Skip to content

Μου είχε δώσει μια δραχμούλα ο παππούς μου. Όμορφες και δροσερές οι μέρες και οι νύχτες του να ’ναι εκεί πάνω που βρίσκεται. Κάθε φορά που θα γύριζε από την Άρτα θα είχε τα χεράκια του γεμάτα ψωμιά μπαστουνάκια, καραμελίτσες από την Κυριάκω, παστελάκια, μαντολάτα κι άλλα πολλά καλούδια. Έπαιρνε έναν μικρό μισθούλη  από καμιά δεκαριά σφαίρες που του είχαν δωρίσει οι Γερμανοί τον Αύγουστο του ’43, όταν έκαναν στάχτη το χωριό, και τον ξόδευε σε βολτίτσες και σε καραμελίδια για τα εγγόνια του. Συνήθως μου έδινε πενηντάλεπτα. Κι εγώ τον πήγαινα στο καφενείο, τον τάιζα –μια μπουκίτσα φασολάδα αυτός, μια εγώ– τον έντυνα, του τραγουδούσα…

Εκείνη τη μέρα, δεν ξέρω πώς έγινε –πάντως πληθωρισμό δεν είχαμε, οι τιμές δεν ανέβηκαν– και μου ’δωσε μια ολόκληρη δραχμούλα. Ω, τι ευτυχία! Με ένα πενηντάλεπτο έπαιρνες πέντε καραμέλες, με τη δραχμούλα δέκα. Με ένα πενηντάλεπτο έπαιρνες μια μικρή σοκολάτα, με τη δραχμούλα μια μεγάλη. Ένα τετραδιάκι των δώδεκα φύλλων με το πενηντάλεπτο, των είκοσι φύλλων με τη δραχμούλα.

– Με μια δραχμή, είκοσ’ φύλλα. Μι δυο πεντάλιπτα εικοστέσσερα φύλλα. Κερδίζουμ’ κι τέσσερα φύλλα, έλεγε η Σταθούλα. Φτώχεια. Πολλαπλή.

Ζεστάθηκε η παλάμη μου. Πού τσεπούλες να τη χώσω μέσα να την κρύψω μα και να ζεσταθεί κι αυτή. Κι αν υπήρχε κανένα παντελονάκι, με τα απαραίτητα ασφαλώς μπαλωματάκια και με μια τιράντα πάντα κρεμασμένη να σέρνεται κάτω, οι τσεπούλες του θα ήταν σίγουρα τρύπιες. Άλλωστε μέχρι να καταλήξει στο δικό μου κώλο, είχε ήδη ζεστάνει τον κώλο των μεγαλύτερων αδελφών μου. Την κρατούσα σφιχτά και την καμάρωνα. Από τη μια το κεφάλι του βασιλιά Παύλου, από την άλλη η κορόνα και τα γράμματα «Βασίλειον της Ελλάδος».

Θ’ αγόραζα πέντε καραμελίτσες σήμερα και θα τις έτρωγα κρυφά. Αν μ’ έβλεπαν οι άλλοι, θα τους έπεφταν τα σάλια. Μπορεί και να μου τις άρπαζαν απ’ το χέρι.

– Τι τρως;

– Μια καραμέλα.

– Να μ’ κι μένα μία.

– Δεν έχω άλλ’.

– Α, μωρέ κακούργο. Κόψε μ’ τη μ’σή.

Τι να κάνω; Θα την έφερνα στα μπροστινά μου δόντια και θα έκοβα, όχι βέβαια τη μ’σή. Μια γωνίτσα, ένα τόσο δα μόριο. Ίσα να γλυκαθεί το δοντάκι τους.

Θα κρατούσα το άλλο πενηντάλεπτο για την άλλη μέρα. Σοκολατίτσα τώρα απ’ το μπάρμπα – Γιώργο. Κι αυτή κρυφά. Κι αν μ’ έβλεπαν τ’ άλλα, θα τους έλεγα ψέματα.

– Τι παίρ’ς;

– Α, τίποτα. Τσικουλάτα τ’ αδερφού μ’.

 

Την αγαπούσαμε πολύ τη δραχμούλα. Γιατί ήταν είδος εν ανεπαρκεία. Σπάνιο πράμα. Και κάθε σπάνιο είναι αγαπητό και πολύτιμο. Μόλις θα βλέπαμε το παντελόνι του πατέρα να κρέμεται, θα το πολιορκούσαμε με τα μάτια μας. Θα στήναμε αφτί, θα φέρναμε ένα γύρο τα μάτια και φρουστ, θα του βάζαμε και λίγο χέρι. Καμιά δεκαρούλα, άντε μετά και κανένα πενηντάλεπτο. Ξεθαρρεύαμε καμιά φορά και ξαφρίζαμε και καμιά δραχμούλα, πιο σπάνια και κανένα διφραγκάκι, αν βέβαια υπήρχε κι αυτό.

Το πιο συχνό, τα βάζαμε με το θεό. Ο νονός μας όλο και κανένα πενηντάλεπτο θα μας έδινε. Γιατί μας αγαπούσε. Μας κράτησε στην ποδιά του. Μόλις τον βλέπαμε από μακριά, πηγαίναμε, τάχα χωρίς να ξέρουμε, δίπλα του για να μας δει και να αισθανθεί το χρέος του. Ο παππούς το ίδιο. Μπορεί και κανένας θείος. Μόνο ο θεός δε μας έδειχνε την αγάπη του.

– Αχ, θεέ μου. Ρίξε κανένα διφραγκάκι μέσα στο περιβολάκι! Τι ευτυχία, εκεί που θα παίζω, να μου γυαλίσουν, τσακ, δυο – τρία διφραγκάκια. Να νιώσω βασιλιάς. Κι όταν σωθούν, πάλι εσύ την αγάπη σου να μου δείξεις.

Αλλά πού; Μας γυάλιζε κανένα καπάκι από λεμονάδα; Ορμούσαμε πάνω του. Τζίφος! Γυάλιζε κανένα σαλιγκάρι το βράδυ; Απλώναμε το χεράκι μας και πιάναμε τα σάλια του. Έπεφτε το μάτι μας σε καμιά πεταμένη ροδέλα από το ποδήλατο του μπάρμπα – Θοδωρή;  Σκοτωμός ποιος θα προλάβει. Την έπαιρνε και την πέταγε κάτω με μίσος.

 

Σαν έπαιρνε η άνοιξη, λίγο μετά το Πάσχα, ερχόταν κάθε Κυριακή μεσημέρι ο παγωτάς στο χωριό. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά και χαζεύαμε. Πουθενά δραχμές. Ένα πενηντάλεπτο το μικρό χωνάκι, μια δραχμή το μεγάλο. Κι αν, κατά λάθος, βρισκόταν κανένα πενταλεπτάκι, το έρμο το παγωτό τέλειωνε τάκα – τάκα. Μαζί του και η γλύκα της Κυριακής. Κι όταν, πάλι, ερχόταν το πανηγύρι κι έφτανε ο Πάνο Πέτσας με τα σιροπιαστά μπακλαβαδάκια του, στεκόμασταν με παράπονο πάνω απ’ το καρότσι του και καταβροχθίζαμε με τα μάτια μας τις πλημμυρισμένες στα σιρόπια λαμαρίνες του. Κι αυτός όλο να φωνάζει και να διαλαλεί τα πολύτιμα αγαθά του, σαν να μας έλεγε «Τι κάθεστε, κόψτε το λαιμό σας και τραβάτε να βρείτε δραχμούλες». Τι δυστυχία κι αυτή! Γιατί, μωρή δραχμούλα, να σ’ αγαπάμε τόσο κι εσύ να μη μας θέλεις!

Ευτυχώς υπήρχε και ο παππούς με το μισθούλη του και τις βολτίτσες του στην Άρτα. Ευτυχώς υπήρχε και η Κυριάκω έξω απ’ τα λεωφορεία με τις μακρουλές χρωματιστές καραμέλες της, που ’μοιαζαν σαν τσιγάρα, με τα παστέλια της και τα μαντολάτα της. Τα καραμελίδια ήταν δικά μας. Το ψωμί το ’παιρνε η μάνα και το ’κρυβε. Το κρατούσε για τον καφέ. Έβραζε ένα κανατάκι σταρένιο καφέ το πρωί, έριχνε και λίγο καθάριο ψωμί και γλίτωνε απ’ τη γκρίνια μας. Η μπομπότα τον έκανε πιο πικρό και πιο άνοστο τον καφέ. Στην ανάγκη, βέβαια, τρίβαμε και μπομποτούλα, ακόμα και καμιά κουλούρα.

 

Έκοβα βόλτες στην αυλή. Η μάνα μου ήταν σκυμμένη πάνω από ένα σκαφίδι και έπλενε. Την κοιτούσα με καμάρι. Δεν άντεχα να τη χαίρομαι μόνος μου τη δραχμούλα μου. Περίμενα να με κοιτάξει κι αυτή.

– Μάνα!

– Ε! Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε.

– Κοίτα!

– Τι έχ’ς στο χέρι σ’;

– Δραχμή!

– Πού ν’ ηύρες;

– Μ’ ν’ έδωκ’ ο πάππος.

– Φερ’ν’ ιδώ κι θα σ’ δώσω ένα πιντάλιπτο.

– Ουόχ. Είναι θ’κιά μ’.

– Να μ’ νη ’δώ, χαϊδιάρη μ’, κι θα σ’ έχω καλό. Να μ’ να πάρουμ’ πιτρέλιου. Μια ολόκληρ’ δραχμούλα, τι να νη κάν’ς ισύ μια δραχμή; Θα σ’ δώσω εγώ, αύριο π’ θα να ’χω, ένα πιντάλιπτο.

Πουθενά εγώ. Αμετάπειστος. Τέτοια τιμή μου ’κανε ο παππούς και να κρατήσει τόσο λίγο! Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Πάει η σοκολάτα.

– Τ’ Ζώη ο πάππος τ’ δίν’ κάθε μέρα από μία δραχμούλα κι η μάνα τ’ δε νη παίρ’. Ισύ γιατί;

– Δεν έχουμ’ εμείς, πατέρα μ’. Με τι θ’ ανάψουμ’ τ’ φωτιά του βράδ’; Με τι το λυχνάρ’; Να μ’ ιδώ να στείλω ν’ αγοράσουμ’ πιτρέλιο.

Μα η δραχμή ήταν κατάκτηση. Ήταν αγώνας και όνειρο. Το παραχωρείς τόσο εύκολα; Ήξερα πως το παιχνίδι ήταν χαμένο. Ήξερα πως στο τέλος θα ήμουν ο ηττημένος. Σε λίγο η δραχμούλα δε θα ζεσταινόταν στο χέρι μου και δε θα ζέσταινε την καρδιά μου. Μα εγώ έπρεπε να αντισταθώ. Και αντιστάθηκα. Μολών λαβέ. Μ’ έβαλε στα πόδια. Τότε μπορούσε. Οι ταχύτητές της και οι αντοχές της δεν ήξεραν από όρια. Με κυνήγησε. Δεν πρόλαβα να φτάσω στη στροφή. Οι παρακλήσεις της και οι λογικές της κουβέντες δεν έπιαναν τόπο. Μ’ έπιασε με τη βαριά της χερούκλα. Ούτε κατάλαβα πότε η δραχμούλα μου άλλαξε χέρια!

– Άι ντε, να σ’ πω ιγώ, είπε.

Το βράδυ γέμισε το λυχνάρι με πετρέλαιο. Τ’ άκουσε κι ο παππούς ένα χεράκι.

– Μωρέ χ’στιανέ, για καραμιλίδια τ’ς έχ’ς τ’ς δραχμές σ’ ή για το σπίτ’;

 

Έχω καιρό, τώρα τελευταία, να πιάσω στα χέρια μου δραχμή. Μου φαίνεται πως έχω κάτι χρόνια να τη δω. Κι ούτε μια δεν κράτησα έτσι για ενθύμιο!

του Δημήτρη Βλαχοπάνου 

 (Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)