ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ

Καθώς τελειώνει ο Αύγουστος, με την είσοδο του Σεπτεμβρίου, στο νου όλων έρχεται μια συγκεκριμένη εικόνα, αρκετά γνώριμη σε εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές και γενικότερα σε όλους όσοι εμπλέκονται με την εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτή του καλοκαιριού που οσονούπω τελειώνει, των παιδιών που όπου να ‘ναι θα ξεκινήσουν σχολείο, των διακοπών που, πάει, πέρασαν ανεπιστρεπτί για μιαν ακόμα χρονιά και (τι κρίμα!) δεν προλάβαμε να κάνουμε όλα εκείνα που….(μα αν είχαμε – όχι πολλές – μονάχα δέκα μερούλες ακόμα!) Υπάρχει ωστόσο ένας τρόπος για να προσγειωθεί κανείς στην «πραγματικότητα» που τον περιμένει, όπως σημειώνει σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή» ο έγκριτος δημοσιογράφος Παντελής Μπουκάλας.

Ο τρόπος αυτός δεν είναι άλλος από το κύμα των διαφημίσεων που κατακλύζουν τις οθόνες μας (τηλεόρασης αλλά και υπολογιστή), αλλά και τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, τα πλαίσια των ταξί, λεωφορείων αλλά και στάσεων, τους ραδιοφωνικούς δέκτες, και κάθε ελεύθερη γωνιά της πόλης, έτσι ώστε να μην μπορείς να επιστρέψεις σπίτι σου από τις διακοπές χωρίς να τις δεις! Αντιγράφω από το άρθρο του κ. Μπουκάλα: «Οι μισές, τηρώντας το φθινοπωρινό έθιμο, έχουν θέσει στο στόχαστρό τους τη μαθητιώσα νεολαία: τεχνικές σχολές και κολέγια και «εργαστήρια» και Αγγλίες  βέβαια και Αμερικές και «ιδού το μέλλον στα πόδια σας» και «εξασφαλισμένη εργασία» για τους μεγάλους (….) Και φυσικά τα βούκινα διαλαλούν πως έφτασαν οι καινούριες τσάντες που φωσφορίζουν για να μη χαθείς το σούρουπο, τσάντες – Πόκεμον βεβαίως-βεβαίως, τσάντες με ενσωματωμένο κινητό γιατί «παραμονεύουν οι κακοί». Και με τι θα τη γεμίσει ο πιτσιρικάς την τσαντούλα του, πού θα βρει μολύβια και χάρακες της προκοπής, και στυλό που μπορεί να μην γράφουν την τρίτη μέρα, αλλά έχουν φανταχτερά χρώματα και σχέδια; Ουδεμία ανησυχία, το θέμα λύθηκε οριστικά. Και λύτης, ποιος άλλος, η διαφήμιση.»

Ας μη νομισθεί ότι ψέγω εδώ το θεσμό των διαφημίσεων συλλήβδην και  αδιακρίτως. Όσο κι αν ρέπουν προς την υπερβολή, προκειμένου να πείσουν το αγοραστικό κοινό να προτιμήσει το προϊόν που προβάλλουν, οι διαφημίσεις έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης οικονομίας και κοινωνίας και δεν μπορούμε (ιδιαίτερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης με την καθημερινά συνεχή ροή πληροφοριών, εικόνων και δεδομένων να έχει γίνει πια συνήθεια για πολλούς από εμάς) να απαιτήσουμε τη διακοπή τους. Άλλωστε η ανάγκη του ανθρώπου για πληροφόρηση είναι τέτοια, που, κι αν ακόμα απαγορεύονταν οι διαφημίσεις, θα βρίσκαμε τρόπο να παρακάμψουμε την απαγόρευση (δείτε εξάλλου τι γίνεται με τις διαφημίσεις τσιγάρων που απαγορεύονται  επισήμως, ωθώντας τους διαφημιστές σε άλλους ευρηματικούς  τρόπους προβολής τους!).

Ούτε έχω πρόβλημα να χρησιμοποιήσω προϊόντα που προβάλλονται από τις διαφημίσεις (για να πω την αμαρτία μου άλλωστε έχω αρκετές φορές παρακινηθεί από κάποια διαφήμιση να αγοράσω ένα προϊόν και είτε το έχω σκυλομετανιώσει είτε το έχω ευχαριστηθεί). Αυτό που με ενοχλεί (κυρίως στις διαφημίσεις που απευθύνονται σε παιδιά) είναι η προσπάθεια που γίνεται να ενεργοποιηθεί το θυμικό κι όχι η λογική των νέων. Όπως έχει πει και ο μεγάλος διανοητής, πανεπιστημιακός, συγγραφέας Ουμπέρτο Έκο, για μια διαφήμιση ορισμένης μάρκας στυλό διαρκείας «δεν έχω τίποτα με τα συγκεκριμένα στυλό, τα χρησιμοποιώ κι εγώ και μ’ εξυπηρετούν θαυμάσια. Αλλά δεν μπορώ να επιτρέψω σ’ αυτή τη μάρκα να συνηθίσει τα παιδιά να σκέφτονται ηλίθια.».

Ένα επιπλέον πρόβλημα που προκύπτει από τις διαφημίσεις στη χώρα μας είναι το πρόβλημα της γλώσσας. «Το μέλλον είναι εδώ! Ρέντη;» ρωτάει διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας τον έκπληκτο ακροατή-τηλεθεατή. Βεβαίως ελάχιστοι θα σκεφτούν την περίπτωση να εννοεί ο εκφωνητής την περιοχή του Αη-Γιάννη Ρέντη μεταξύ Αθηνών και Πειραιά. Πολύ πιθανότερο είναι να ταυτίσουν τη λέξη με την αγγλική ομόηχη «ready», που σημαίνει «έτοιμος». Αυτό, όμως, συνιστά πρόβλημα. Δεν υποστηρίζω (προς Θεού όχι!) ότι δεν πρέπει να μαθαίνουμε ξένες γλώσσες (ειδικά στην εποχή μας η εκμάθησή τους είναι αναγκαία), αλλά δεν θα έπρεπε να τις χρησιμοποιούμε με φειδώ και κυρίως να προστατεύουμε και να αναδεικνύουμε τη μητρική μας γλώσσα; Κάθε λαός που σέβεται τον πολιτισμό του, σέβεται και τη γλώσσα του. Την τιμά, την υποστηρίζει, τη θωρακίζει έναντι των άλλων γλωσσών και την προωθεί, με όποιον τρόπο μπορεί, στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η γνώση της εθνικής γλώσσας αποτελεί απαράβατο όρο για να βρει κάποιος εργασία. Στην Ελλάδα όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει! Αντιθέτως, απαραίτητο προσόν είναι η γνώση μιας, δύο ή και περισσότερων ξένων γλωσσών! Αυτό δείχνει αφενός πόσο λίγο μας ενδιαφέρει η καλή γνώση της γλώσσας μας, άρα και του πολιτισμού μας, από όλους όσοι καλούνται να εργαστούν εδώ, αφετέρου πόσο σίγουροι νιώθουμε για την παντοδυναμία της (που προέρχεται από τη μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία της). Κι όμως δεν είναι έτσι. Η γλώσσα μας, όπως ήδη είδαμε, κινδυνεύει από πολλούς, ορατούς και μη κινδύνους.

Σε λίγες μέρες θα ξαναρχίσουν τα σχολεία, οι μαθητές θα κληθούν να παρακολουθήσουν μια εκπαιδευτική διαδικασία που (όσον αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) πάσχει και στο σχεδιασμό και στη στόχευσή της. Καλό θα ήταν, αν μη τι άλλο, να σκεφτόμασταν όλοι πόσο σημαντικός είναι ο τομέας της γλώσσας μας και να προσπαθούσαμε να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να την ενισχύσουμε. Διότι, όπως έλεγε ο σοφός Ε. Π. Παπανούτσος, πολιτισμοί χωρίς γλώσσα δεν πλάθονται ούτε μπορούν να σταθούν. Αλλά ούτε και η γλώσσα δε μπορεί, από ένα σημείο και μετά, να επιβιώσει χωρίς τη στήριξη ενός δυνατού πολιτιστικού υπόβαθρου. Αν δε θέλουμε να αφομοιωθούμε στη χοάνη του παγκόσμιου χωνευτηριού που λέγεται παγκοσμιοποίηση, αν επιθυμούμε να διατηρήσουμε έναν κάποιο ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο σ’ αυτό το μεγάλο χωριό στο οποίο εξελίσσεται ο κόσμος μας, οφείλουμε να στηρίξουμε τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας.