Η ενοχή της σιωπής και η αποποίηση της ευθύνης

Οι τελευταίες εξελίξεις ως προς το θέμα «Λιγνάδη», ο οποίος τελικά συνελήφθη με την κατηγορία του βιασμού ανηλίκων κατά συρροήν, εξελίξεις οι οποίες αποτελούν την κορυφή ενός παγόβουνου καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση από πληθώρα γυναικών αλλά και ικανό αριθμό ανδρών στο χώρο του αθλητισμού (ας μην ξεχνάμε ότι πρώτη προέβη σε αποκαλύψεις η ολυμπιονίκης της ιστιοπλοΐας, κα Σοφία Μπεκατώρου) και του θεάματος, θα πρέπει να μας βάλουν σε σκέψεις τόσο για τη λειτουργία όχι μόνο των συγκεκριμένων χώρων, όσο (περισσότερο) για τη λειτουργία της κοινωνίας, αλλά και της δημοσιογραφίας στη χώρα μας.

Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι κατηγορία δε σημαίνει απαραιτήτως και ενοχή. Δεν προτίθεμαι να υπάρξω αυτόκλητος υπερασπιστής του Λιγνάδη ή όποιου άλλου κατηγορείται για απάνθρωπες, προσβλητικές ή εγκληματικές ενέργειες, αλλά, αν η απλή κατηγορία συνιστούσε από μόνη της ενοχή, τότε όλοι θα έπρεπε να βρισκόμαστε πίσω από τα κάγκελα! Σε κάθε ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι αθώος, λόγω του τεκμηρίου αθωότητας μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του. Η αδυναμία του κατηγορούμενου να αποδείξει την αθωότητά του, σε καμία περίπτωση δε δίνει το δικαίωμα στο δικαστήριο να τον καταδικάσει και δε σημαίνει ότι είναι ένοχος για κάποιο έγκλημα. Αυτός που κατηγορεί πρέπει να δείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλιώς τεκμηριώνεται ότι είναι αθώος. Το τεκμήριο αθωότητας είναι άμεσα συνυφασμένο με τον εκάστοτε κατηγορούμενο αλλά και με το ίδιο το ποινικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος και έτσι πρέπει να του συμπεριφέρονται τα διωκτικά όργανα μέχρι τη στιγμή που θα αποδειχθεί η ενοχή του.

Προφανώς οι διωκτικές αρχές, για να συλλάβουν κάποιον, έχουν ισχυρότατες ενδείξεις ή και αποδείξεις της ενοχής του. Αυτό συμβαίνει στα ευνομούμενα κράτη, όπου η αστυνομία δεν μπορεί να σε συλλάβει έτσι απλά επειδή δεν αρέσει η φάτσα  σου. Και πάλι, όμως, μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή σου, θα πρέπει να αντιμετωπίζεσαι ως αθώος. Αρμόδιο όργανο για την τελική απόδειξη ή μη της ενοχής είναι το δικαστήριο. Θα αναρωτηθεί, λοιπόν, κάποιος, αν σε περίπτωση κατηγορίας για σοβαρό και ειδεχθές αδίκημα, το τεκμήριο της αθωότητας επιτρέπει στον κατηγορούμενο (και πιθανό εγκληματία) να κυκλοφορεί ελεύθερος με την πιθανότητα (σε περίπτωση που όντως έχει διαπράξει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται) να επαναλάβει εγκληματικές πράξεις. Και πάλι η πολιτεία προνοεί και υπάρχουν νόμιμες διαδικασίες προφυλάκισης για την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Για να συμβούν όλα αυτά, όμως, είναι απαραίτητο οι διωκτικές αρχές να έχουν τουλάχιστον ισχυρές ενδείξεις ενοχής για κάποιον.

Εδώ έρχεται ο πρώτος προβληματισμός σε σχέση με τη λειτουργία της κοινωνίας και των μηχανισμών αυτοπροστασίας της. Για να μπορέσουν οι θεσμοί να έχουν αποδείξεις, θα πρέπει να γίνουν καταγγελίες ή έστω να αναφερθούν υποψίες εγκληματικής συμπεριφοράς. Όσοι γνωρίζουν δεν θα πρέπει να σιωπούν, αλλά να αποκαλύπτουν την όποια αντικοινωνική ή βίαιη ή εγκληματική συμπεριφορά. Στη χώρα μας, όμως, αυτό θεωρείται περίπου ισοδύναμο του εγκλήματος! Η όποια υπόδειξη ύποπτου θεωρείται «κάρφωμα» και η σιωπή καταλήγει να φαντάζει ως ο μόνος δρόμος αυτοπροστασίας. Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος στο karpetshow.gr: «Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σιωπή των θυμάτων και στη σιωπή όλων όσων κάτι ξέρουν ή κάτι υποψιάζονται. Τα θύματα πολλές φορές μπορεί να μην μιλάνε από φόβο ή από ντροπή ή γιατί δεν φαντάζονται πως μπορεί να βρουν υποστήριξη. Ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε και με ανήλικα παιδιά το να τους ζητάς να σπάσουν τη σιωπή τους είναι απάνθρωπο: δεν μπορεί από παιδιά να ζητάς να έχουν τη δύναμη που συχνά λείπει από τους μεγάλους. Από την άλλη, στην περίπτωση του Λιγνάδη, αν απλά κρίνω με βάση όσα τώρα κυκλοφόρησαν δεν είχαμε να κάνουμε με πράξεις που χάθηκαν στα σκοτάδια: […] μιλάμε για ιστορίες τρόμου. Δεν μπορεί σε ένα χώρο που είναι όλοι γνωστοί να μην ήξερε κανείς τίποτα. Και ευτυχώς υπάρχουν πολλές δυνατότητες για καταγγελίες: υπάρχουν σωματεία ηθοποιών, media, εισαγγελικές αρχές, Υπουργεία – όρεξη να ‘χεις.» Αν κάποιοι ήξεραν ή υποψιάζονταν και δεν έλεγαν τίποτε, προκύπτει σοβαρή ευθύνη και για τη λειτουργία της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η σιωπή δεν συνιστά μόνο αυτοπροστασία, η σιωπή, εδώ, λειτουργεί ενάντια στην κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, προκύπτει και ζήτημα λειτουργίας της ίδιας της πολιτείας. Αν υπάρχουν «φήμες», υποψίες ή «ψίθυροι» έχει χρέος η πολιτεία να προστατεύσει τους πολίτες , εξακριβώνοντας αν όλα αυτά ισχύουν ή όχι. Αν, μάλιστα, πρόκειται να εμπιστευθεί σε κάποιον θέση ευθύνης, τότε η υποχρέωση αυτή είναι μεγαλύτερη, διότι ο κάποιος αυτός, από τη θέση του, εκφράζει την ίδια την πολιτεία. Δε μπορεί η εκπρόσωπος της πολιτείας να δηλώνει «εξαπατημένη», επειδή ο κάποιος της είπε ψέματα (αν όντως είναι τέτοια) για το τι συμβαίνει. Υπάρχει περίπτωση, αν είναι εγκληματίας (σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα) να το παραδεχτεί; Δεν οφείλει η συντεταγμένη πολιτεία να ελέγξει το ποιόν και τη δράση του όποιου υποψήφιου για κρατικό αξίωμα; Δεν πρέπει να προστατέψει το κύρος της ή ακόμα και αυτόν τον ίδιο, αν τελικά όσα του καταλογίζονταν από τις φήμες αποδεικνύονταν ανυπόστατα; Και δεν πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του αυτός που παρέλειψε ή δεν σκέφτηκε να ενεργήσει έτσι; Θα μου πείτε ότι ζούμε στην Ελλάδα όπου η έννοια της πολιτικής ευθύνης έχει πάει περίπατο και τα αυτονόητα ακόμα αναζητούνται,

Τέλος, μια επισήμανση για την ελληνική δημοσιογραφία, όσον αφορά, τουλάχιστον, τα μεγάλα κανάλια και τις κεντρικές εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας. Φαίνεται ότι βρίσκεται σε μεγάλο τέλμα. Ο σωστός δημοσιογράφος αποκαλύπτει, δεν δικάζει. Γρηγορεί, δεν εφησυχάζει. Στέκεται ακέραιος, δεν είναι αργυρώνητος. Έχουμε τέτοιους στη χώρα μας; Θα παραθέσω ως απάντηση το σχόλιο ενός γνήσιου τέκνου της ελληνικής δημοσιογραφίας (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) του Γιάννη Πρετεντέρη: «καλώς ή κακώς, η διαφάνεια και η αποκάλυψη είναι τα δυο πόδια του Τύπου, τα οποία του επιτρέπουν να τρέχει ακόµη και στις πιο δύσκολες εποχές αλλά µε δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ότι και η διαφάνεια και η αποκάλυψη έχουν κανόνες. Ότι δεν ασκούνται εις βάρος του δικαίου ή της αξιοπρέπειας. […] Δεύτερον, ότι η διαφάνεια και η αποκάλυψη δεν κρύβουν ούτε υπηρετούν σκοπιμότητες. […] Δυστυχώς, ο ελληνικός Τύπος δεν έχει κατορθώσει να ανταποκριθεί συνολικά σε καμία από τις δύο προϋποθέσεις.»

 

Γράφει ο

Κώστας Κωσταβασίλης