Η εγκατάσταση προσφύγων και οι οπτικές αντιμετώπισής της

Η σχετικά πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την δημιουργία χώρου υποδοχής κι εγκατάστασης προσφύγων στην περιοχή μας φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο το μείζον θέμα της σχέσης μας με τους ανθρώπους αυτούς που αναζητούν καταφύγιο στη χώρα μας ή και που απλώς τη βλέπουν ως ενδιάμεσο σταθμό για την Ευρώπη, καταλήγοντας στο τέλος να μένουν εγκλωβισμένοι εδώ. Δυστυχώς η ελληνική πολιτική ηγεσία (στο σύνολό της) απέτυχε να διαμορφώσει και να επιβάλει ένα συγκεκριμένο σχέδιο υποδοχής και επαρκούς κατανομής των άτυχων αυτών ανθρώπων σε όλα τα κράτη μέλη της Ε. Ε., ενώ η συμφωνία της Ε. Ε. με την Τουρκία έχει εκ των πραγμάτων αχρηστευθεί και τα ελληνικά νησιά υποφέρουν από μια πρωτόγνωρη υπερφόρτωση προσφύγων, παρατύπως εισελθόντων μεταναστών κλπ. Η εύκολη στάση απέναντι στο πρόβλημα αυτό είναι να πει κανείς ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι κακώς βρίσκονται εδώ και θα πρέπει να τους επιστρέψουμε αμέσως στις χώρες απ’ όπου μας ήρθαν. Εύκολο να το λέει κανείς, εξαιρετικά δύσκολο στην εφαρμογή του, ειδικά αν οι χώρες προέλευσης βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση ή υπό ολοκληρωτικό καθεστώς. Αφήνω στην άκρη τα πρακτικά ζητήματα (πώς θα βρούμε ποιοι έρχονται από πού, πώς θα εξασφαλίσουμε ότι δε θα μας ξαναέρθουν δεδομένης της αδυναμίας μας να εμποδίσουμε εξαρχής την άφιξή τους, τι θα κάνουμε με αυτούς που τους φέρνουν παράνομα ή που τους αφήνουν να πεθάνουν μεσοπέλαγα) για να θέσω το ζήτημα στη θεωρητική του διάσταση.

Ο προβληματισμός που διαμορφώνεται κινείται σε δύο κατευθύνσεις: την πολιτική και την ανθρωπιστική. Ξεκινώντας από τη δεύτερη, αναρωτιέται κανείς τι απέγιναν οι αξίες του ανθρωπισμού και της συνεργασίας μεταξύ των λαών που αποτέλεσαν αφενός μεν τις βάσεις (υποτίθεται) του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αφετέρου τα θεμέλια επί των οποίων οικοδομήθηκε αρχικά από τους ιδρυτές της η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα από τις στάχτες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου.  Έχουμε φτάσει στο σημείο εκείνο όπου η αίσθηση της ηθικής τάξεως και της υποχρέωσης του ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του δεν λένε τίποτε στους ηγέτες των (υποτιθέμενων) ευρωπαϊκών δημοκρατιών; Αν (όπως διαφαίνεται από τη στάση και των κεντροβορειοευρωπαίων «εταίρων» μας) είναι έτσι, τότε ποιο μέλλον περιμένει τα παιδιά μας, όταν οι ισχυροί θα αποφασίσουν να γράψουν τις δημοκρατικές διαδικασίες στα παλιά τους τα παπούτσια και θα αρχίσουν να εξοντώνουν όχι μόνον πρόσφυγες αλλά και πολλούς από εμάς; Κάτι τέτοιο έχει ξανασυμβεί στην ιστορία, στα τέλη της δεκαετίας του 30 και το αποτέλεσμα ήταν ο πιο καταστροφικός πόλεμος που γνώρισε η ανθρωπότητα. Θέλω να πιστεύω ότι είμαστε πλέον σοφότεροι και ότι η λογική θα πρυτανεύσει.

Η πρώτη κατεύθυνση προβληματισμού αφορά την πολιτική βούληση των ευρωπαίων (ο Θεός να τους κάνει) «εταίρων». Είναι αποφασισμένοι να σεβαστούν τις δημοκρατικές διαδικασίες και να προστατεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο των πολιτών τους όσο και των προσφύγων; Αν ναι, τότε υπάρχει πρόβλημα ήδη με την εφαρμογή των «κλειστών» συνόρων από τις διάφορες χώρες της κεντρικής Ευρώπης και την εγκατάλειψη της Ελλάδας στο πρόβλημα αυτό. Ωστόσο, όπως έχει δείξει και η σχετικά πρόσφατη ελληνική ιστορία, με την ελληνοτουρκική σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών του 1923, ελάχιστα λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα των ανθρώπων, όταν πρόκειται για τα μεγάλα συμφέροντα των μεγάλων της Ευρώπης. Σε τέτοια περίπτωση, όμως, θα πρέπει όλοι να προβληματιστούμε για το ποια περιμένουμε να είναι η προοπτική αυτής της προσπάθειας, για ένωση των ευρωπαϊκών κρατών σε ενιαία πολιτική οντότητα και κατά πόσον μπορεί να επιβιώσει μια Ευρωπαϊκή Ένωση που θα απεμπολήσει μια από τις βασικές αρχές της λειτουργίας της: την προάσπιση της δημοκρατίας και την εξασφάλιση της ασφάλειας σε όλους όσοι βρίσκονται στο έδαφός της. Είναι οι Ευρωπαίοι πολίτες ικανοί να αποτρέψουν ένα τέτοιο πισωγύρισμα; Ο καιρός θα το δείξει, αν και τα πρώτα δείγματα από τις πρόσφατες ευρωεκλογές και τις εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν φαίνονται καθόλου ενθαρρυντικά.

Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, στο ειδικότερο θέμα της έλευσης των προσφύγων στην πόλη μας, λίγα μπορούν να γίνουν ως προς το ζήτημα αυτό καθεαυτό. Η πρόταση να παραχωρηθεί μέρος του σχεδιαζόμενου επιχειρηματικού πάρκου, για τη διαμόρφωση χώρου υποδοχής και εγκατάστασης προσφύγων, ήταν προφανές ότι θα έβρισκε αντίθετη την τοπική κοινωνία και σύσσωμη κάθε τοπική (δημοτική, επιχειρηματική, κοινοτική) αρχή. Βεβαίως η άρνηση θα είχε άλλη δυναμική, αν υπήρχαν ήδη εγκατεστημένες επιχειρήσεις στο πάρκο αυτό ή αν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες διαμόρφωσής του έτσι ώστε να μπορεί να προσφερθεί στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά η στάση των τοπικών αρχόντων μας δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Αν συναινούσαν στην πρόταση, θα ήταν σαν να αποδέχονται ότι  η όποια προοπτική επιχειρηματικής ανάπτυξης της περιοχής θα πρέπει να ακυρωθεί. Κάτι τέτοιο συνιστά πολιτική αυτοκτονία και οπωσδήποτε είναι απαράδεκτο. Από την άλλη πλευρά, είναι σφάλμα να κλείνουμε τα μάτια στο πρόβλημα και να αρνούμαστε να δεχτούμε πρόσφυγες στην περιοχή. Το θέμα, όπως τίθεται από τους κυβερνητικούς σχεδιασμού θεωρείται λήξαν και η έλευση των ανθρώπων αυτών θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Επομένως ή θα συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε και να ελπίζουμε μάταια ότι θα ακυρώσουμε τους σχεδιασμούς της κεντρικής πολιτικής εξουσίας, οπότε θα μείνουμε με την πικρία ότι τα συμφέροντα του τόπου μας θυσιάστηκαν στο βωμό του πολιτικού συμφέροντος της κυβέρνησης, ή θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι τοπικές αρχές.

Οι κινήσεις τους θα πρέπει να είναι συντονισμένες και προσεκτικά σχεδιασμένες σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον στην υπόδειξη τόπων εγκατάστασης των προσφύγων (προσωπική μου γνώμη είναι ότι αντιμετωπίζεται καλύτερα το πρόβλημα της διαβίωσης όταν έχεις πολλές μικρές ομάδες σε αξιοπρεπείς χώρους, παρά όταν έχεις μια τεράστια συσσώρευση σε χώρους με ελάχιστη ποιότητα διαβίωσης), με την προοπτική της μακροπρόθεσμης αποκόμισης ωφέλειας για το δήμο. Δεύτερον στο σχεδιασμό και τη διαμόρφωση προγράμματος υποστήριξης και συνύπαρξης με τους πρόσφυγες ώστε να αποφευχθούν τα προβλήματα που προκαλούνται όταν οι άνθρωποι φτάνουν στο έσχατο σημείο φτώχειας και εξαθλίωσης. Δεν μπορεί να περιμένουμε α φύγουν οι πρόσφυγες έτσι από μόνοι τους ή να μας τους πάρουν οι ευρωπαίοι εταίροι μας. Το πρόβλημα θα λυθεί όταν η παγκόσμια κοινότητα θα μπορέσει να βρει τρόπους να περιορίσει ή να εξαλείψει τους παράγοντες που ωθούν τους λαούς της Αφρικής ή της Ασίας να μεταναστεύσουν. Τέτοιοι παράγοντες είναι η φτώχεια, η πείνα, η υπανάπτυξη, ο πόλεμος, οι συγκρούσεις, ο φονταμενταλισμός. Μπορεί η διεθνής κοινότητα να φροντίσει ώστε να υπάρχει στοιχειώδης ανθρωπιά και αξιοπρεπής διαβίωση στις χώρες αυτές; Τότε θα μπορεί να ελπίζει σε «λύση» του προβλήματος. Αδιαφορεί για το γεγονός αυτό; Θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει καραβιές μεταναστών. Οφείλουμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα που υπάρχει με ανθρωπιά ώστε να μην φτάσουμε σε αδιέξοδα.