Δυο πολυθρόνες και αρκετοί συμβολισμοί

Δεν ξέρω σε πόσους έκανε εντύπωση η εικόνα των δύο πρωθυπουργών, της Γερμανίας και της Ελλάδας, να κάθονται αναπαυτικά σε δύο πολυθρόνες κατά την ανάκρουση των εθνικών ύμνων των χωρών τους κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του κ. Μητσοτάκη στη Γερμανία. Οφείλω να επισημάνω ότι δεν είναι κάτι που συνηθίζεται, δεδομένου ότι κανονικά, όταν ανακρούεται ο ύμνος μιας χώρας, τόσο ο οικοδεσπότης όσο και ο προσκεκλημένος τιμούν την ανάκρουση αυτή με τη στάση που ορίζει το σχετικό πρωτόκολλο. Για μας τους Έλληνες η στάση αυτή είναι η στάση της προσοχής, για τους Αμερικανούς η στάση προσοχής με το δεξί χέρι να τοποθετείται επάνω στο αριστερό στήθος, στο μέρος της καρδιάς, για άλλους λαούς μπορεί να είναι κάτι άλλο. Δε γνωρίζω, όμως, λαό που να τιμά τον ύμνο του καθιστός.

Προλαβαίνω τις όποιες αντιρρήσεις, συμφωνώντας ότι το πώς θα τιμήσει τον εθνικό μας ύμνο δεν επιλέχθηκε από τον Έλληνα πρωθυπουργό, αλλά του υπεδείχθη ευσχήμως από τη γερμανική πλευρά, όταν του προσέφεραν το κάθισμα δίπλα στην κα Μέρκελ. Ίσως να μην ήταν ενήμερος εκ των προτέρων (δεν παρακολούθησα το όλο θέμα), ίσως πάλι και να τον είχαν προειδοποιήσει. Οπωσδήποτε, όμως, δύσκολα θα μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Οφείλω επίσης να παρατηρήσω πως δεν πιστεύω ότι, αν στη θέση του κου Μητσοτάκη ήταν ο κ. Τσίπρας ή κάποιος άλλος ή άλλη οποιοσδήποτε ή οποιαδήποτε πολιτικός ως πρωθυπουργός της Ελλάδας θα επιχειρούσε να κάνει κάτι διαφορετικό εφόσον οι συνθήκες ήταν ίδιες. Αν οι Γερμανοί προσέφεραν κάθισμα και όριζαν ότι καθιστοί οι δύο ηγέτες θα τιμούσαν την ανάκρουση των εθνικών τους ύμνων, οι όποιοι πολιτικοί μας θα κάθονταν και θα έλεγαν και το τραγούδι (μάλλον από μέσα τους!).

Εδώ είναι που αρχίζουν οι αναπόφευκτοι συμβολισμοί και οι προεκτάσεις. Τι είναι ο εθνικός ύμνος για έναν λαό; Τι συμβολίζει πραγματικά γι’ αυτόν που τον ακούει; Κανονικά θα έπρεπε η ανάκρουση του εθνικού μας ύμνου να μας συγκινεί και να μας εμπνέει. Γιατί δεν είναι απλώς ένα τραγούδι που κάποιοι αποφάσισαν ότι θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τη χώρα μας ακουστικά. Αποτελεί τη σύνοψη όλων όσα συνέβαλαν και συμβάλλουν ακόμη στη διαμόρφωση και τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, στην αναγέννηση και τη σταδιακή συνένωση του ελληνικού έθνους, στην αυτεπίγνωσή του και την απόφασή του να διεκδικήσει την πολιτική του υπόσταση και ανεξαρτησία. Υπό κανονικές συνθήκες, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να υπάρχει περίπτωση να δεχτεί κάποιος πολιτικός να ακούσει τον εθνικό μας ύμνο καθιστός. Μα δεν το επιβάλλουν αυτό λόγοι ευγένειας; Αν ο οικοδεσπότης για όποιους λόγους (υγείας, κατά πάσα πιθανότητα) δεν μπορεί να παραμείνει ακίνητος κατά τη διάρκεια της ανάκρουσης σε όρθια στάση θα πρέπει να τον προσβάλλουμε; Οπωσδήποτε όχι, θα πρέπει να εξηγήσουμε, όμως, ότι παρόλο που δεν θεωρούμε προσβολή προς εμάς να είναι αυτός καθιστός στην ανάκρουση των ύμνων, εμείς θα τους τιμήσουμε όπως πρέπει, δηλαδή όρθιοι σε στάση προσοχής.

Στο σημείο αυτό εντοπίζονται οι πρώτοι προβληματισμοί. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει οι δύο ηγέτες να έχουν ισότιμη σχέση, να μιλάνε, δηλαδή, μεταξύ τους ως ίσος προς ίσον. Δυστυχώς αυτό έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί τα τελευταία περίπου 20 χρόνια. Πολύ πριν από την εποχή των μνημονίων, ίσως μάλλον από την περίοδο που ευχαριστούσαμε τους Αμερικανούς και παρακαλούσαμε τους Ευρωπαίους «εταίρους» μας να μας δεχτούν στην Ο.Ν.Ε., οι Έλληνες δεν αντιμετωπιζόμαστε ως ισότιμοι από τις πιο εύρωστες οικονομικά χώρες, παρόλο που έχουμε συμβάλει σε τεράστιο βαθμό στην εξασφάλιση της ευρωστίας τους. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση εξάρτησης, όχι μόνο οικονομικής (κυρίως) ή πολιτικής (αναμφισβήτητα), αλλά ακόμα και πολιτισμικής, ηθικοπνευματικής. Έχουμε απολέσει την όποια αίσθηση ανεξαρτησίας και αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα είναι να διατηρήσουμε το επίπεδο υλικού πολιτισμού που μας έχει φαινομενικά εξασφαλίσει αυτή μας η πειθήνια στάση.

Το πρόβλημα έγκειται στο ότι αυτή η αντίληψη δεν είναι φαινόμενο μόνο του 21ου αιώνα. Ήδη από τη δημιουργία του, το ελληνικό κράτος (το οποίο είχε ήδη κηρύξει μια πτώχευση το 1827 πριν καν αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο!) θεωρούνταν απολύτως εξαρτημένο από τις λεγόμενες «προστάτιδες» δυνάμεις οι οποίες επέβαλαν είτε με το άγριο είτε με το αγριότερο τις επιθυμίες τους. Ας θυμηθούμε το ναυτικό αποκλεισμό του 1854, το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο του 1897 (με τη σχετική επιτροπή να αποχωρεί από τη χώρα το 1935!). Στον 20ο αιώνα η ανάγκη να συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις της μιας ή της άλλης δύναμης μας οδήγησε σε Εθνικό Διχασμό και αργότερα σε εμφύλιο πόλεμο. Η φράση «ανήκομεν εις την Δύσιν», όσο κι αν υπονοούσε τον φιλελεύθερο πολιτικό προσανατολισμό του εκφραστή της, δεν έπαυε να συμβολίζει και την πολιτική και οικονομική μας εξάρτηση από τις ξένες κι εύρωστες οικονομικά δυνάμεις.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να ξεφύγουμε από αυτή τη μέγγενη ενός φαύλου κύκλου που διαρκώς μας οδηγεί από δάνειο σε δάνειο κι από πτώχευση σε πτώχευση; Εκτίμησή μου είναι ότι για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει όλοι μας να αναρωτηθούμε αν και κατά πόσο θέλουμε να εκφραζόμαστε από τα σύμβολα και τους συμβολισμούς του ελληνισμού και να αναζητήσουμε την πραγματική έννοια του πατριωτισμού που δε συμβιβάζεται με «σκούπες», «σκουπίδια» και άλλα φληναφήματα. Θα πρέπει να  σκεφτούμε όπως περίπου πρότεινε και ο Τζ. Κένεντυ, όταν έλεγε (στους ομοεθνείς του αμερικανούς, βεβαίως αυτός), «μη σκέφτεστε τι μπορεί να κάνει η πατρίδα για σας, αλλά τι μπορείτε να κάνετε εσείς για την πατρίδα».