Ερημοποίηση: Ένα μεγάλο πρόβλημα

Η πρόσφατη άνοδος της θερμοκρασίας σε υψηλά για αρχή του καλοκαιριού επίπεδα, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ζέστες του Μαΐου, παρόλο που υπήρξαν και κάποιες ξαφνικές μπόρες αυτές τις μέρες, θυμίζει όλο και περισσότερο καιρό τροπικό παρά μεσογειακό και φέρνει στην επικαιρότητα το μεγάλο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής και της ανόδου της θερμοκρασίας σε όλον τον πλανήτη. Το σημαντικό αυτό πρόβλημα έχει ως αποτέλεσμα μια άλλη μεγάλη πηγή προβλημάτων για όλη την ανθρωπότητα, τον κίνδυνο ξηρασίας και ερημοποίησης μεγάλων τμημάτων των μέχρι τώρα εδαφών με χλωρίδα. Η ερημοποίηση αποτελεί συνάρτηση πολλών παραγόντων με κυριότερους τη διάβρωση των εδαφών, ιδίως όπου δεν υπάρχει βλάστηση για να συγκρατήσει τα νερά των βροχοπτώσεων, και τη μη ορθολογική διαχείριση του νερού μέσω της υπερεκμετάλλευσης και της υποβάθμισης των υπογείων υδάτων. Έχει ως συνέπειες την ανυπολόγιστη απώλεια στο γεωργικό και κτηνοτροφικό εισόδημα και τη ραγδαία χειροτέρευση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής. Η μετατροπή των εύφορων εδαφών σε έρημο πλήττει σοβαρά πάνω από 100 χώρες στον κόσμο. Προκαλεί εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων νερού, διάβρωση και κατολίσθηση των εδαφών, καθώς και πλημμύρες. Γι’ αυτό το λόγο, 200 χώρες από όλες τις ηπείρους του πλανήτη, συντονίζουν της ενέργειές τους για την καταπολέμηση του φαινομένου, μέσω του ΟΗΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή καθιερώθηκε και η 17η Ιουνίου ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ερημοποίησης.

Σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ο.Η.Ε., ερημοποίηση είναι η υποβάθμιση της γης ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής αλλά και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Το φαινόμενο αυτό έχει ολέθριες επιπτώσεις στις περιοχές τις οποίες πλήττει. Η απώλεια της γονιμότητας του εδάφους καταλήγει σε μείωση της παραγωγής, εγκατάλειψη της γης και μετανάστευση των ανθρώπων. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι περίπου το 30% της χώρας βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο ερημοποίησης, ενώ ένα άλλο 35% σε μέτριο κίνδυνο. Σε μεγάλο κίνδυνο ερημοποίησης βρίσκεται κυρίως η Θεσσαλία, η ανατολική Στερεά, η Εύβοια, τα νησιά του Αιγαίου, η ανατολική Πελοπόννησος και τμήμα της Μακεδονίας. Αν αναζητούσαμε τους υπεύθυνους της εξάπλωσης του επικίνδυνου αυτού φαινομένου, θα εντοπίζαμε πολλές και διαφορετικές παραμέτρους. Μερικές είναι φυσικές (έντονες βροχοπτώσεις, ξηρασίες), άλλες σχετίζονται άμεσα με τις ανθρώπινες δραστηριότητες(λανθασμένες γεωργικές πρακτικές, υπερβολική χρήση νερού κατά την άρδευση, ρύπανση από λιπάσματα και φυτοφάρμακα, μονοκαλλιέργειες, υπερβόσκηση, καταστροφή δασών, οικοδόμηση περιοχών, υπερβολική κατανάλωση νερού). Όλες αυτές οι δραστηριότητες οδηγούν στην αύξηση της διάβρωσης του εδάφους και την αδυναμία συγκράτησης αξιόλογης χλωρίδας.

Σε μήνυμα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με αφορμή τη σημερινή μέρα αναφέρεται ότι το φαινόμενο απειλεί πολλές περιοχές της γης, και όχι μόνο τις ερήμους, προκαλώντας μείωση ή και απώλεια της βιολογικής και οικονομικής παραγωγικότητας της γης. Έχει σαν άμεσο αποτέλεσμα την εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων νερού και την απώλεια εύφορου εδάφους δημιουργώντας ανυπολόγιστες απώλειες στο γεωργικό και κτηνοτροφικό εισόδημα, επιδεινώνοντας ραγδαία το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής. Απάντηση στην ερημοποίηση, αναφέρει το μήνυμα του υπουργείου, μπορεί να αποτελέσει η γεωργία, ως θεματοφύλακας της υπαίθρου, με την εφαρμογή ορθών γεωργικών πρακτικών. Εδώ, όμως εντοπίζεται το πρόβλημα, καθώς η εκπαίδευση στη χώρα μας, ελάχιστα έως καθόλου δεν οδηγεί τα απιδιά μας προς την κατεύθυνση των αγροτικών επαγγελμάτων (στη σύγχρονη μορφή τους φυσικά), με αποτέλεσμα η στροφή στη γεωργία να γίνεται ουσιαστικά σχεδόν αναγκαστικά και χωρίς σχέδιο.

Όπως διαπιστώνει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μιχαηλίδης (στην ιστοσελίδα epixeiro.gr), «στην ελληνική πραγματικότητα τα αγροτικά επαγγέλματα έχουν υποστεί συστηματική απαξίωση και οι επαγγελματίες αγρότες συνήθως αντιμετωπίζονται ως «κατώτερης ποιότητας» επαγγελματίες. Όσοι θέλουν να ασχοληθούν για πρώτη φορά με τα αγροτικά επαγγέλματα τώρα, βάζουν, για να διαχωρίσουν την νέα κατάστασή τους, ως προμετωπίδα, την «αγροτική επιχειρηματικότητα», διότι τάχα αυτοί, οι καινούργιοι, είναι «επιχειρηματίες αγρότες». Είναι αρκετά σαφής ένδειξη ότι, γενικά, οι ασχολούμενοι με τα αγροτικά επαγγέλματα, μέχρι πριν την κρίση της οικονομίας της αγοράς, δεν θεωρούνταν ισότιμοι επαγγελματίες. Σήμερα, δυστυχώς εξ ανάγκης, όλοι ανακάλυψαν την πιθανότητα να παράγουν τρόφιμα, αλλά δεν θέλουν να είναι απλοί αγρότες, και αυτοαποκλήθηκαν «επιχειρηματίες αγρότες». Προσθέτει ο αρθρογράφος: «είναι τριπλή ατυχία να ζεις στην Ελλάδα, να είσαι νέος και να ξεκινάς σε κάποιο αγροτικό επάγγελμα. Κάποιοι χαρακτηρίζουν ως αγρότες όσους έχουν εισόδημα (πέραν ενοικίων) τουλάχιστον κατά 35% από αγροτικά επαγγέλματα, ενώ αγροτικές επιδοτήσεις εισπράττουν περίπου 850.000 άτομα στην Ελλάδα (χωρίς να είναι όλοι «αγρότες»). Και δεν ξεκαθαρίζει κανένας τον χώρο, διότι όπως φαίνεται είναι πολλοί οι ψήφοι, που εισπράττουν επιδοτήσεις από την ΚΓΠ-CAP, τάχα σαν τυπικοί αγρότες».

Το πρόβλημα της ερημοποίησης αποτελεί ένα ενδεικτικό δείγμα των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η απουσία μακροπρόθεσμου εθνικού σχεδιασμού για την εκπαίδευση και τους στόχους της, σε συνδυασμό με ένα πρόγραμμα εθνικής ανάπτυξης. Οι αρμόδιοι θα πρέπει να κινητοποιηθούν και όλοι μας θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε πριν να είναι πολύ αργά!!