σειρά σου! Πες μας κάτι δικό σου! φώναξαν τότε όλοι μαζί, γνωρίζοντας την ιδιαίτερη κλίση του στην ποίηση.
Μα αντί να απαγγείλει ποίηση ο Κίμωνας, έβγαλε ένα βιβλιαράκι τσέπης, κάθισε στο ψηλότερο λιθάρι και τους διάβασε την ιστορία μιας τριήμερης μάχης από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο, που δεν την είχε ξανακούσει κανένας τους.
«…ο στρατηγός έλειπε στα μετόπισθεν. Οι στρατιώτες είχαν ε-γκαταλείψει προσωρινά τις θέσεις και τα όπλα τους. Σκορπισμένοι εδώ και ‘κει χαίρονταν την όμορφη λιακάδα. Οι μάχες είχαν σταμα-τήσει εδώ και μέρες. Το μέτωπο είχε ηρεμήσει. Καμμιά κίνηση στην αντίπαλη γραμμή δεν ενέπνεε ανησυχία. Τίποτε δεν πρόδιδε το πα-ραμικρό. Κανένας δεν περίμενε επίθεση. Στις προφυλακές του εχθρού φαίνονταν να ασχολούνται όλοι με το ίδιο πράγμα. Σκορπισμένοι και ξαπλωμένοι σε παρέες απολάμβαναν κι αυτοί τη ζεστασιά του ήλιου, που τόσο τους έλειψε τις κρύες μέρες του χειμώνα.
Έτσι, κανένας δεν αντιλήφθηκε πως όλο αυτό δεν ήταν, παρά ένα καλοστημένο καμουφλάζ. Για να κρατήσει αθέατη τη μυστική προπαρασκευή στα εχθρικά μετόπισθεν. Και όταν οι ενισχύσεις του εχθρού κατάφεραν να προωθηθούν αθόρυβα ως τη γραμμή του με-τώπου, πάνω στο ζενίθ της ανεμελιάς, ξέσπασε απροσδόκητα η σα-ρωτική επίθεση. Ένας κεραυνοβόλος καταιγισμός πυρών μεταμόρ-φωσε ακαριαία σε κόλαση την ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα.
Οι στρατιώτες καταλήφθηκαν εξ απροόπτου. Όρμησαν ξαφνια-σμένοι να ξαναπιάσουν τα όπλα τους και να καλυφθούν, μα τα φονικά εχθρικά πυρά τούς θέριζαν. Το πεδίο της μάχης στρώθηκε με τραυματίες και νεκρούς. Η πίεση που δέχονταν ήταν φοβερή. Προ-σπάθησαν να αμυνθούν, μα η έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους δεν επέτρεπε καμμιά σοβαρή προσπάθεια αντίστασης. Η κεραυνοβόλα επίθεση τούς τσάκισε. Επικράτησε χάος και πανικός. Οι γραμμές τους διασπάστηκαν γρήγορα. Ηττήθηκαν κατά κράτος. Μέσα στο πανδαι-μόνιο της άτακτης υποχώρησης εγκαταλείφθηκαν στο πεδίο της μά-χης ο βαρύς οπλισμός και τα μηχανοκίνητα μέσα τους με όλα τα ε-φόδια.
Ακέφαλοι ουσιαστικά και σε φοβερή σύγχυση κινήθηκαν σπα-σμωδικά προς τη δεύτερη γραμμή άμυνας. Η αποδιοργάνωση ήταν ολοκληρωτική. Όλη τη νύχτα με αμέτρητες δυσκολίες, έχοντας χάσει όλα της τα οχήματα, η διαλυμένη στρατιά οπισθοχωρούσε κακήν κα-κώς. Έφτασαν σε άθλια κατάσταση και παρά την ανείπωτη κούραση, βάλθηκαν να οργανώσουν πρόχειρα την άμυνά τους. Οι εξουθενω-μένοι μαχητές προσπάθησαν με το δάχτυλο στη σκανδάλη να κλέ-ψουν λίγες στιγμές πολύτιμου ύπνου. Το ηθικό τους ήταν καταρρα-κωμένο.
Ο στρατηγός επέστρεψε εσπευσμένα, μα ο έλεγχος είχε χαθεί. Με απανωτά επίμονα σήματα προς το γενικό επιτελείο του ζήτησε άμεσες ενισχύσεις. Μα όλα ήθελαν τον χρόνο τους και αυτός δεν διέθετε καθόλου. Η ταραχή και η σύγχυσή του είχαν φτάσει στο ζενίθ. Έτρεχε αλλόφρων απ’ το ένα άκρο στο άλλο, προσπαθώντας να περισώσει ό,τι ήταν δυνατόν. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, μα δεν είχε αυτα-πάτες. Έβλεπε πως ήταν τρέλλα να αντιμετωπίσει μια νέα επίθεση με τα υποτυπώδη μέσα που διέθετε, αλλά και μια δεύτερη υπό πίεση υποχώρηση θα σήμαινε την ολοσχερή τους διάλυση. Ζήτησε από τους μαχητές του να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Όλοι τους ήταν σε κακή κατάσταση, μα ήταν αποφασισμένοι.
Τουλάχιστον δεν αιφνιδιάστηκαν ξανά. Περίμεναν άγρυπνοι τον εχθρό τους, που με το ξημέρωμα εφόρμησε πάλι ακάθεκτος. Η επίθεση ήταν όντως λυσσαλέα. Οι αμυνόμενοι πολέμησαν ηρωικά, αλλά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν εντελώς τη διάσπαση και το χάος στις γραμμές τους. Ο στρατηγός, παρακολουθώντας με αγωνία την κάθε εξέλιξη, έσπευδε να ρίξει στα αδύνατα σημεία ενισχύσεις, αποσπώντας τες προσωρινά από αλλού. Το θετικό ήταν πως δεν υποχώρησαν. Η γραμμή, παρά την πίεση, δεν έσπασε στο σύνολό της. Αν και με πενιχρά μέσα, οι σκληροί μαχητές κράτησαν. Παρά το σφυροκόπημα, έμειναν αγκιστρωμένοι πεισματικά με νύχια και με δόντια στις θέσεις τους. Άντεξαν. Δεν νικήθηκαν αυτή τη φορά.
Με τη νύχτα η μάχη σταμάτησε. Ήξεραν όμως πως δεν μπορού-σαν να κρατηθούν περισσότερο εκεί με τίποτε. Έτσι το βράδυ, με την κάλυψη του σκοταδιού, ξεγλίστρησαν συντεταγμένα και αθόρυβα. Υποχώρησαν στην τρίτη γραμμή άμυνας, όπου είχαν αρχίσει επιτέ-λους να καταφτάνουν οι πολυπόθητες ενισχύσεις. Πιο ψύχραιμος τώρα ο στρατηγός κατέστρωσε συγκροτημένο σχέδιο μάχης. Οχυ-ρώθηκαν. Οι ξεκούραστες εφεδρείες αναπλήρωσαν τα κενά τους. Στήθηκαν τα βαριά πυροβόλα σε καίριες θέσεις καμουφλαρισμένα. Σε επιλεγμένα σημεία στις πλαγιές οργανώθηκαν πολυβολεία κρυμμένα ανάμεσα σε βράχια, πίσω από κορμούς δέντρων, από αναχώματα, από οτιδήποτε μπορούσε να παράσχει κάλυψη. Μια βαρειά πυροβο-λαρχία έφτασε την τελευταία στιγμή και στήριξε τα νώτα τους, ενώ μια ελαφρά επιλαρχία αρμάτων πρόλαβε να πάρει θέσεις μάχης, μοι-ράζοντας τις ίλες της στα δυο ακάλυπτα πλευρά, για να αποτραπεί πλαγιοκόπηση των αμυνομένων. Όλα μπήκαν τελικά στη θέση τους. Όλοι αισθάνθηκαν πανέτοιμοι.
Ο εχθρός επιτέθηκε ξανά με αλαζονεία και σφοδρότητα, μα είχε χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Οι κινήσεις του ήταν πλέον προβλέψιμες και αναμενόμενες. Το αμυνόμενο στράτευμα δεν πιά-στηκε ξανά στον ύπνο. Η γραμμή της άμυνας, αληθινός κυματοθραύ-στης πια, δεν έσπασε πουθενά. Η ορμή του εχθρού αναχαιτίσθηκε. Οι αμυνόμενοι άντεξαν γερά στις αλλεπάλληλες εφορμήσεις. Όχι μόνο κρατήθηκε η αμυντική περίμετρος ανέπαφη εντελώς, μα και οργα-νώθηκε στη δεδομένη στιγμή και εξαπολύθηκε με απόλυτο συντονι-σμό ολομέτωπη σθεναρή αντεπίθεση.
Τα τεθωρακισμένα όρμησαν πρώτα μπροστά σε στενό σχηματι-σμό και εισχώρησαν σαν σφήνα στο κέντρο της εχθρικής παράταξης. Το πεζικό εφόρμησε πίσω τους ακαριαία για να εκμεταλλευτεί το ρήγμα. Με εύστοχα πυρά το πυροβολικό σφυροκοπούσε τις εχθρικές θέσεις. Καταπονημένος και εξαντλημένος ο εχθρός αναδιπλώθηκε. Προσπάθησε να υποχωρήσει συντεταγμένα, μα δεν τα κατάφερε. Οι αμυνόμενοι πέρασαν με ορμή στην αντεπίθεση, σπέρνοντας το χάος στα αποδεκατισμένα και αποδιοργανωμένα τμήματά του και μετα-τρέποντας σε άτακτη φυγή την υποχώρησή του. Ο εχθρός απωθήθηκε οριστικά.
Η νικηφόρα στρατιά προχώρησε εκκαθαρίζοντας προσεκτικά κάθε μεμονωμένη εστία αντίστασης. Δεν χρειάστηκε πολύ να ανα-κτήσει το χαμένο της έδαφος. Σε λίγο ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της κατάστασης. Ο στρατηγός είχε πάρει στα χέρια του τον πλήρη έλεγχο. Οργάνωσε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τα πάντα. Αναγνωριστικές πτήσεις και περίπολοι χτένιζαν στο εξής αδιάκοπα κάθε επικίνδυνη περιοχή. Μα δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για το βαρύτατο πάθημά του, να βρεθεί απροετοίμαστος την κρίσιμη στιγμή. Το τίμημα της τριήμερης μάχης σε νεκρούς και τραυματίες ήταν πολύ μεγάλο. Βάραινε ιδιαίτερα τη συνείδησή του. Θεωρούσε υπαίτιο τον εαυτό του. Δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ορκίστηκε στους νεκρούς μαχητές του να μην ξανασυμβεί αυτό ποτέ. Να είναι πάντα στο εξής έτοιμος…».
Η παρέα άκουγε χωρίς ανάσα. Ο Κίμωνας έκλεισε το βιβλίο και το ξανάχωσε στην τσέπη του. Για λίγο έμειναν όλοι σιωπηλοί.
– Εντυπωσιακό! μίλησε κάποιος σπάζοντας τη σιωπή. Φοβερό πράγμα ο πόλεμος!
– Κίμων, μας χάλασες τη διάθεση! είπε αστειευόμενο ένα κορίτσι. Πώς τη βρίσκετε όμως με κάτι τέτοια εσείς τα αγόρια! Είναι στο DNA σας ο πόλεμος.
– Ας μην κλείσουμε την όμορφη μέρα μας με μελαγχολικές σκέ-ψεις. Φύλλις, φτιάξε μας τη διάθεση με την ωραία σου φωνή! πρότεινε ένας τρίτος.
Η Φύλλις δεν είχε και πολλή όρεξη, μα η παρέα επέμεινε. Την α-νέβασαν μάλιστα στην ψηλή πέτρα που καθόταν ο Κίμωνας πριν και μαζεύτηκαν όλοι τριγύρω της. Άρχισε σιγά-σιγά και όλοι τη σιγοντά-ρισαν, άλλος στα πρίμα κι άλλος στη δεύτερη φωνή. Έτσι κανένας δεν πρόσεξε πως η Ανδρομάχη είχε καθίσει παράμερα έχοντας στραμμένο το πρόσωπό της αλλού. Τραγούδησαν, διασκέδασαν, αστειεύτηκαν, η Φύλλις τούς ενθουσίασε ξανά με τη σπάνια φωνή της. Στο τέλος τη σήκωσαν με γέλια και φωνές ψηλά και την κατέβασαν από το θρόνο της. Η ώρα έφτανε στο λιόγερμα, ήταν καιρός να επιστρέψουν. Οι καμπάνες δεν θα αργούσαν και πολύ για να σημάνουν. Τα βράδια του Μεγαλοβδόμαδου ήταν για όλους ξεχωριστά και όμορφα!
Πάνω λοιπόν που πήραν να σκορπίσουν για τα σπίτια τους προσωρινά, πλάκωσε απρόσμενα το ξέσπασμα της Ανδρομάχης, α-φήνοντάς τους όλους σύξυλους. Κανένας δεν κατάλαβε τί μεσολάβησε.
– Μα τί είναι αυτό που θέλεις να μας πεις; τόλμησε πρώτη να ρωτήσει η Φύλλις.
Η Ανδρομάχη στράφηκε προς το μέρος της.
– Κάνεις και την ανήξερη κιόλας; Την αθώα παιδούλα; Δεν είναι φανερό πού το πηγαίνεις; Πως θέλεις να τους ξεμυαλίσεις όλους; Να τους έχεις με το μέρος σου;
Η Φύλλις έμεινε άναυδη. Ο αιφνιδιασμός της ήταν απόλυτος. Η φωνή της πνίγηκε στο λαρύγγι της.
– Είσαι ύπουλη και αισχρή! συνέχισε με τρομερή φωνή η Ανδρο-μάχη. Μα δεν θα ανεχθώ άλλο τη συμπεριφορά σου. Πάντα βρίσκεις τον τρόπο να με μειώνεις, για να στρέφουν όλοι την προσοχή τους πάνω σου. Είσαι μια τιποτένια! Ένα μικρό αηδιαστικό τίποτα! Κατά-λαβες; Αυτό ακριβώς είσαι! Ένα τίποτα!
Η Φύλλις τραντάχτηκε ως τα κατάβαθά της. Η Ανδρομάχη την αδικούσε κατάφωρα. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ της να μειώσει κάποιον. Όσο κι αν της άρεσε να την προσέχουν και να την επαινούν, δεν το έκανε ποτέ εις βάρος κάποιου άλλου, συνειδητά τουλάχιστον. Η αδικία ξεσήκωσε φοβερή θύελλα μέσα της. Δεν περίμενε ποτέ τέτοια επίθεση. Τη βρήκε εντελώς απροετοίμαστη. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί με τίποτε. Ένας καυτός θυμός τη συνεπήρε ολάκερη. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
– Είσαι τρελλή, τρελλή για δέσιμο, το ξέρεις; είπε και η ωραία της φωνή ήταν τώρα υστερική κραυγή.
– Δεν είμαι καθόλου τρελλή, όσο κι αν θα σου άρεσε αυτό βέβαια! Και πάνω απ’ όλα, εγώ δεν είμαι σαν τα μούτρα σου! της τόνισε υψώνοντας τη φωνή με θριαμβευτική χαιρεκακία η Ανδρομάχη.
Η Φύλλις κατέρρευσε εντελώς. Χτυπιόταν απ’ την αγανάκτηση και ξεστόμιζε ό,τι της ερχόταν στο μυαλό, μα η παρέα όρμησε στη μέση, δεν τις άφησαν να συνεχίσουν περισσότερο. Σκόρπισαν όλοι στενοχωρημένοι.
Τί κρίμα! Πόσο χάλια τέλειωσε η όμορφη βόλτα τους!
Η Φύλλις έπαθε νευρικό κλονισμό. Πέρασε ώρα για να συνέλθει λιγάκι. Κλείστηκε στο δωμάτιό της και δεν ήθελε να δει κανέναν. Οι καμπάνες χτύπησαν, μα εκείνη δεν είχε διάθεση για τίποτε. Της στοί-χισε αφάνταστα η άδικη επίθεση της Ανδρομάχης. Της ήρθε απροσ-δόκητα, μες στην απόλυτη ανεμελιά της. Δεν πρόλαβε να αμυνθεί. Έχασε εντελώς την αυτοκυριαρχία της. Ήταν κάτι που την ξεπερνούσε. Φέρθηκε άσχημα και αυτή, οι καλοί της τρόποι πήγαν περίπατο. Ανταπέδωσε με την πρώτη βρισιά που πρόλαβε να ’ρθει στο στόμα της. Η καλή της εικόνα, η αξιοπρέπειά της, όλα χάθηκαν. Έμειναν λά-φυρα πολύτιμα στο πεδίο της μάχης.
Δεν ένοιωθε περήφανη για τον εαυτό της, μα ούτε και μετάνοιωνε για το φέρσιμό της. Λυπόταν μόνο που δεν πρόλαβε να ξεστομίσει πιο πολλά, χειρότερα. Η ψυχή της έγινε κομμάτια. Η απρόσμενη προσβολή την είχε αποδιοργανώσει εντελώς. Κάθε που αναπολούσε το γεγονός, φούντωνε ξανά και έτρεμε από την ταραχή της. Οι άμυνές της είχαν πλήρως καταρρεύσει. Νικήθηκε κατά κράτος.
Ξημέρωσε η Μεγάλη Παρασκευή. Σηκώθηκε τελείως άκεφη. Είπε να πάει στην Αποκαθήλωση, να διώξει λίγο τη βαρειά μελαγχολία που την πλάκωνε. Μέσα της η θύελλα είχε κοπάσει αρκετά, μα όχι ολότελα. Σε κάθε θύμηση της τραυματικής της εμπειρίας την έπιανε ταραχή. Δεν ήθελε να το θυμάται. Δεν καμάρωνε και για τον εαυτό της βέβαια, αν και ήθελε να τον δικαιολογήσει. Δεν της άρεσε που ξέπεσε τόσο στη συμπεριφορά της. Και τώρα που το καλοσκεφτόταν, δεν τό ’βρισκε καθόλου σωστό αυτό που έκανε. Μα ένοιωθε πως, με την τροπή που πήραν τα πράγματα, δεν είχε περιθώριο για άλλη αντίδραση. Όμως υποσχέθηκε στον εαυτό της να το παλέψει. Να μην ξαναπέσει τόσο χαμηλά, όποιο κι αν θά ’ταν το τίμημα. Τουλάχιστον τώρα ήξερε με τί είχε να κάνει. Δεν θα αιφνιδιαζόταν ξανά. Δεν διέθετε βέβαια πολλές αντιστάσεις, ωστόσο στον ύπνο δεν θα πιανόταν άλλη φορά.
Μα το πράγμα μόλις που ξεκίνησε. Δεν είχε ακόμα τελειώσει. Ποια θά ’ταν τάχα η συνέχεια; Μέσα της φούντωνε και η ανησυχία. Μικρός ο τόπος τους, δεν ήταν εύκολο να αποφεύγεις ανεπιθύμητα συναπαντήματα. Κι όσο να το καλοσκεφτεί αυτό και να το γυρίσει λίγο στο μυαλό της, τα μάτια της συνάντησαν στην απέναντι πλευρά της κατάμεστης εκκλησίας ποιον άλλον; Την Ανδρομάχη. Στη θέα της τρεμούλιασαν ξανά τα σωθικά της. Οι φρέσκιες πληγές της ξανάνοι-ξαν. Γύρισε αλλού το πρόσωπό της να μη βλέπει, μα η ταραχή της ήταν μεγάλη.
– Βοήθησέ με, Θεέ μου! προσευχήθηκε μυστικά.
Η ψαλμωδία τέλειωσε πριν καν το καταλάβει. Ο κόσμος μετακι-νήθηκε να προσκυνήσει τον ανθοστόλιστο Επιτάφιο. Αναζήτησε γρή-γορα την έξοδο σε μια προσπάθεια να αποφύγει την απευκταία συ-νάντηση, μα δεν πρόλαβε. Η Ανδρομάχη την πλεύρισε γρήγορα. Κάρ-φωσε το φλογερό βλέμμα πάνω της και γεμάτη χολή, αδίστακτη, της πέταξε το φαρμακερό βέλος της ξανά, εκτοξεύοντας ωμά την άδικη κατηγορία της.
Η επίθεση ήταν δυνατή. Το χτύπημα σκληρό. Η Φύλλις ένοιωσε ακατανίκητη την ανάγκη να ανταποδώσει. Τα σπλάχνα της δονήθη-καν από την πρόκληση. Μα όχι! Είχε αποφασίσει να αμυνθεί. Έσφιξε τα δόντια της. Συγκράτησε με κόπο τα λόγια που ήρθαν στο στόμα της. Της έριξε μια ματιά γεμάτη λύπη μόνο και προχώρησε. Ευτυχώς! Δεν νικήθηκε αυτή τη φορά.
– Δόξα τω Θεώ! σκεφτόταν μυστικά, καθώς έφευγε. «Εταρά-χθην», ναι! Κομμάτια έγινα. Μα τα κατάφερα. Βάσταξα. «Ουκ ελά-λησα». Τουλάχιστον δεν ξέσπασα. Έστω και την τελευταία στιγμή, η άμυνά μου κράτησε. Άντεξα στην επίθεση. Πληγώθηκα, χτυπήθηκα, μάτωσα, με τα δόντια κρατήθηκα. Μα δεν υποχώρησα.
Κατάλαβε πως δεν θα σταματούσαν εύκολα οι επιθέσεις. Και πως, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν θα μπορούσε να συνεχίσει έτσι. Έπρεπε να οργανώσει συστηματικά την άμυνά της. Να καλέσει δυνατές ενισχύσεις. Να στήσει ισχυρή αμυντική περίμετρο, να κάνει απόρθητο οχυρό την ψυχή της. Να ενδυθεί με την πανοπλία του Θεού, να οπλισθεί με τα όπλα του Πνεύματος. Το βλέμμα της στρά-φηκε στο σημαδάκι που άσπριζε στη μακρινή απόκρημνη πλαγιά του βουνού. Τηλεφώνησε στον αγιασμένο γέροντα που ασκήτευε εκεί στο απόμακρο αγιορείτικο μετόχι. Ζήτησε και έλαβε από τα χέρια του ο-λοκληρωμένο σχέδιο μάχης.
Την υπόλοιπη μέρα της επιδόθηκε σε προσεκτική προετοιμασία. Διόρισε «αγαθόν ηγεμόνα», έμπειρο στρατηγό για τη μάχη της, «τον ένδοθεν λογισμόν», τον άγρυπνο οφθαλμό της ψυχής της. Τον τοπο-θέτησε ψηλά, «επί της θείας φυλακής», για να επισημαίνει άμεσα τον κάθε κίνδυνο. Προσευχήθηκε περισσότερο από ό,τι συνήθιζε. Εντρύ-φησε στα άγια κείμενα των ημερών, ειρήνευσε το πνεύμα της ακο-λουθώντας τα ματωμένα ίχνη του Διδασκάλου της. Συνοδοιπόρησε μαζί του ως τη σταύρωση και την ταφή του. Έβγαλε στο μέσον ό,τι δικό της χρειαζόταν σταύρωμα και ταφή. Όλη την εμπαθή νέκρωση της ψυχής και των αισθήσεών της.
Πέρασε το Μεγάλο Σάββατο «ησυχάζοντας» δυναμικά όπως οι ταπεινές Μυροφόρες. Και το αναστάσιμο βράδυ, βηματίζοντας ήρεμα και σταθερά, στάθηκε μπρος στα ιερά βημόθυρα. Έλαβε μέσα της τροφή ζωής, συναναστήθηκε με τον τριήμερο νεκρό, τον κραταιό νι-κητή του θανάτου. Η χαρά έλαμπε παντού, τα «πάντα πεπλήρωται φωτός», μα ωστόσο η σκιά του κακού γλίστρησε δίπλα της. Ο αρχαίος όφις άνοιξε το αδηφάγο στόμα του και «ιόν εξηρεύξατο». Έχυσε πάνω της ξανά το πικρό του δηλητήριο.
Μα η Φύλλις δεν ταράχτηκε. Δεν αιφνιδιάστηκε. Οι κινήσεις του εχθρού ήταν πλέον προβλέψιμες. Τον περίμενε πανέτοιμη. Άδραξε αμέσως το φοβερό όπλο στο χέρι της, το κράτησε σταθερά στα δά-χτυλά της και πυροδότησε πάραυτα. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Οι βολές της μυστικές, γρήγορες, τελεσφόρες, δεν άφησαν κανένα περιθώριο στον επιτιθέμενο εχθρό. Το μικρό κομποσχοίνι της είχε πάρει φωτιά. Έγινε κυματοθραύστης του κακού. Η αμυντική της γραμμή έμεινε ανέπαφη. Δεν υποχώρησε πουθενά.
Η πρώτη φάση πέτυχε τους στόχους της. Η Φύλλις εφαρμόζοντας πιστά το σχέδιο μάχης, ετοιμάστηκε να περάσει στην αντεπίθεση. Έστρεψε το εύστοχο πυροβόλο της καταπάνω στον «εχθρό». «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τη δούλη σου Ανδρομάχη». Συνέχισε να βάλλει μυστικά κατά ριπάς με τα συντριπτικά της πυρά. Είχε αναλάβει τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης. Συνεχίζοντας αδιαλείπτως με νηφάλια μέθη τη «μάχη» της, πλησίασε. Αγκάλιασε γελαστή τη φίλη της, της έδωσε το ζεστό αναστάσιμο φιλί της αγάπης και είπε με εκείνη την εξαίσια δροσερή φωνή της, που την έκανε πάντα να ξεχωρίζει:
– Χριστός ανέστη, Ανδρομάχη!
Είχε νικήσει κατά κράτος.
Ο «εχθρός» τώρα έμενε άφωνος, αφοπλισμένος, καθηλωμένος από τα «φονικά» της πυρά. Δεν μπόρεσε να εξακοντίσει ούτε ένα από τα φαρμακερά του βέλη που εκτόξευε νωρίτερα. Το φως της Ανά-στασης βρήκε κάποια ρωγμή και εισχώρησε.
Φεύγοντας η Φύλλις έπεσε πάνω στον Κίμωνα.
– Ω, Κίμων, πόσο σ’ ευχαριστώ! Πόσο με δίδαξε «η τριήμερη μά-χη» σου! του είπε εύθυμα.
Μέσα της πετούσε σαν σπουργιτάκι.
– Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που δεν με ξέχασες στη δική μου τριήμερη μάχη, αλλά ήρθες δίπλα μου με την πολύτιμη ενίσχυσή σου. Βοήθησέ με, να μη βρεθώ στον πνευματικό μου πόλεμο ποτέ ξανά απροετοίμαστη. Να είμαι πάντα έτοιμη όπως τώρα, που με τη Χάρη σου «ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην»!
Πάσχα 2018