Δυο επέτειοι του ύψους και του βάθους

Η εβδομάδα που μας πέρασε σημαδεύτηκε από δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους επετείους. Η πρώτη αφορά την επέτειο της 4ης Ιουλίου 2004. Τότε η εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου συμμετείχε στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου 2004. Το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου 2004, ή αλλιώς Euro 2004, διεξήχθη στα γήπεδα της Πορτογαλίας από τις 12 Ιουνίου ως τις 4 Ιουλίου 2004. Ήταν η 12η διοργάνωση ευρωπαϊκού πρωταθλήματος της UEFA. Πήραν μέρος 16 εθνικές ομάδες. Απ’ αυτές η Πορτογαλία προκρίθηκε αυτόματα ως διοργανώτρια χώρα ενώ οι υπόλοιπες 15 πέρασαν από μια προκριματική φάση στην οποία μετείχαν 50 ομάδες. Το τρόπαιο κατέκτησε η Ελλάδα, ενάντια σε όλα τα προγνωστικά. Μετείχε μόλις για δεύτερη φορά σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (μετά το 1980) και ήταν ένα από τα αουτσάιντερ του τουρνουά. Έκανε την πρώτη έκπληξη στην πρεμιέρα, νικώντας με σκορ 2-1 τη διοργανώτρια Πορτογαλία. Στη συνέχεια υπό την καθοδήγηση του Ότο Ρεχάγκελ και με όπλο την πολύ καλή άμυνα προκρίθηκε στα προημιτελικά, απέκλεισε διαδοχικά τη Γαλλία και τη Τσεχία και έφτασε στον τελικό της 4ης Ιουλίου. Εκεί συνάντησε πάλι την Πορτογαλία και την κέρδισε για δεύτερη φορά με 1-0 και σκόρερ τον Άγγελο Χαριστέα.

Ήταν μόλις η δεύτερη παρουσία της «γαλανόλευκης» σε τελική φάση Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και πρώτη μετά από 24 χρόνια, αγνοούσε φυσικά την πρώτη νίκη της σε τέτοιο επίπεδο (1 ισοπαλία-2 ήττες ο μέχρι τότε απολογισμός), ενώ ήταν η πρώτη εμφάνιση σε μεγάλη διοργάνωση μετά την επώδυνη εμπειρία του Μουντιάλ του 1994, με τον απολογισμό των 3 ηττών σε ισάριθμα ματς με Αργεντινή, Βουλγαρία και Νιγηρία, καθώς και των 0-10 τερμάτων. Αυτό λοιπόν που κάνει το επίτευγμα εκείνης της ομάδας ακόμα μεγαλύτερο ήταν το γεγονός πως ουδείς περίμενε από αυτήν να φτάσει τόσο ψηλά, με τους περισσότερους να μοιάζουν ικανοποιημένοι από την πρόκριση στην τελική φάση (τερμάτισε πρώτη στα προκριματικά, υποχρεώνοντας τους Ισπανούς να δώσουν αγώνες μπαράζ για να δώσουν το «παρών» στο 12ο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα), και τους πλέον αισιόδοξους να κάνουν λόγο για αξιοπρεπείς εμφανίσεις στον όμιλο. Και όμως, το διάστημα από την 12η Ιουνίου μέχρι την 4η Ιουλίου του 2004 ήταν η πλέον ονειρεμένη περίοδος για το ελληνικό ποδόσφαιρο σε εθνικό επίπεδο, με το συγκρότημα του Ότο Ρεχάγκελ να κάνει με το «καλημέρα» την πρώτη νίκη της σε τελική φάση Euro, να ολοκληρώνει την παρουσία της στον όμιλο με μόλις μία ήττα, και να αποκλείει ένα-ένα τα μεγαθήρια με την κλασική… συνταγή του 1-0 σε όλους τους νοκ-άουτ αγώνες.

Η δεύτερη αφορά την επέτειο της 5ης Ιουλίου 2015. Τότε διεξήχθη το πιο πρόσφατο δημοψήφισμα στην ιστορία της Ελλάδας. Το Ελληνικό δημοψήφισμα του 2015 προκηρύχθηκε από τον Έλληνα Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στις 27 Ιουνίου 2015, με διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό. Εγκρίθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Ιουνίου του 2015 και διεξήχθη μία εβδομάδα αργότερα, στις 5 Ιουλίου. Το ερώτημα ήταν αν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας των τριών θεσμών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Δ.Ν.Τ.), που προτάθηκε στην Ελλάδα στις 25 Ιουνίου. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν η απόρριψη της πρότασης του σχεδίου συμφωνίας με ποσοστό 61,31%.

Αφορμή της πρότασης διεξαγωγής του υπήρξε η αποτυχία επίτευξης συμφωνίας στις διαπραγματεύσεις, ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές της έως τα τέλη Ιουνίου. Το αντικείμενο της διαφωνίας υπήρξε το είδος των οικονομικών μέτρων, τα οποία έπρεπε να πάρει η Ελλάδα για την ολοκλήρωση του προηγούμενου προγράμματος οικονομικής διάσωσης έναντι του ελληνικού χρέους και ένα νέο πακέτο διάσωσης. Το δημοψήφισμα ήταν το πρώτο από το 1974 και το μοναδικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία που δεν αφορούσε τη μορφή του πολιτεύματος. Μετά το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση Τσίπρα κατέληξε σε συμφωνία με τους δανειστές στις 13 Ιουλίου, αλλά με όρους ενός τρίτου μνημονίου. Η αμφισβήτηση των νέων όρων οδήγησε στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, οι οποίες ανέδειξαν νικητή τον ΣΥΡΙΖΑ που σχημάτισε κυβέρνηση με τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

Οι δύο αυτές επέτειοι σηματοδοτούν, νομίζω, την πορεία του σύγχρονου ελληνικού κράτους και δίνουν μια εικόνα τόσο για την ίδια του τη νοοτροπία όσο και για την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων. Μέσα σε ένα διάστημα 11 χρόνων (ούτε καν μια εικοσαετία) περάσαμε από τη θριαμβολογία και τους πανηγυρισμούς (γιατί το 2004, ας μην το ξεχνάμε, φιλοξενήσαμε και το πανηγύρι των Ολυμπιακών Αγώνων, είχαμε την «επανίδρυση του κράτους» από την νέα τότε κυβέρνηση με τις μονιμοποιήσεις «εξπρές» περίπου 35.000 συμβασιούχων, προωθούσαμε με μεγάλες χορηγίες την ελληνική συμμετοχή στη Γιουροβίζιον με κατάληξη τη νίκη της κας Παπαρίζου το 2005 και τη φιλοξενία ενός ακόμα πανηγυριού το 2006, με ό,τι κόστος αυτά επέβαλαν), στην εσωστρέφεια και τον αλληλοτσακωμό. Ποιος δε θυμάται, αλήθεια, εκείνες τις μέρες, όταν οι οπαδοί του «Ναι» και οι οπαδοί του «Όχι» κατηγορούσαν αλλήλους ως περίπου προδότες, υπονομευτές της πατρίδας και όργανα συμφερόντων του εξωτερικού;

Είναι μια αγαπημένη συνήθεια, αυτή, των Ελλήνων, να ενώνονται, δηλαδή, στα δύσκολα και μετά να αλληλοσκοτώνονται δι’ ασήμαντον αφορμήν. Σαν να υπάρχει μια ασφαλιστική δικλείδα της Φύσης που μας βάζει να τρωγόμαστε μεταξύ μας αφού δεν μπορεί να μας κουλαντρίσει κανένας εξωτερικός κίνδυνος, εκτός, ίσως, από αυτόν που δε βλέπουμε. Μόνο τώρα με τον κορωνοϊό, φερθήκαμε στοιχειωδώς υπεύθυνα και συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να μην το πιστεύουμε ούτε οι ίδιοι και τώρα να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να υπονομεύσουμε την όποια επιτυχία μας. Ακριβώς, όμως, επειδή τώρα τον εχθρό δεν τον βλέπουμε, ας αφήσουμε στην άκρη την αγαπημένη μας συνήθεια να θριαμβολογούμε σε καθετί που θεωρούμε επιτυχία και ας σχεδιάσουμε με προσοχή τις κινήσεις μας για το μέλλον (έτσι για να πρωτοτυπήσουμε και μια φορά βρε αδερφέ!).