Εφυέστατο «δείπνο ηλιθίων στο κομπότι»

Έγραφα την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Άρτα έχει την τύχη να διαθέτει πλέον αξιολογότατες θεατρικές ομάδες που ανεβάζουν σπουδαία έργα του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, αναβαθμίζοντας τη θεατρική παιδεία και αισθητική του αρτινού κοινού. Ευτυχής συγκυρία το έφερε έτσι ώστε αυτές τις μέρες να συνυπάρχουν στην περιοχή μας οι παραστάσεις τριών έργων σπουδαίων δραματουργών, από ομάδες που εγγυώνται εξαιρετική απόδοση. Την Παρασκευή και το Σάββατο που μας πέρασε (20 και 21 Απριλίου) παρακολούθησα στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του δήμου Νικολάου Σκουφά στο Κομπότι, την παράσταση «Δείπνο ηλιθίων» του Φράνσις Βέμπερ, από τη θεατρική ομάδα «Υφο-ποιοι» του Πολιτιστικού Συλλόγου Κομποτίου, σε σκηνοθεσία της Αφροδίτης Κατσαούνου. Ο Βέμπερ είναι σχετικά σύγχρονος συγγραφέας (81 ετών σήμερα), με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, πολλές από τις οποίες έχουν μεταφερθεί (ή και γραφεί απευθείας για) στον κινηματογράφο και έχουν διασκευαστεί και για το Χόλυγουντ (μεγάλη επιτυχία έκανε το έργο του «Το κλουβί με τις τρελές»).
Το «Δείπνο ηλιθίων» μπορεί να θεωρηθεί μια καθαρόαιμη κωμωδία, μια φάρσα, μια άλλη προσέγγιση της αλαζονείας, της ευφυΐας και γιατί όχι, τελικά, της ευτυχίας. Παρότι ξεκινάει, όμως, ως φάρσα, το έργο κάποια στιγμή περνάει από το στάδιο του βωντβίλ (θεατρικό έργο το οποίο ξεφεύγοντας από τα παραδοσιακά πλαίσια πρότυπα, σατιρίζει τα ήθη) και καταλήγει να είναι μια κωμωδία με κοινωνικό προβληματισμό και βιτριολικό χιούμορ που ανατέμνει με ένα μοναδικό, σχεδόν αριστοφανικό τρόπο τα κατεστημένα και κακώς κείμενα της «υψηλής» γαλλικής (αλλά και κάθε χώρας) κοινωνίας που ασκεί οποιουδήποτε τύπο κοινωνικό ρατσισμό στους αδύναμους. Η υπόθεση του έργου βασίζεται σε ένα εμφανώς κοινωνικά ρατσιστικό σχήμα. Ένας επιτυχημένος εκδότης διασκεδάζει κάθε Τρίτη βράδυ με τους φίλους του οργανώνοντας δείπνα στα οποία ο καθένας φέρνει μαζί του και τον δικό του «ηλίθιο». Καθώς αυτός ο τελευταίος αγνοεί τον ρόλο για τον οποίο έχει προσκληθεί, η παρέα σπάει πλάκα σε βάρος του. Με αυτό το εύρημα ο Βέμπερ οργανώνει τη φάρσα του, με στοιχεία βοντιβίλ (vaudeville), μόνον που τώρα, ένα ξαφνικό λουμπάγκο του εκδότη Πιερ Μπροσάν ακυρώνει τη βραδιά, με αποτέλεσμα να ξεμείνει στο σπίτι του ο «ηλίθιος» που θα τον συνόδευε στο δείπνο. Από εκεί αρχίζει να πλέκεται το κουβάρι των παρεξηγήσεων: λάθη και μπερδέματα φέρνουν στη σκηνή και τα υπόλοιπα πρόσωπα. Ένας γιατρός, ένας εφοριακός, η σύζυγος και η ερωμένη, ο πιστός φίλος. Όλοι μαζί προσπαθούν να ξετυλίξουν το κουβάρι που ουσιαστικά οδηγεί στην πιο απλή απορία: Ποιος είναι τελικά ο (πιο) ηλίθιος; Όπως τονίζει και η σκηνοθέτις του έργου, Αφροδίτη Κατσαούνου, το έργο «θίγει το πολύ σοβαρό ζήτημα του κοινωνικού ρατσισμού που υπάρχει στις κοινωνίες του πολιτισμένου κόσμου», εκεί όπου η αγαθότης και η καλοσύνη πέφτουν θύματα «μιας μορφής ενήλικου bullying εξαιτίας της υπεροψίας και του αισθήματος εξουσίας» που διακατέχουν τους ισχυρούς.
Το κείμενο είναι από μόνο του αρκετά δυναμικό, γι’ αυτό χρειάζεται προσεκτική και προσεγμένη σκηνοθεσία για να μην ξεφύγει και καταλήξει γκροτέσκο ή υπερβολικό ως απίστευτο. Η Αφροδίτη Κατσαούνου μελέτησε πολύ καλά τις καταστάσεις και καθοδήγησε τους ηθοποιούς (σε διπλή διανομή μάλιστα για δύο ρόλους, γεγονός που καθιστά το εγχείρημα δυσκολότερο) με μαεστρία και σύνεση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ακόμα και τα πιο απίστευτα γεγονότα να εκτυλίσσονται ομαλά και φυσιολογικά μπροστά στα μάτια μας. Εκμεταλλεύεται, μάλιστα, άψογα το φωτισμό για να ξεπεράσει σκηνοθετικά τα μειονεκτήματα της αίθουσας όπου φιλοξενείται η παράσταση.
Οι ρόλοι ευτύχησαν να αποδοθούν από ηθοποιούς με μεράκι και εργατικότητα. Ο Κωνσταντίνος Σωτηρίου, ως «ηλίθιος» εφοριακός Φρανσουά Πινιόν, από αφανής στυλοβάτης με μικρούς ρόλους στις προηγούμενες παραστάσεις των «Υφο-ποιών», διαπρέπει στο έργο αυτό με ρόλο που του πηγαίνει και κινησιολογικά. Η στάση του σώματος του, οι εκφράσεις του προσώπου του στις παύσεις του, όλη γενικά η ερμηνεία συμβάλλει στην ανάδειξη του τελικού διλήμματος σχετικά με το ποιος μπορεί να είναι ο πραγματικά ηλίθιος της υπόθεσης. Ο Γιώργος Μαλιγιάννης, ως αλαζόνας και κυνικός εκδότης Πιερ Μπροσάν, αποδίδει ρεαλιστικά και με τον απαιτούμενο κυνισμό το ρόλο του μεγαλο-γιάπη που δεν έχει όρια προκειμένου να αποκτήσει αυτό που θέλει, δε βλέπει όμως τι συμβαίνει γύρω του. Οι αντιδράσεις του προσώπου του στις απίστευτες καταστάσεις που θα του συμβούν δείχνουν εμπεδωμένο ταλέντο και θεατρική εμπειρία. Ο Πάνος Τσιώνος, ως πρώην καλύτερος πλην προδομένος φίλος του εκδότη, Πωλ Λεμπλάν, δίνει μια πειστικότατη ερμηνεία αναδεικνύοντας το μεγαλείο του χαρακτήρα, αλλά και τη φυσική (εκ των πραγμάτων) ικανοποίησή του από την τιμωρία του φίλου του. Ο Κωνσταντίνος Σταύρου, ως άτεγκτος αλλά καλόκαρδος με το φίλο του ελεγκτής της εφορίας, Λυσιέν Σεβάλ αναδεικνύει υποκριτικό διαμάντι σε μικρής διάρκειας ρόλο. Η μετάπτωσή του από το κωμικό στο δραματικό στοιχείο, σε μια σκηνή όπου αυτό πρέπει να γίνει σε ελάχιστο χρόνο, μέσα από την έκφραση του προσώπου, τον τόνο και την ένταση της φωνής, τους υπαινιγμούς, είναι ανάλογη επαγγελματία ηθοποιού και προδίδει σκληρή δουλειά και μελέτη χαρακτήρα. Ο Παναγιώτης Ντούλας, ως γιατρός Σορμπιέρ μας πείθει ότι ασκεί την Ιατρική ως επάγγελμα και στην καθημερινότητά του, ενώ η φωνή του Θοδωρή Μπάκου αναδεικνύει την ποιότητα χαρακτήρα του γυναικά διαφημιστή Μενό.
Στους γυναικείους ρόλους υπάρχει διπλή διανομή. Τόσο η Γεωργία Παπακώστα (Παρασκευή 20 Απριλίου), όσο και η Παναγιώτα Κολιούλη (Σάββατο 21 Απριλίου) αποδίδουν τη σύζυγο του κυνικού εκδότη με την αξιοπρέπεια αλλά και τη γυναικεία τρυφερότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύονται. Η αντίδρασή τους στην αρχική σκηνή (όπου φαίνεται η διαφωνία τους με το «παιχνίδι» του συζύγου), όσο και στη σκηνή όπου θα βρεθούν σε τετ-α-τετ με τον «ηλίθιο» δείχνει υποκριτική ικανότητα υψηλού επιπέδου. Η Μαρία Τριανταφυλλοπούλου ως ερωμένη του εκδότη, Μαρλέν (Παρασκευή 20 Απριλίου), προσδίδει στο ρόλο της την απαιτούμενη κωμικότητα, αναδεικνύοντας περισσότερο το υστερικό στοιχείο του χαρακτήρα της. Στον ίδιο ρόλο η Ευαγγελία Βλαχοπάνου (Σάββατο 21 Απριλίου) επιλέγει να τονίσει περισσότερο το κωμικό μέσα από την καλώς νοούμενη «τρέλα», σε μια ερμηνεία που θυμίζει λίγο το χαρακτήρα της «Πάστα Φλώρας» στην κωμωδία «Μια τρελή-τρελή οικογένεια»). Η Ελισάβετ-Μαρία Λιάπατα, ως τηλεφωνήτρια του νοσοκομείου αποδίδει ένα μικρό ρόλο με σκέρτσο και νάζι δίνοντας ένα επιπλέον κωμικό στοιχείο σε μια σκηνή με δραματικά φορτισμένη ένταση προς το τέλος.
Το σκηνικό των Χρήστου Παππά και Σωτήρη Γούσια υπηρετεί άψογα την πλοκή του έργου, τα κοστούμια που επιμελήθηκε το κάθε μέλος της ομάδας δείχνουν ότι υπήρξε συλλογική συναντίληψη για την απόδοση των χαρακτήρων, οι ηχογραφήσεις του Μιχάλη Ντέμσια και η μουσική των Γ. Σπύρου, Ελ. Λιάπατα και Π. Ντούλα τονίζουν την εξέλιξη σε υψηλής ποιότητας απόδοση ήχου από τον Κων/νο Κολοκυθά. Είναι μια παράσταση που μπορείς να δεις και να ξαναδείς με ευχαρίστηση!