Η λογική της καμένης γης στην τοπική αυτοδιοίκηση

Καθώς οι  αυτοδιοικητικές εκλογές πλησιάζουν όλο και περισσότερο, βλέπουμε τους υποψηφίους να δίνουν συνεντεύξεις, να προβάλλουν τις θέσεις τους ή και το έργο τους  οι ήδη εκλεγμένοι, σαν να πρόκειται να αναλάβουν να διοικήσουν μια περιοχή που δεν έχει διοικηθεί στο παρελθόν ή που μόλις τώρα έχει αρχίσει να κατοικείται. Είναι μια προσφιλής τακτική των πολιτικών εν γένει αυτή, να θεωρούν ότι δεν χρωστάνε τίποτε στους προηγούμενους, ότι όλα τα παλαιότερα σχήματα έφεραν την καταστροφή στον τόπο και τώρα έρχονται να αναλάβουν οι ίδιοι που θα τα κάνουν όλα καλύτερα. Ακόμα και ήδη εκλεγμένοι άρχοντες μπορεί να τους δεις να μιλούν σαν να αρχίζουν μόλις τώρα το έργο τους! Οπωσδήποτε δεν είναι κάτι καινούριο ή τωρινό αυτό. Ποιος δε θυμάται το «παραλάβαμε χάος» του αλησμόνητου Δημήτρη Μαρούδα (κυβερνητικός εκπρόσωπος των πρώτων κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ), την «επανίδρυση του κράτους», του Κώστα Καραμανλή (ανιψιού) και πολλών άλλων; Αποτελεί, όμως, ζήτημα το κατά πόσον μπορεί να ισχύσει κάτι ανάλογο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Άποψή μου είναι ότι τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή, όσο (πολύ περισσότερο) στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν είναι ορθό να μιλά κανείς για χάος ή καμένη γη που παρελήφθη, εκτός πια κι αν τα πράγματα είναι παντελώς αποδιοργανωμένα ή κατεστραμμένα. Στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, όμως, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι συμβαίνει κάτι από τα δύο. Στις τοπικές κοινωνίες οι άνθρωποι γνωρίζονται, έχουν πολλές πιθανότητες να βρεθούν ενώπιος ενωπίω, επομένως δύσκολα μπορεί να υπάρξει αυτοδιοικητικός που θα ακολουθήσει πολιτική διάλυσης της περιοχής του ή οικονομικής της καταστροφής, χωρίς αυτομάτως να έχει απολέσει κάθε πιθανότητά του  να επανεκλεγεί ή ακόμα και να κυκλοφορήσει σώος στην πόλη του. Το συμπέρασμα που απορρέει είναι ότι στους δήμους και τις περιφέρειες, καθώς η μια δημοτική και περιφερειακή αρχή διαδέχεται την άλλη, το έργο είναι συνεχές και δε μπορεί να μην αναγνωριστεί, εφόσον έχει συμβάλει στην ανάπτυξη του τόπου. Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια αλυσίδα, στην οποία συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως όσοι ασχολούνται με τα κοινά.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πώς θα ήταν η πόλη της Άρτας χωρίς την κατασκευή του εργοστασίου βιολογικού καθαρισμού στο Γλυκόρριζο, από το Χρήστο Παπαγεωργίου, η οποία έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρωθεί το έργο της αποχέτευσης από τον Κώστα Βάγια και να βρεθούν και πόροι για τις πεζοδρομήσεις. Το έργο συνεχίστηκε με την επέκταση της αποχέτευσης στην Άνω Πόλη, επί Παναγιώτη Οικονομίδη, με επίλυση, κατ’ αυτό τον τρόπο, ενός χρονίζοντος και σημαντικού προβλήματος για τους κατοίκους της περιοχής. Έχουμε λοιπόν τους κρίκους μιας (πολιτικής) αλυσίδας η οποία μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος όλων, εφόσον το επιθυμούν οι περισσότεροι. Για να γίνει καλύτερα κατανοητό, ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς θα εξελισσόταν ( ή καλύτερα πώς θα παρήκμαζε) ο δήμος μας, αν κάθε νέος δήμαρχος αποφάσιζε ότι πρέπει να ακυρωθεί το έργο του προηγούμενου, με αποτέλεσμα να πρέπει να ξεκινήσουν όλες οι σχετικές προσπάθειες από την αρχή, χωρίς καμία προηγούμενη τεχνογνωσία. Θα υπήρχε, προφανώς, ένα απίστευτο χάος, εφόσον όλα θα έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή για όλους.

Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε σχέση με την κεντρική πολιτική σκηνή, θα έπρεπε και θα μπορούσε, εφόσον υπήρχε η πολιτική βούληση, να διαμορφωθεί μια κουλτούρα συνεργασίας στην προοπτική από κοινού αντιμετώπισης των μεγάλων προβλημάτων του κάθε δήμου και συνδιαμόρφωσης ενός προγραμματικού «χάρτη» ο οποίος θα μπορούσε να συμφωνηθεί από όλους (με τις αναγκαίες υποχωρήσεις απ’ όλες τις πλευρές), ούτως ώστε κάθε εκλεγμένος άρχοντας να μπορεί να βασίζεται στο έργο των προηγουμένων και να υπάρχει μια ελάχιστη κοινή αφετηρία ως προς τον προγραμματισμό των νέων έργων και την προοπτική που θα μπορούσαν να δώσουν στο χώρο. Δεν θα ήταν δείγμα υψηλού πολιτικού πολιτισμού και ήθους, αυξημένης αίσθησης καθήκοντος και σοβαρού προβληματισμού για το μέλλον του δήμου να μπορούσαν να συναντηθούν οι υποψήφιοι δήμαρχοι για το δήμο Αρταίων αλλά και κάθε δήμο, και να συμφωνήσουν σε μια σειρά από εργασίες ιεραρχημένες, κοστολογημένες και με μελέτες, προκειμένου να σχεδιαστεί ένα δεκαετές πλάνο κοινής αποδοχής για την πόλη μας; Όχι μόνο δεν θα υπήρχε το «παραλάβαμε χάος», αλλά θα ήταν δυνατόν  να διαμορφωθούν οι συνθήκες αναγνώρισης του έργου των προηγούμενων και η προετοιμασία για ένα καλύτερο αύριο.

Για να συμβεί κάτι τέτοιο, όμως, θα έπρεπε να έχει αναπτυχθεί, συναμεταξύ μας) μια θετική κουλτούρα συνεργασίας μεταξύ των ανθυποψηφίων. Τα προβλήματα είναι πολλά και χρειάζεται ομαδική προσπάθεια, από όλους, για να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε και προχωρήσουμε σε ένα δρόμο ανάπτυξης. Θα μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι ανάλογο με τους υποψηφίους εκπροσώπους μας σήμερα; Αν και είναι μάλλον δύσκολο να έχουμε τέτοιες απαιτήσεις, η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία!!