Η τελευταία λειτουργία, του Αργύρη Σταυράκη

Η χρονιά που μόλις άρχισε μας έκανε ποδαρικό με τη «Σοφία». Όχι αυτή που χαρίζει η πάροδος του χρόνου και οι εμπειρίες των ανθρώπων, αλλά το κύμα κακοκαιρίας που έφερε το χιόνι για λίγο ακόμα και μέσα στην πόλη μας, εδώ όπου δε χιονίζει σχεδόν ποτέ. Αυτό το γεγονός θα έπρεπε να μας ανησυχήσει και να μας προβληματίσει, δεδομένου ότι, κατά πάσα πιθανότητα, αποτελεί ένα ακόμη σημείο των καιρών, όπως θα λέγαμε, μια ένδειξη για το ότι η κλιματική αλλαγή έχει επιδράσει στην εναλλαγή των εποχών δραματικά και. ίσως, αναπότρεπτα με οδυνηρές συνέπειες για το μέλλον. Βεβαίως το να θεωρήσει κανείς ως πρόβλημα την κλιματική αλλαγή απαιτεί την αναγνώριση του γεγονότος ότι η ανάπτυξη, για την οποία το ανθρώπινο γένος επαίρεται τα τελευταία 100 χρόνια, (τεχνολογική, βιομηχανική, επιστημονική) δεν ήταν στην πραγματικότητα η γη της επαγγελίας που οι «απόστολοι» του καταναλωτισμού ευαγγελίζονταν. Μαζί της έφερε την οικολογική καταστροφή, την απώλεια του παραδοσιακού χρώματος των επαρχιακών πόλεων, τον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης, ακόμα και την απώλεια του γενέθλιου τόπου πολλών ανθρώπων.

Για την κατάσταση αυτή οφείλουν να επαγρυπνούν οι πνευματικοί μας άνθρωποι, οι λεγόμενοι «ταγοί» του πνευματικού πολιτισμού. Σύμφωνα με τα λεξικά, ο όρος «πνευματικός άνθρωπος» αντιστοιχεί σ’ εκείνους τους διαπρεπείς ανθρώπους που διακρίνονται για την ευαισθησία τους απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα, που προβληματίζονται και λαμβάνουν θέση πάνω σε θέματα πολιτισμού, ηθικής και πολιτικής, πάντοτε με γνώμονα το όφελος των πολιτών, κι όχι κάποια ιδιοτελή επιδίωξη. Πνευματικοί άνθρωποι, με ευαισθησίες για τα κοινωνικά προβλήματα, με άποψη για την προοπτική της κοινωνίας μας υπάρχουν και ας μην είναι ιδιαίτερα προβεβλημένοι στην εποχή μας που προτιμάει τις κραυγές από τις ήρεμες και νηφάλιες απόψεις, την απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας από τη ορθόφρονη φώτιση της αποκτημένης σοφίας, τους προβολείς της τηλεοπτικής λαίλαπας από το φως το της γνώσεως. Οι άνθρωποι αυτοί, σεμνοί και ταπεινοί στην πραγματικότητα, έχουν συναίσθηση του χρέους τους και το υπηρετούν χωρίς τυμπανοκρουσίες, απευθυνόμενοι σ’ εκείνους που έχουν τελικά έτοιμα τα αυτιά τους για ν’ ακούσουν («ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω»).

Το βιβλίο «Η τελευταία λειτουργία», του Αργύρη Σταυράκη, από τις εκδόσεις «Το Δόντι», αποτελεί τέτοια πνευματική δημιουργία. Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού υπηρέτησε το λειτούργημα της Θέμιδος ως δικαστικός για 37 χρόνια, τα 5 τελευταία ως αρεοπαγίτης. Στην πορεία του αυτή διακόνησε το λειτούργημά του με σύνεση και νηφαλιότητα, συνεισφέροντας με επιστημονικά (δικαστικά αλλά και γλωσσολογικά) πονήματα. Όντας ακόμη στην υπηρεσία εξέδωσε το αφήγημα «Ο δικός μας ο χρόνος», από της εκδόσεις «Ορφέας», μια εστίαση στον τρόπο ζωής των παιδιών τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όχι μόνο ως δείγμα αναπόλησης των χαμένων παιδικών χρόνων, αλλά (πολύ περισσότερο) ως σημείο διαφοροποίησης ενός όχι πολύ μακρινού παρελθόντος από τις σημερινές συγκυρίες. Με την πρόσφατη έκδοση (2018) του βιβλίου «Η τελευταία λειτουργία» ο Αργύρης Σταυράκης επανέρχεται στο θέμα της διαφοράς του παρελθόντος από το παρόν, μέσα από την αναπόληση του κεντρικού ήρωά του στα παιδικά του χρόνια στο χωριό, κατά την τελευταία λειτουργία στην εκκλησία του χωριού, δεδομένου ότι όλος ο τόπος πρόκειται να πλημμυρίσει από τα νερά ενός φράγματος που προορίζεται να αρδεύσει όλη την πεδιάδα της περιοχής.

Ο συγγραφέας δεν απορρίπτει εκ προοιμίου την ανάγκη της εξέλιξης της τεχνολογίας και της ανάπτυξης του τόπου, στο βωμό της οποίας ολόκληρα χωριά θα κατακλυσθούν από τα νερά που θα σχηματίσουν την τεχνητή λίμνη πίσω από το φράγμα (η υπόθεση βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που αφορά τα χωριά Κέντρο, Σούλι, Μπαλί (Αγία Άννα) του νομού Ηλείας, θα μπορούσε όμως ωραιότατα να αφορά την Κάτω Καλεντίνη ή άλλα ανάλογα χωριά). Δε μπορεί όμως (ως γνήσιος πνευματικός άνθρωπος) να μην αναρωτηθεί αφενός για την οικολογική επίπτωση αυτής της ανθρώπινης παρέμβασης στη Φύση, αφετέρου για τις μεταβολές που επιφέρει η όλη ανάπτυξη στον πολιτισμό αλλά και τον καθημερινό βίο των ανθρώπων. Ο προβληματισμός αυτός, μάλιστα, δεν προκύπτει ως διδακτικός ρητορισμός ή ως απορριπτική κριτική του νέου που δήθεν είναι κατώτερο από το παλαιό. Αντιθέτως, ο συγγραφέας καθόλου δεν εξωραΐζει το παρελθόν, αναδεικνύοντας όλες τις αδυναμίες του (φτώχια, δυσκολίες πρόσβασης στην εκπαίδευση ή στις δομές υγείας, παντελής εξάρτηση των ανθρώπων από τα στοιχεία της Φύσης). Δεν παύει όμως να προβληματίζεται για το κατά πόσον η απώλεια της πατρογονικής γης και του τρόπου ζωής με τον οποίο αυτή συνδέεται, θα οδηγήσει σε κάτι καλύτερο, δεδομένου ότι η καλύτερη προοπτική για τους κατοίκους της Αγίας Άννας (Μπαλί Ηλείας) μετά την βύθιση του χωριού τους είναι η μετακόμιση στην πρωτεύουσα και η αγορά θυρωρείου ή διαμερίσματος εκεί.

Έτσι ο σύγχρονος τρόπος ζωής, εμπειρικά βιωμένος από τους περισσότερους πλέον (με την αλλοτρίωση και την αποξένωση, την κυριαρχία της τεχνολογίας και της εικόνας έναντι της εκ του σύνεγγυς επικοινωνίας και της ανθρώπινης επαφής) αντιπαρατίθεται αυτόματα, χωρίς να χρειαστεί η παρέμβαση του συγγραφέα ο οποίος με γλώσσα στρωτή και με γλαφυρό τρόπο αφηγείται, ταυτιζόμενος με τον ήρωα (παρόλο που δεν πρόκειται για προσωπική του εμπειρία), τη ζωή του στο χωριό. Το βιβλίο δεν είναι δοκίμιο, αλλά αφήγημα, δεν είναι λαογραφική καταγραφή (παρόλο που είναι λαογραφικά έγκυρο), αλλά προσωπική αφήγηση, δεν είναι αυτοβιογραφία (παρόλο που ενσωματώνει αρκετά από τα βιώματα και του συγγραφέα), αλλά ιστόρημα (ίσως όχι μύθ-ιστόρημα, αλλά οπωσδήποτε μια όμορφη ιστορία) που αξίζει να διηγηθεί κανείς και να τη διαβάσουν πολλοί. Απευθύνεται όχι μόνο στους κατοίκους της Αγίας Άννας, ή της Κάτω Καλεντίνης, αλλά και σε όλους μας, όσοι φύγαμε από τα χωριά μας για την πόλη, όσοι χάσαμε μέρος του γενέθλιο τόπου από απαλλοτριώσεις (για δρόμους, για φράγματα, για πλατείες κ.λπ.), δε χάσαμε όμως την αίσθηση της αθωότητας που απέπνεαν εκείνα τα χρόνια και που αναδύεται ανόθευτη μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Καλή χρονιά σε όλους!