Η καταστροφή στη Σιβηρία δεν είναι τόσο μακρινή

Η πρόσφατη οικολογική καταστροφή στη Σιβηρία, όσο μακρινή κι αν φαντάζει στα μάτια μας, δεν παύει να αποτελεί ένα μείζον πρόβλημα που θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά όλο τον κόσμο. Πέρα από τα «πώς» και τα «γιατί» της καταστροφής, αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει όλους είναι το πού τελικά βαδίζουμε ως ανθρωπότητα πάνω σ’ αυτόν τον κάποτε παραδεισένιο πλανήτη. Είναι γνωστό σε όλους ότι τα δάση της Σιβηρίας, όπως και αυτά του Αμαζονίου αποτελούν τους δύο μεγάλους «πνεύμονες» της Γης μας, δεδομένου ότι συνεισφέρουν το μεγαλύτερο ποσοστό οξυγόνου στην ατμόσφαιρα. Έχοντας κατά νου τη διαρκή καταστροφή που συντελείται εδώ και χρόνια στον Αμαζόνιο με τη συνεχή αποψίλωση δασών και τη μετατροπή τους σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, καθώς επίσης και το γεγονός ότι όλο και περισσότερες εκτάσεις στις ανεπτυγμένες χώρες είτε αστικοποιούνται είτε ερημοποιούνται από την απομύζηση των φυσικών πόρων, θα πρέπει πραγματικά να αναρωτηθούμε κατά πόσον επιθυμούμε να συνεχίσει η ανθρωπότητα τη διαβίωσή της πάνω σε τούτον τον πλανήτη. Γιατί, αν συνεχιστούν καταστροφές όπως αυτή στη Σιβηρία, ο πλανήτης θα καταστεί αβίωτος.

Το κακό είναι ότι, ως ανθρωπότητα, δε λέμε να βάλουμε μυαλό. Μήπως δεν μας είχαν προειδοποιήσει οι παλαιότεροι για τους κινδύνους από την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος; Πριν λίγο καιρό άκουγα σε μελοποίηση Νίκου Γεωργουσάκη, από τη Μάρθα Φριντζήλα, το προφητικό (όπως αποδεικνύεται) ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, με τίτλο «Η κατάρα του πεύκου». Ας θυμηθούμε λίγο τα λόγια του: «¨Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;  /Γιατί; Γιατί;¨/Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης 
και περπατεί. // Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι / βγάνει φωτιά.
 / Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα, /μια ρεματιά! // Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο / να ένα δεντρί… / Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,/
δροσιά να βρει. // Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του/ και περπατεί!
 / Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,/ γιατί, γιατί; // ¨Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;¨/ ¨Στα δυο χωριά.¨/ ¨Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;/ Πολύ μακριά!¨// ¨Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω. / Τι έφταιξα εγώ;/ Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει, / γι’ αυτό είμαι δω.// Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες… / για δυο, για τρεις../ Ο νους μου σήμερα δε ξέρω, / τ’ είναι βαρύς¨. // ¨Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι/ να δροσιστείς¨./ Σκύβει να πιει νερό στη βρύση, / στερεύει ευθύς. // Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,/ φεύγει ο καιρός,/ Στον ίδιο τόπο είν’ ο Γιάννης,/ κι ας τρέχει εμπρός..// Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,/ μα πού κλαρί;/ Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι, / με τη βροχή. // ¨Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο, / το σπλαχνικό,/ που ‘ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι /και στο βοσκό;¨ // ¨Ο πεύκος μίλαε στον αέρα / – τ’ ακούς, τ’ ακούς;-/ και τραγουδούσε σα φλογέρα /στους μπιστικούς. // ¨Φρύγανο και κλαρί του πήρες/ και τις δροσιές/ Και το ρετσίνι του ποτάμι /απ΄ τις πληγές. // Σακάτης ήτανε κι ολόρθος, / ως τη χρονιά,/Που τον εγκρέμισες για ξύλα, 
Γιάννη φονιά!¨// ¨Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,/ την προσκυνώ,/ Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
 
και να σταθώ…/ Η μάνα μου θα περιμένει/ κι έχω βοσκή…/Κι είχα και τρύγο…/ Τι ώρα να ‘ναι και τι εποχή;// Ξεκίνησα το καλοκαίρι
 / -να στοχαστείς-/ Κι ήρθε και μ’ ήβρε ο χειμώνας/ μεσοστρατίς.// Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!/ Πότε ήρθε; Πώς; / Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,/ που τρέχει εμπρός.// Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω/ -με τι καρδιά;-/ Θέλω να πέσω να πεθάνω,/ εδώ κοντά.¨// Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι../ βογκάει βαριά. / Μακριά του στάθηκε το δάσος,/ πολύ μακριά.// Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι, / φωνή καμιά. / Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,/ στην ερημιά

Μήπως απέχουμε πολύ από το να ζούμε περίπου σαν τον ήρωα του ποιήματος; Ήδη οι εποχές έχουν αλλοιωθεί κλιματολογικά, σε σημείο που να μην ξεχωρίζει πλέον η Άνοιξη από το Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο από το Χειμώνα. Η συνεχής αποψίλωση των δασών καθιστά τον αέρα που αναπνέουμε όλο και πιο κακής ποιότητας, τις πυρκαγιές ακολουθούν πλημμύρες, και δεν ξέρω αν υπάρχει πλέον άνθρωπος που θα τολμούσε να σκύψει και πιει νερό από ποτάμι ή έστω από πηγή ή φυσική βρυσούλα (αν υποθέσουμε ότι εξακολουθούν αν υπάρχουν τέτοιες). Επιπλέον, όσο προχωρά η αστικοποίηση των κατοικημένων περιοχών, τόσο απομακρύνονται οι πηγές οξυγόνου (δάση, άλση, πάρκα κ.λπ.), με αποτέλεσμα να μη μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τον ένα τόπο από τον άλλο. Με λίγη φαντασία, θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε όλη την αφήγηση του ποιήματος στη σύγχρονη πραγματικότητα, βάζοντας στη θέση του «Γιάννη» όλη την ανθρωπότητα και στη θέση του «πεύκου» κάθε κλαράκι, δέντρο ή δάσος που καταστρέφουμε για την ικανοποίηση της απληστίας μας.

Όπως σημειώνει ο Κόνραντ Λόρεντς, «ο πολιτισμένος άνθρωπος, που ερημώνει με τυφλό βανδαλισμό τον φυσικό του περίγυρο από τον οποίο αντλεί τη διατροφή του, απειλεί τον εαυτό του με οικολογική καταστροφή. Όταν οι οικονομικές συνέπειες του βανδαλισμού αυτού θ’ αρχίσουν να γίνονται αισθητές, ο άνθρωπος θ’ αναγνωρίσει μάλλον το σφάλμα του, αλλά, τότε, θα είναι ίσως πολύ αργά.».  Είμαστε μια γενιά (όχι μόνο εμείς οι πενηντάρηδες, αλλά και οι αμέσως μικρότεροί μας ) που έχει καταφέρει απίστευτα κατορθώματα στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας. Θα πρέπει, όμως, να έχουμε πάντα κατά νου αυτό που τονίζει σε κείμενό του ο καθηγητής Γιώργος Γραμματικάκης: «Το σπουδαίο

θα ήταν να μπορούμε να υπερηφανευθούμε, σε χιλιάδες ή εκατομμύρια χρόνια, ότι το ανθρώπινο είδος έχει κατακτήσει υψηλά επίπεδα ισότητας και αξιών, και ότι οι πόλεμοι έχουν εκλείψει και ότι η Γη, το λίκνο της ανθρώπινης ζωής, έχει επουλώσει τις πληγές στις θάλασσες, τα δάση ή την ατμόσφαιρά της, και είναι πάλι ένας πανέμορφος πλανήτης. Διάσπαρτα άλλωστε, εδώ ή εκεί, θα βρίσκονται πάντοτε τα επιτεύγματα των σπουδαίων πολιτισμών, που αιώνες τώρα συνοδεύουν τη διαδρομή του ανθρώπου. Η «εξωγήινη μοναξιά», λοιπόν, δεν φαίνεται ότι θα εγκαταλείψει εύκολα τον άνθρωπο. Η γήινή του ωστόσο μοναξιά, που είναι επικίνδυνη και πιο ανάλγητη, είναι μεγάλη ανάγκη να απαλυνθεί.» Οι σοφοί, κάθε αιώνα, μας προειδοποιούν. Μήπως ήρθε η ώρα να τους ακούσουμε;