Η μάχη του Πέτα και το σύγχρονο νόημα του φιλελληνισμού

Κάθε χρόνο την πρώτη βδομάδα του Ιουλίου, στο λόφο όπου βρίσκεται το μνημείο των πεσόντων φιλελλήνων στο Πέτα, τελείται εκδήλωση προκειμένου να τιμηθεί η θυσία αλλά και ο αγώνας των ανθρώπων εκείνων που στην αυγή του 19ου αιώνα αποφάσισαν ότι πολύ περισσότερο από την ηρεμία τους, την άνεσή τους ή τη ζωή κοντά σε αγαπημένα τους πρόσωπα, άξιζε να αγωνιστούν για να συνεισφέρουν στην κατάκτηση της ανεξαρτησίας ενός λαού που αγωνιζόταν να ξαναβρεί τη θέση του στον ήλιο της ελευθερίας. Αναφερόμαστε βεβαίως στους φιλέλληνες και τη θυσία τους στην περίφημη μάχη του Πέτα.

Η μάχη του Πέτα  έλαβε χώρα κατά το δεύτερο έτος της επανάστασης, στις 4 Ιουλίου του 1822, μεταξύ ελλήνων αγωνιστών που συνεπικουρούνταν από το Τάγμα των Φιλελλήνων, και του οθωμανικού τακτικού στρατού συνεπικουρούμενου από σώματα ατάκτων μισθοφόρων Τουρκαλβανών. Η έκβαση της μάχης ήταν ολέθρια, καθώς των σώμα των Ελλήνων και Φιλελλήνων ηττήθηκε, και οι συνέπειές της υπήρξαν ιδιαίτερα δυσάρεστες για τους Σουλιώτες και για τη συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα στην Ήπειρο. Από το Σώμα των Φιλελλήνων (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι, Ελβετοί, Βέλγοι, Ολλανδοί, Δανοί, Σουηδοί, Πολωνοί) οι περισσότεροι (πάνω από 90) σκοτώθηκαν, ενώ όσοι επέζησαν ήταν βαριά ή ελαφρότερα τραυματισμένοι.

Όπως, όμως, έχει δείξει η ιστορία, ακόμα και μια ήττα μπορεί να επιφέρει οφέλη σ’ έναν μεγαλύτερο σκοπό, όπως αυτός που υπηρετούσε ο ελληνικός επαναστατικός αγώνας. Η θυσία των Φιλελλήνων ενδυνάμωσε  το γενικότερο κίνημα του φιλελληνισμού στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο κι ενίσχυσε τις ροές φιλελλήνων προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Από τις απαρχές της η Ελληνική Επανάσταση είχε την τύχη να δεχτεί τη βοήθεια ενός δυναμικού ρεύματος υποστήριξης που αναπτύχθηκε στις σημαντικότερες πόλεις της Ευρώπης. Ο φιλελληνισμός, όπως ονομάστηκε αυτό το ρεύμα, πρόσφερε σημαντική βοήθεια στην ελληνική υπόθεση τόσο με την αποστολή χρημάτων, εφοδίων και εθελοντών, όσο και ασκώντας πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ώστε να προχωρήσουν σε μια ευνοϊκή ρύθμιση για τους έλληνες επαναστάτες.

Το ρεύμα αυτό παρά την ύφεση που κάποιες χρονιές γνώρισε, έλκυσε το ενδιαφέρον ορισμένων από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων εργάστηκαν εθελοντικά προπαγανδίζοντας υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός εθελοντών προσήλθε στις επαναστατημένες περιοχές, για να πολεμήσει για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ανεξάρτητα από τους πολλούς λόγους, τους διαφορετικούς τρόπους και τις ασύμβατες κάποτε προσδοκίες που στήριξαν στην ελληνική υπόθεση, όλοι αυτοί συνέβαλαν στο να διατηρηθεί ζωντανό το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την ελληνική επανάσταση, ιδίως στα σημαντικά αστικά κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής. Δεν αποδίδονται, βεβαίως, το εύρος και η μεγαλοσύνη του Φιλελληνισμού σ’ ένα, ακόμη και εκτεταμένο, κείμενο. Γενικώς, οι όντως φιλέλληνες κάθε εθνικότητας, με την υλική συνδρομή και κυρίως με την ηθική τους συμπαράσταση, διαρκώς ενίσχυαν την ελπίδα και το θάρρος των μαχόμενων Ελλήνων εναντίον ενός ισχυρότατου δυνάστη. Είχαν, λοιπόν, συντελέσει στη συνέχιση της Επανάστασης μέχρι την οριστική της δικαίωση.

Σήμερα, ο Φιλελληνισμός αποκτά μία σύγχρονη διάσταση, που συνδέεται άρρηκτα με την ανάπτυξη της συνεργασίας με άλλα κράτη σε διάφορους τομείς, όπως της εκπαίδευσης, της έρευνας, του πολιτισμού και ιδιαίτερα με τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Οι όροι λειτουργίας του οικονομικού και πολιτικού συστήματος, η μεγαλύτερη ελευθερία κυκλοφορίας εργατικού δυναμικού, η ταχύτατη μετάδοση της πληροφορίας από τη μία άκρη της γης στην άλλη, η πολυπολιτισμικότητα της κοινωνίας μας, ακόμη και οι δυσκολίες που υπάρχουν στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας μας, προσδίδουν μία ανανεωμένη εννοιολογική χροιά στον όρο Φιλελληνισμός.  Πλέον θα πρέπει να μιλούμε για ένα κίνημα που, στο πλαίσιο του πλανητικού χωριού όπου ζούμε, συμβάλλει στην αποδοχή της διαφορετικότητας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Θα πρέπει να μιλούμε για ένα πνευματικό ρεύμα που αντιτάσσεται στον εθνικισμό, στην ξενοφοβία, στη μισαλλοδοξία και που στηρίζεται στις πανανθρώπινες αξίες της ειρήνης, της ισότητας, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Όλα αυτά γίνονται ακόμη πιο επίκαιρα και αναγκαία στην εποχή μας, κατά την οποία  η ευρωπαϊκή κοινωνία βασανίζεται από την τυραννία της ατομικότητας, που ενισχύεται από τον καταναλωτισμό και τη θεοποίηση της οικονομίας και του χρήματος. Αυτό που θα μας σώσει από την τυραννία του ατομισμού και την κυριαρχία του χρήματος είναι η επιστροφή στην κοινωνικότητα, στη λειτουργία, δηλαδή, των κοινωνικών ομάδων ως πυρήνων αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, τα ιδανικά, δηλαδή, που κινητοποίησαν και τους φιλέλληνες του 19ου αιώνα. Αυτό θα πρέπει να είναι η πρώτη μας προτεραιότητα. Αυτό, λοιπόν, πρέπει είναι το περιεχόμενο της παιδείας μας και προς τα εκεί θα πρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον των νέων μας, αν θέλουμε να έχουμε κάποια αισιοδοξία για το μέλλον. Να ξαναβρούμε, δηλαδή, τη χαρά της επαφής με τους ανθρώπους, που θα μας κάνει να ξαναβρούμε τη χαρά στην ίδια μας τη ζωή. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να μην ενθαρρύνουμε τη νοοτροπία του «ωχαδερφισμού» και της αδράνειας, γιατί τότε ακριβώς καταλήγουμε να γινόμαστε έρμαια των επιτήδειων με όλα τα γνωστά μας αποτελέσματα. Και το κακό είναι ότι, έχοντας ξεχάσει να αλληλοστηριζόμαστε και να ενεργούμε ως άνθρωποι και πολίτες, δεν μπορούμε να βρούμε και λύση στην (όποια) κρίση. Μοιραίοι, δειλοί κι άβουλοι αντάμα, θα προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα, όπως θα έλεγε και ο Βάρναλης.

Σ’ αυτή την κρίσιμη εθνική συγκυρία, σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία για την Ευρώπη, απαιτείται πάνω απ’ όλα, εδώ στην Ελλάδα, ένα ισχυρό εσωτερικό μέτωπο των υγιών δυνάμεων της κοινωνίας μας για να αναδείξουμε την Ελλάδα των αρχών και των αξιών, για να δικαιώνουμε καθημερινά αυτούς που έχουν γράψει ότι το χρέος του πολιτισμένου κόσμου προς την γη που γέννησε τις έννοιες της επιστήμης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των τεχνών είναι χρέος που δεν μπορεί ποτέ να εξοφληθεί.