Η σφεντόνα

Στον παιδικό και παντοτινό φίλο Ζώη

Τις σωματικές μου ανάγκες τις έκανα πάντα υπό τη σκιά των δέντρων, σπάνια κάτω από τα μάτια του φεγγαριού και του ήλιου, σχεδόν ποτέ στο σκοτάδι και τη βροχή. Κι έτσι έκαναν όλα τα παιδιά. Όταν τα πράγματα ήταν ζόρικα και δεν άντεχα, έπιανα μια γωνία εκεί στο περιβολάκι μας, καμιά πενηνταριά βήματα απ’ την ποριά μας. Αν είχα άνεση, ξεμάκραινα λίγο κι έμπαινα στ’ άλλα γειτονικά περιβολάκια. Είτε με ήλιο, είτε με φεγγάρι, είτε κοντά, είτε μακριά, φορούσα πάντα στο λαιμό μου τη σφεντόνα μου. Άλλα παιδιά φορούσαν γκόλφι, εγώ σφεντόνα. Όταν κοιμόμουν, κοιμόταν κι αυτή δίπλα μου. Με πείραζαν οι μεγάλοι: «εσύ Ζωγούλα, με τ’ σφεντόνα βγήκες απ’ την κ’λιά τ’ς μάνα σ’». Είχα τα μάτια μου δεκατέσσερα και τα ’φερνα όλη την ώρα γύρω – γύρω. Τεντωμένα τ’ αφτιά μου, σαν του λαγού. Η παραμικρή κίνηση, ο ελάχιστος ήχος με ακινητοποιούσε.

Εκεί στις παραβόλες φύτευαν όλοι μια βυσσινιά, μια κυδωνιά, μια βερικοκιά, καμιάν αχλαδιά, καμιά μηλιά… Αραιά τα φύλλα τους, και φαίνονταν εύκολα τα σπουργίτια. Έβγαζα απ’ το λαιμό τη σφεντονίτσα μου, έβαζα με απόλυτη ησυχία τα χαλίκι στο πετσί, έπιανα δυνατά με το ένα χέρι τη φούρκα, σφίγγα με το άλλο το πετσί, τέντωνα τα λάστιχα καλά, καθόμουν ακίνητος, μάτιαζα με λαχτάρα κάμποσα δευτερόλεπτα και χραπ! έφευγε το χαλίκι με δύναμη και πάρ’ το κάτω το σπουργιτάκι. Άδειαζε η κοιλιά μου απ’ τα περιττά πράγματα, γέμιζε το χεράκι μου με ό,τι καλύτερο κι αναγάλλιαζεν η ψυχή μου, γιατί θα ’σκαγαν απ’ τη ζήλια τους τ’ άλλα παιδιά.

– Άμα πας σ’ν Άρτα, πέρνα απ’ του Νικάκ’ και πάρε μ’ λάστιχα, παράγγελνα κάθε τόσο στον πατέρα μου. Γιατί έπρεπε να ’χω πάντα ρεζέρβα ένα – δυο ζευγάρια λάστιχα φυλαγμένα. Σφεντόνα με κομμένα λάστιχα ήταν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Τα έδεναν, βέβαια, τ’ άλλα παιδιά, αλλά όσο να ’ναι οι κόμποι χαλούσαν την ισορροπία, αλλού έστελνες το χαλίκι κι αλλού πήγαινε αυτό.

– Ορέ…, λάστιχα σ’ παίρ’ω ιγώ, αλλά ισύ να ιδείς τι φούρκα είναι αυτή! με αποπήρε μια μέρα ο πατέρας μου, κυνηγός και μερακλής στα κυνηγητικά.

Με πείραξε αυτός, αλλά φούρκα εγώ, πήγα να σκάσω απ’ το κακό μου. Γύρω – γύρω μετά στα λιοτόπια και στις μερχιές. Καλή και της μερχιάς, αλλά της ελιάς άλλο πράμα. Όπου έπιανε το μάτι μου λεπτό κλωναράκι με διχάλα, το άρπαζα και το κουβαλούσα στο σπίτι.

– Κάν’ αυτό, πατέρα;

– Να μ’ το ιδώ, μωρέ, και θα στου φκιάσω ιγώ!

– Θα γέν’ καλή, πατέρα;

– Πρώτ’, δε θα να ’χει άλλος καλύτερ’!

– Κι απ’ τ’ γιαλαδάρ’ καλύτερ’;

– Ικατό φουρές!

Παράδεισος η καρδιά μου. Με τ’ άλλα τα παιδιά δεν είχα σοβαρό πρόβλημα. Αυτά δεν είχαν πατεράδες κυνηγούς και δε νοιάζονταν κανένας για τη σφεντόνα τους. Ούτε και του Στάθη της Θοδώρας και του Θοδωρή, που το χαϊδευτικό του ήταν Ρέλιας, από το Θοδωρέλιας, αλλά τον φώναζαν στο χωριό και γελαδάρη, ο πατέρας ήταν κυνηγός. Αλλά ο Στάθης ήταν μοναχοπαίδι και δεν του χαλούσαν οι γονείς του χατίρι. Του ’διναν δραχμούλες και διφραγκάκια και παράγγελνε να του φτιάχνουν φούρκες και πετσιά τ’ άλλα παιδιά και δεν είχε ποτέ παράπονο. Και καμάρωνε κιόλας, γιατί έλεγε πως είχε την καλύτερη σφεντόνα.

Έκοψε με προσοχή τη φούρκα ο πατέρας, την έξυσε καλά, τη λύγισε και την έβαλε στη φωτιά για να φύγουν τα νερά και να πάρει το σχήμα της, έδεσε σφιχτά τα καινούργια λάστιχα, τη δοκίμασε πρώτος αυτός ματιάζοντας έναν πάσσαλο που τον είχαμε γι’ αυτή τη δουλειά στο σύνορο, τη δοκίμασα ύστερα κι εγώ,

– Θα τον κάνω το γιαλαδάρ’, πατέρα, να το φ’σάει κι να μην κρυών’, είπα με ένα βαθύ αίσθημα υπεροχής και σαλταπήδαγα σαν καλικάτζαρος μέσα στο περιβόλι ματιάζοντας και ρίχνοντας σε πορτοκαλιές, ροδακινιές, αχλαδιές… Δεν τη γλίτωσαν ούτε κάτι τσάρπες και κανατσούλια που ’χεν η μάνα μου γεμάτα νερό για να πίνουν οι κότες. «Θα σ’ πω ιγώ τώρα, γιαλαδάρ’», είπα όταν κουράστηκα και φόρεσα στο λαιμό μου με καμάρι την καινούργια μου σφεντόνα.

Ξυπνούσεν ο Στάθης πιο αργά από μένα. Σε μας, άμα ξύπναγε ο αδερφός μου, μας έφερνε όλους άνω – κάτω. Καμιάν ενόχληση ο ύπνος του Στάθη. Σαν μ’ έβλεπε η Θοδώρα από μακριά, ερχόταν προς το μέρος μου για να μην πλησιάσω στο σπίτι και μ’ ακούσει στον ύπνο του το παιδί και πεταχτεί πάνω.

– Κοιμάται, πατέρα μ’, ο Σταθάκ’ς. Δεν έρχεσαι τσιότσιο αργότερα;

«Δεν πα να κοιμάσαι σήμερα, γιαλαδάρ’, θα σε ξ’πνήσω άρον – άρον», είπα από μέσα μου κι άρχισα να ρίχνω σε κάτι τενεκέδες και τσίγκια για να κάνουν θόρυβο και να κυνηγώ με μανία τα σκυλιά για ν’ αλυχτάνε. Όσο να καταλάβει η Θοδώρα και να με κυνηγήσει, άκουσε ο Στάθης και πετάχτηκε πάνω. Έκανα πως δεν καταλάβαινα εγώ. Τον πλησίασα κι έπαιζα τη σφεντόνα στο χέρι μου κι ύστερα την έβαλα στο λαιμό, το πετσί πάνω, η φούρκα κάτω, αστραφτερή κι αρχοντική, σκέτη μούρλια.

– Τώρα ν’ έφκιασες; με ρώτησε αδιάφορα σχεδόν, λες και δεν έτρεχε τίποτα.

Έκανα πως δεν άκουσα εγώ. Την έβγαλα αργά – αργά και μάτιαζα μια συκιά, τάχα πως θέλω να ρίξω.

– Σιγά, έκανε ο γελαδάρης, σφεντόνα είναι αυτή;

Με γονάτισε, μου ’κοψε χρόνια, με διέλυσε! «Να σ’ ρίξω μια, γιαλαδάρ’, να σ’ κάνω τον κώλο πάρπαλο», είπα με οργή από μέσα μου και μου ’ρθε να γυρίσω τη σφεντόνα μου πάνω του.

– Κάτσε ’δώ και καρτέρ’, μου ’πε περήφανα ύστερα και μπήκε στο σπίτι του.

Βγήκεν αμέσως. Στα χέρια του καρφωμένα τα μάτια μου. Τι να δω! έγινα συντρίμμι. Καλύτερα να πέθαινα!

– Τι είναι αυτό; μου βγήκε η φωνή χωρίς να το καταλάβω.

– Φούρκα.

– Πού ν’ αγόρασες;

– Μ’ ν’ έφκιασε ο …

– Ποιος; αγρίεψα.

– Δε σ’ λιέω.

– Θα σ’ ν’ ανάψω, γιαλαδάρ’, π’ θα μ’ πεις δε σ’ λιέω, είπα κι ετοιμάστηκα να πετάξω πάνω του όλο το δηλητήριο της ψυχής μου.

– Πιάσ’ νη λίγου, μου ’πε, παίζοντας σαφώς με τα νεύρα μου.

Πού ν’ αντισταθώ στον πειρασμό; Σπαρταριστό κορμί, ψυχή ζωντανή, γέμισε η παλάμη μου, μάτωσε η ψυχή μου, ένα τίποτα ένιωσα μπρος του. Σκέτη σανίδα, σχέδια πάνω της, σταυρός στο κάτω μέρος, λεπτή μέση και τ’ αρχικά του Σ. Σ. πάνω – πάνω. Μου ’ρθε μια να τη χτυπήσω κάτω και να την κάνω κομμάτια, ύστερα να την αρπάξω και να το βάλω στα πόδια. Συγκρατήθηκα.

– Πες μου, ποιος; Κι άνοιξα την παλάμη μου.

– Ο Θάκιας.

– Τι; Ο Θάκιας; Φτου! έκανα και μου ’ρθε να πάω να τον σκοτώσω. Πούστικα δίφραγκα, θαύματα κάνετε, φώναξα κι έκοψα πέρα.

«Δε πα να ’χ’ς κι χρυσή, γιαλαδάρ’», είπα, φεύγοντας, από μέσα μου για να παρηγορηθώ. «Στο μάτ’ μια φορά δε με φτάν’ς». Και λογάριαζα μετά πόσα σπουργίτια, πόσα κοτσύφια και πόσες νεροκοκοτσέλες μάτιασε και σκότωσε αυτός και πόσες εγώ. Καμιά σύγκριση! Αλλά πάλι μετά με τσάκωσε το παράπονο: «α, πα, πα, να ’χουν οι άσχετ’ σφεντόνες μι σαν’δένιες φούρκες κι οι πραγματικοί κυνηγοί ψεύτ’κις»;

Πήγα σπίτι. Δε με κρατούσε τίποτε, σκότωνα άνθρωπο. Η σφεντόνα βγήκε απ’ το λαιμό, δεν τη χώνευα.

– Άναψες φούρνο; ρώτησα αμέσως τη μάνα μου μόλις την είδα.

– Φούρνο; τα ’χασε εκείνη.

– Ναι, φούρνο! Άναψες; Ζωήρεψα εγώ, λες κι ήμουν κανένας μπρατσωμένος.

– Άναψα, μωρ’ Ζωγούλα! είπε κι έκανε το σταυρό της. Γιατί;

– Να μ’ ένα τάλιαρο!

– Πού να του βρου, μαρέ; Ακούς τάλιαρο;

– Να μ’ ένα τάλιαρο κι θα κάνω τα τζιάμια παγκλίδια! Ύψωσα τη φωνή μου, μια πιθαμή άνθρωπος.

– Τι το θέλ’ς, μαρέ, το τάλιαρο, κάτσε ικεία να σ’ δώκω ένα δίφραγκο κι θα μας σκοτώσεις ούλ’ς σήμερο.

Πήρα το δίφραγκο. Έκαιγε ο φούρνος, γεμάτος μερχιές, έβγαινε η φλόγα του απ’ το στόμα του. Παίρνω φόρα κι ούτε την κοίταξα που την άρπαξε η φωτιά και την έκανε στάχτη.

Κατευθείαν στο Θάκια. Κάτι έφτιαχνε, ησυχία αυτός ο άνθρωπος δεν είχε.

– Πού ν’ έχ’ς τ’ σφεντόνα σ’; με ρώτησε αμέσως και κοίταζε τον άδειο λαιμό μου.

– Να, πάρε. Άπλωσα το χέρι μου, δίνοντάς του το δίφραγκο.

– Τι είναι αυτό;

– Γκαβός είσαι; δε γλιέπ’ς. Θέλω φούρκα.

– Τι φούρκα; Δεν εχ’ς;

– Άσ’ τα αυτά. Σαν τ’ γιαλαδάρ’.

– Τι σαν τ’ γιαλαδάρ’; έκανε πως δεν καταλάβαινε.

– Σαν τ’ φούρκα πο ’φκιασες τ’ γιαλαδάρ’! φώναξα θυμωμένος και χτύπησα κάτω τα πόδια μου.

– Ουά ο Ζωγούλας! έκανε ο Θάκιας. Σε ποιον τ’νάζεσαι, μωρέ π’θαμιάρ’κο;

Τον κατάφερα, φίλος καλός και κυνηγός σαν κι εμένα. Δεν αφήναμε βατσινιά για βατσινιά και πουλί για πουλί.

– Ισένα θα σ’ νη φκιάσω καλύτερ’. Αλλά να μ’ φέρ’ς μια σανίδα απ’ τ’ πατέρα σ’.

Μαραγκός ο πατέρας μου, σανίδες άλλο καλό. Αστραπή έγινα. Ένα μέτρο σανίδα ακριβή του κουβάλησα. Πελεκούσε όλη μέρα.

– Δε θα προλάβουμ’ σήμερα. Θα νη τελειώσουμ’ αύριο, μου ’πε το απόγευμα.

Πήγα να σκάσω. Αγύριστο κεφάλι, αύριο, αύριο, είπα. Έφερα άλλο ένα διφραγκάκι την άλλη μέρα. Το γελαδάρη ούτε ήθελα τώρα να τον δω μπροστά μου. Το μεσημεράκι έτοιμη η φούρκα, πιο χοντρή, γεματούλα, με ωραίο άνοιγμα στο πάνω μέρος, σκαλιστή, δυο σταυρουδάκια, ένα μπρος, ένα πίσω, τρία γράμματα αρχικά Ζ.Ι.Π. Δεν καρτεριόμουν.

– Κάτσε, να νη περάσουμ’ κι με λίγο κερί, να γυαλίσ’, είπεν ο Θάκιας.

Τρελάθηκα. Τέτοια φούρκα ποτέ δεν πεθαίνει, φώναξα.

– Φέρε μ’ τα λάστιχα, είπε μετά ο Θάκιας.

Καινούργια τα λάστιχα.

– Κόκκινα; Πού τα πήρες, μωρέ Ζωγούλα, αυτά;

Άνοιξα το στόμα μου, διπλάσιο έγινε απ’ τη χαρά μου.

– Το πετσί, ζήτησε ο Θάκιας.

Έψαξα και το ’βγαλα απ’ την τσέπη μου.

– Τι είν’ αυτό; Πετσί για καινούργια σφεντόνα είν’ αυτό, Ζωγούλα; Να πας να βρεις άλλο!

– Δεν έχ’ς κανένα ισύ; Βιαζόμουν εγώ.

– Ιγώ; Ιμείς ιδώ δεν έχουμ’ παπούτσια π’θινά για π’θινά. Πού να βριθεί πετσί ιδώ; Τράβα να βρεις κανένα παλιοπάπ’τσο σπίτι σ’.

Έφυγα του σκοτωμού, μπροστά μου δεν έβλεπα. Έφαγα τον τόπο δάγκα. Πουθενά παπούτσι δερμάτινο. Σωκήπια, χαϊάτια, περιβόλια, φουρνοκάλυβα, χαντάκια. Τίποτα! Πήγα να σκάσω. Είπεν ο Θάκιας, είπε ο Θεός! Κοιτάω κάτω από τη σκάλα, τι να δω! Γυάλιζαν τα καινούργια δερμάτινα μαύρα παπούτσια του πατέρα. Κοίταξα γύρω μου. Κανένας. Τα πήρα παραμάσκαλα και βολίδα για το Θάκια.

– Τι είν’ αυτά; έβαλε τις φωνές ο Θάκιας.

– Τι σε νοιάζ’ εσένα; Κόψε.

– Θα μας σκοτώσ’ ο πατέρα σ’.

– Άμα θέλ’, ας βγάλ’ άχνα!

Έκοψε με επιμέλεια ο Θάκιας και τις δυο γλώσσες των παπουτσιών, τις έβαλε στο νερό να μαλακώσουν, μέτρησε από εδώ, μέτρησε από εκεί, τέλεια τα πετσιά, έβαλε τα λάστιχα, τη δοκίμασε κι αυτός και την κρέμασε στο λαιμό μου.

– Πού είσαι, γιαλαδάρ’, φώναξα δυνατά έξω απ’ το σπίτι του.

Βγήκε και με κοίταξε άγρια.

– Έλα ιδώ, ρε, του ’πα.

Με πλησίασε αργά – αργά. Κρεμασμένη στο λαιμό μου η καινούργια σφεντόνα κι η φούρκα το κέντρο του κόσμου. Πετάχτηκαν τα μάτια του έξω. Έσφιξε τις γροθιές του. Έκανε αμέσως μεταβολή και μπήκε στο σπίτι του. Βγήκε με τη σφεντόνα, χαλίκι στο πετσί, τεντωμένα τα λάστιχα κι η φούρκα καταπάνω μου. Πρόλαβα και κρύφτηκα πίσω απ’ τα δέντρα. Πίσω απ’ τα δέντρα κι αυτός.

– Θα σε σκοτώσω, μπάρμπα – Ζώνα, παλάβωσε ο γελαδάρης κι έσκαγαν τα χαλίκια του πάνω στις πορτοκαλιές.

– Θα σε σπορίσω, γιαλαδάρ’, θα σε μαδήσω σα νεροκοκοτσέλα, μουρλάθηκα εγώ κι έριχνα αλύπητα όπου να’ ναι.

Κάποτε τα βόλια μας σώθηκαν. Βγήκαμε απ’ τα δέντρα με τα κεφάλια κατεβασμένα. Μου ’ρχόταν να τον φιλήσω.

– Θα πάμε για κυνήγ’ αύριο; με ρώτησε με γλύκα.

– Και τώρα, άμα θέλ’ς, έτοιμος είμαι, του απάντησα.

Και κάναμε κάτι τρανταχτά γέλια που βγήκαν οι μανάδες μας έξω.

– Ισύ, Ζωγούλα, πήρες τα παπούτσια τ’ πατέρα σ’; φώναξε η μάνα μου.

Το βάλαμε στα πόδια κι όλη μέρα κυνηγούσαμε. Εγώ κι ο φίλος μου ο Στάθης.

 

Υ.Γ. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει με τ’ άλλα χωριά. Αλλά νομίζω πως στο δικό μας χωριό πρέπει σύντομα να γίνει, ανάμεσα στ’ άλλα, κι ένα μουσείο για τις σφεντόνες. Για να κρατιόμαστε πάντα παιδιά.

(Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)