Εθνική Ενότητα: Απαραίτητη Προϋπόθεση Αντίστασης

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Η Εθνική Αντίσταση εναντίον των στρατευμάτων κατοχής, προέκταση και ολοκλήρωση του έπους της Αλβανίας, υπήρξε συλλογικό έργο όλων των Ελλήνων, που με τις όποιες δυνάμεις τους αντιτάχθηκαν στους κατακτητές και πολέμησαν για το πανάκριβο αγαθό της Ελευθερίας. Για να αποδοθεί έμπρακτα ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν, βασανίστηκαν ή έπεσαν ηρωικά προσφέροντας τα μέγιστα στον υπέρ πάντων αγώνα του λαού μας στα μαύρα χρόνια της κατοχής, η Ελληνική πολιτεία καθιέρωσε από το 1982 την επέτειο της Μάχης του Γοργοποτάμου ως ημέρα Πανελλήνιου εορτασμού της Εθνικής μας Αντίστασης. Η μάχη αυτή η οποία υπήρξε σταθμός της αντιστασιακής δράσης στην Ελλάδα, απ+οτελεί ταυτόχρονα, χάρη στον ενωτικό της χαρακτήρα, φωτεινό παράδειγμα για τις επερχόμενες γενιές. Έγινε στις 25 Νοεμβρίου 1942 από αντιστασιακούς των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, που συνεργάστηκαν υπό το συντονισμό Βρετανών κομάντος, εναντίον ιταλικών και γερμανικών δυνάμεων που υπεράσπιζαν την ομώνυμη γέφυρα. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της γέφυρας, μια σημαντική επιτυχία της Αντίστασης που έδρασε ενωμένη. Ο στόχος της ήταν ουσιαστικός και η σημασία της μεγάλη. Η επιχείρηση αυτή, σύμφωνα με τον ίδιο τον Τσόρτσιλ, μπορεί να θεωρηθεί σα μακρινό προοίμιο της μάχης του Ελ Αλαμέιν, γιατί έκοψε το δρόμο εφοδιασμού των στρατευμάτων του Ρόμμελ μέσω της Ελλάδας, ενίσχυσε την αντιστασιακή δράση και ακινητοποίησε στην Ελλάδα τρεις γερμανικές μεραρχίες και τέσσερις ιταλικές, που προσπαθούν μάταια να καταπνίξουν το αντάρτικο κίνημα.
Η επιτυχής έκβαση του δύσκολου αυτού εγχειρήματος οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στο γεγονός ότι οι Έλληνες, μπροστά στον κοινό κίνδυνο, παραμέρισαν όσα τους χώριζαν, αναγνώρισαν ότι μόνον ενωμένοι μπορούσαν να υπερνικήσουν υπέρτερές τους δυνάμεις και προχώρησαν μονιασμένες προς τον κοινό σκοπό. Ήταν μια απόδειξη του τι μπορεί να καταφέρει το πνεύμα της ομόνοιας ενός λαού, όταν αυτός βρίσκεται σε κίνδυνο. Ήταν το ίδιο πνεύμα που κινητοποίησε χιλιάδες Ελλήνων στο κάλεσμα της πατρίδας την 28η Οκτωβρίου 1940. Αναδεικνυόταν σε όλο του το μεγαλείο ο υγιής και καλώς νοούμενος πατριωτισμός των Ελλήνων οι οποίοι αρνούνταν, με τον τρόπο αυτό, έστω και αργά, έστω και με κατεβασμένο αρχικά το κεφάλι, να ακολουθήσουν τη βούληση των ισχυρών και επέλεγαν να αντισταθούν, οσοδήποτε μεγάλο κι αν ήταν το μέγεθος του αντιπάλου. Ήταν πνεύμα ενθουσιασμού που, επιτέλους θα δινόταν η ευκαιρία στους Έλληνες να αποδείξουν ότι σε δύσκολες συνθήκες μπορούν και θα πρέπει να αντιστέκονται σε επικίνδυνες επιβουλές. Το ίδιο πνεύμα εμψύχωνε τους αγωνιστές της αντίστασης όταν βρίσκονταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ή στα χέρια αδίστακτων βασανιστών που δεν μπορούσαν να τους αποσπάσουν ζωτικές πληροφορίες. Πόσον αλήθεια από τον πατριωτισμό των νέων εκείνων θα συναντήσουμε μεταξύ των συγχρόνων μας σήμερα; Ποια κινητήριος δύναμη μπορεί να κινητοποιήσει τη σημερινή νέα γενιά (αλλά και όλους μας) ώστε να αγωνιστούμε για τη σωτηρία της πατρίδας μας, παραμερίζοντας οποιαδήποτε διαφορά μπορεί να μας χωρίζει;
Οι απαντήσεις στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα είναι δύσκολες και καθόλου αυτονόητες, θα πρέπει όμως να αναζητηθούν από όλους μας και κυρίως από τους ιθύνοντες την ελληνική πολιτεία. Ζούμε σε μια εποχή ιδιαίτερα ταραγμένη, σε μια κοινωνία η οποία βιώνει μια κρίση (οικονομική μεν αλλά πρωτίστως αξιακή), με τρόπο που αν δεν εξανεμίζει, οπωσδήποτε μειώνει αισθητά τις προσδοκίες των παιδιών μας για ένα καλύτερο μέλλον. Η χώρα μας υφίσταται μια επιτροπεία που μειώνει αισθητά την πρωτοβουλία κινήσεων, την καθιστά εποπτευόμενη από τους έξωθεν κατευθυνόμενους θεσμούς και προσβάλλει την εθνική μας αξιοπρέπεια. Σε τέτοιες εποχές είναι που ελλοχεύουν οι κίνδυνοι όχι μόνο της πολιτικής αλλά, πρωτίστως, της πολιτισμικής εξάρτησης, του αφελληνισμού του λαού μας με τρόπο λιγότερο βίαιο από τις μαζικές σφαγές αμάχων επί κατοχής, αλλά εξίσου αν όχι περισσότερο αποτελεσματικό, αν κρίνουμε από τη γλώσσα των νέων μας ή και τις ξενόφερτες συνήθειες που τείνουν να κυριαρχήσουν στην καθημερινότητά μας. Είναι μέγιστο καθήκον μας, λοιπόν, να αναζητήσουμε τρόπους να διαμορφώσουμε τις συνθήκες μιας νέας Εθνικής Πολιτισμικής Αντίστασης.
Η απάντηση στο μείζον ερώτημα, αυτό του πώς θα συγκροτηθεί μια τέτοια κίνηση, μπορεί να αναζητηθεί στο παράδειγμα των γενναίων εκείνων που διακινδύνευσαν την ίδια τους τη ζωή για να ανατινάξουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Η εθνική ομόνοια, η εθνική ενότητα, μόνον αυτή μπορεί να ανασυγκροτήσει το έθνος μας, να το στηρίξει στις δύσκολες στιγμές που περνά και να το βοηθήσει να βρει το δρόμο του μέσα στον κυκεώνα της παγκοσμιοποίησης. Μια τέτοια ενότητα μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τοις διαχρονικές αξίες που συγκροτούν την παράδοση του ελληνικού έθνους: τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Η ελληνική γλώσσα, με την τεσσάρων χιλιάδων ετών ιστορική της πορεία, θα πρέπει να ενισχυθεί και να στηριχτεί από όλους μας ώστε να στηρίξει με τη σειρά της μια νέα εκκίνηση του λαού μας προς τα εμπρός. Ο ελληνικός πολιτισμός, όπως προέκυψε από τη γόνιμη σύνδεση του αρχαιοελληνικού ανθρωπισμού με την ορθόδοξη χριστιανική στάση ζωής, μπορεί να ξαναδώσει νόημα στη ζωή των ανθρώπων σήμερα. Μόνο με μια τέτοια οπτική αγάπης προς το συνάνθρωπο μπορεί όχι μόνον η Ελλάδα αλλά γενικότερα η σύγχρονη κοινωνία να υπερβεί τον τεχνοκρατισμό και τον ατομικισμό που οδηγούν στην κυριαρχία των αριθμών και της οικονομίας, να οργανώσει την οικονομία γύρω από τον άνθρωπο και όχι τον άνθρωπο γύρω από την οικονομία. Μόνο με τέτοιες γερές πνευματικές βάσεις θα μπορούσε ο σύγχρονος ελληνισμός να υπερβεί την κρίση που τον μαστίζει και να ξεφύγει από τη σύγχρονη «κατοχή» του στυγνού ατομισμού.
Η χώρα έχασε αρκετές ευκαιρίες στο παρελθόν να μπορέσει να κάνει βήματα για τη συγκρότηση των απαραίτητων δομών και υποδομών που θα οδηγούσαν σε πραγματική ανεξαρτησία, είτε επειδή οι ηγεσίες προτιμούσαν τη σιγουριά της (οικονομικής ή άλλης) εξάρτησης και του (ατομικού) πλουτισμού είτε επειδή οι πολιτικοί δεν ήταν επαρκώς ικανοί να αδράξουν τις ευκαιρίες είτε επειδή οι απλοί πολίτες εφησύχασαν, επιλέγοντας το δρόμο του ατομισμού. Στις δύσκολες εποχές που περνάμε και που μας μέλει ακόμα να περάσουμε, λοιπόν, ο μόνος δρόμος που έχουμε για να τα καταφέρουμε είναι ο δρόμος της εθνικής ομόνοιας, της ενότητας και της στροφής στον άνθρωπο.