Η γέννηση του Χριστού και η επίδραση της στον κόσμο

Είναι μια δοκιμασία, αυτή, κάθε Χριστούγεννα, να προσπαθείς να βρεις κάτι καινούριο να γράψεις, ώστε να μην επαναλαμβάνεσαι λέγοντας τα ίδια και τα ίδια. Καταλήγει κανείς να σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο να ταλαιπωρεί τους αναγνώστες ή αν θα έπρεπε να αφήσει για λίγο το πληκτρολόγιο και να ασχοληθεί με κάτι πιο εσωτερικό, όπως η ανάγνωση κάποιου βιβλίου, ας πούμε. Παρόλα αυτά, αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα, δεν υπάρχει πιο νέο και πιο χαρμόσυνο άγγελμα από αυτό που σημαίνουν στην κυριολεξία τους τα Χριστούγεννα, ακόμα κι αν τείνουμε να το ξεχάσουμε μέσα στη δίνη της καταναλωτικής μανίας που μας περιβάλλει, συνήθως, όλες αυτές τις μέρες. Και δεν υπάρχει, νομίζω, και καλύτερη ευκαιρία για να αναρωτηθεί κανείς τι σημαίνει αυτό το άγγελμα, από την περίοδο αυτή την εορταστική. Αν σκεφτόμασταν όλοι τι πραγματικά σημαίνει η γέννηση του Χριστού για τον κόσμο και πόσο άλλαξε η πορεία της ανθρωπότητας μετά την εμφάνισή Του στη Γη, τότε μπορεί και να βλέπαμε με άλλο μάτι το μικρόκοσμό μας και να αποφασίζαμε να κάνουμε κάτι για να τον αλλάξουμε προς το καλύτερο.

Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθεί κανείς το μεγαλείο της του Χριστού Γεννήσεως, αν δεν παρατηρήσει με μια ιστορική ματιά το παρελθόν. Ας θυμηθούμε λίγο την ηθική πλευρά του πράγματος, πριν το Χριστό. Όσο κι αν κοπτόμαστε για τον ανθρωπισμό των αρχαίων προγόνων μας, όσο κι αν επαινούμε τη φιλοσοφική τους σκέψη και τις δημοκρατικές τους αρχές, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι η αρχαία κοινωνία ήταν βαθύτατα μεροληπτική. Οι γυναίκες δεν είχαν κατοχυρωμένη θέση στην κοινωνία αυτή, ούτε και διανοούνταν να την διεκδικήσουν. Ήταν καταδικασμένες στην αμάθεια και την εξάρτηση από τους άνδρες, με λίγες εξαιρέσεις, κυρίως από γυναίκες που, ως εταίρες, απολάμβαναν μια ανεξαρτησία η οποία, όμως, συνοδευόταν από κοινωνική ανυποληψία. Η Ασπασία, ως σύζυγος του Περικλή, μπορεί να ανέβηκε σε κοινωνική βαθμίδα, όμως ποτέ δεν κέρδισε το σεβασμό ή την αποδοχή των Αθηναίων. Πότε αρχίζει να γίνεται μια μεταστροφή στο κοινωνικό επίπεδο των γυναικών; Μετά τη γέννηση του Χριστού και τη διδασκαλία Του, κυρίως μετά το ίδιο Του το παράδειγμα, όταν υπερασπίστηκε τη μοιχαλίδα με το γνωστό «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», διαμορφώνεται μια νέα ηθική αντίληψη για τον κόσμο, όπου η γυναίκα, επί της ουσίας, έχει ισότιμη θέση με τον άνδρα. Ακόμα κι ο απόστολος Παύλος (ο οποίος έχει στοχοποιηθεί ως πολέμιος των γυναικών με το «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα») έχει στην προς τους Γαλάτες επιστολή του καταστήσει σαφές το πραγματικό νόημα της διδασκαλίας του Χριστού: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού», που σημαίνει «δεν υπάρχει Ιουδαίος ή Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ή ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας ή γυναίκα, όλοι σας είστε ένα μέσα στο Χριστό». Αν χρειάστηκαν αιώνες για να κατορθώσει το γυναικείο φύλο να κατακτήσει την ισοτιμία που δικαιούται, αυτό οφείλεται στην πεισματική άρνηση των ανδρών να καταλάβουν τη χριστιανική διδασκαλία, όχι στη διδασκαλία καθεαυτή.

Υπάρχει κι ένας άλλος τομέας, όμως, στον οποίο ο Χριστός διαμορφώνει ουσιαστική τομή με τον παλαιό κόσμο. Δεν είναι κρυφό ότι οι αρχαίες κοινωνίες ήταν δουλοκτητικές. Ακόμη και οι πιο φωτισμένοι φιλόσοφοι της αρχαιότητας αποδέχονταν τη δουλεία ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό και αναγκαίο για την πρόοδο και την ανάπτυξη της κοινωνίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η λογική της βίας αποτελούσε στοιχείο επιβεβαίωσης της πολιτιστικής ανωτερότητας. Η ανδρεία, ο τιμητικός θάνατος στον πόλεμο, η επιβεβαίωση της ανωτερότητας του πολεμιστή μέσα από την υπεροχή του στη μάχη, αυτά ήταν σε μεγάλο βαθμό στοιχεία που καθόριζαν τα πολιτισμικά πρότυπα των αρχαίων. Η φράση «αγαπάτε αλλήλους» που αποτελεί την επιτομή της χριστιανικής διδασκαλίας, δεν μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτή από τον αρχαίο Έλληνα. Πώς είναι δυνατό να αγαπήσεις κάποιον ο οποίος σε εχθρεύεται; Ακόμα και σήμερα, εμείς που έχουμε (υποτίθεται) κατανοήσει τη χριστιανική διδασκαλία, μετά από 2000 και πλέον χρόνια από τη γέννηση του Χριστού (την οποία γιορτάζουμε πάση λαμπρότητι), δεν έχουμε κατορθώσει να δεχτούμε αυτή την τόσο ρηξικέλευθη αλήθεια. Αν μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος, αν κάναμε απλώς πράξη αυτή την προτροπή, θα απορούσαμε πώς είναι δυνατόν να μην έχουμε καταλάβει ακόμα το μεγαλείο της. Ένας κόσμος χωρίς βία, χωρίς καταπίεση, χωρίς πολέμους, με αλληλοσεβασμό και αλληλοκατανόηση, να ο κόσμος όπου θα βασίλευε η ειρήνη! Αν εμείς δεν έχουμε καταφέρει να απαλλαγούμε από τις όποιες μικρότητες ή τις όποιες κακίες μας (του γράφοντος μηδέ εξαιρουμένου), δεν μας φταίει η διδασκαλία.

Η εμφάνιση του Χριστού και η διδασκαλία Του, ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει κανείς για το θαυμαστό της γεννήσεώς και της αναστάσεώς Του, δεν  μπορεί να μην γίνει αποδεκτή, ακόμα και από όσους δεν πιστεύουν, ως μια καταλυτική παρουσία που άλλαξε με τρόπο δραματικά επαναστατικό (με την έννοια ότι δεν έχυσε άλλο αίμα εκτός από το δικό Του) τις αντιλήψεις όλου του πλανήτη.  Για όσους πιστεύουν, αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό, το παράδοξο είναι ότι δεν γίνεται η διδασκαλία αυτή κατανοητή από όλους. Τα όποια εγκλήματα έγιναν ή γίνονται στο όνομα του Χριστού δεν μπορούν ούτε είναι δίκαιο να αποδίδονται σε Αυτόν, εφόσον ποτέ δεν υποστήριξε τίποτε ανάλογο. Στις μέρες αυτές λοιπόν, που περνάμε, μέσα στην ανασφάλεια και την κρίση, ας σκεφτούμε ότι η γέννηση του Χριστού μπορεί να γίνει αληθινά η αφετηρία για κάτι νέο: την ανακάλυψη του διπλανού μας. Καλά Χριστούγεννα σε όλους.

 

Γράφει ο

Κώστας Κωσταβασίλης