Skip to content

Είναι περίεργο, αλήθεια, πόσο η Τέχνη μπορεί να επηρεάζει την καθημερινότητά μας, ακόμα και όταν δεν φαίνεται ότι το πραγματοποιεί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η φετινή διαφήμιση γνωστής αλυσίδας καταστημάτων παιχνιδιών και οικιακών ειδών που κάθε χρόνο έχει βαλθεί να μας υπενθυμίζει με αντίστροφη μέτρηση πόσες μέρες έχουν μείνει μέχρι τα Χριστούγεννα. Η διαφήμισή τους, φέτος, βασίζεται σε μια σκηνή από τη γνωστή ταινία κινουμένων σχεδίων «Πολικό εξπρές». Στην ταινία ο νεαρός πρωταγωνιστής, που δεν πιστεύει στη μαγεία των Χριστουγέννων, αφού φτάσει με έναν παράξενο τρόπο στο «χωριό του Αη-Βασίλη, καταλήγει να έχει στα χέρια του ένα από τα κουδουνάκια των ταράνδων που σέρνουν το έλκηθρο του Αγίου. Το κουδουνάκι το ακούνε μόνο οι πιστοί των Χριστουγέννων και αυτό είναι ενδεικτικό ότι δεν έχουν χάσει την πίστη τους. Η εν λόγω διαφήμιση παρουσιάζει ένα κουδουνάκι να πέφτει από τη στέγη ενός σπιτιού και να φτάνει στα χέρια ενός μικρού αγοριού που συνειδητοποιεί ότι το κουδουνάκι αυτό έχει μαγικές ιδιότητες, καθώς μπορεί να κάνει πράγματα και ανθρώπους να πετούν. Αποδεικνύεται ότι το κουδουνάκι έχει πέσει από κάποιον τάρανδο του Αη-Βασίλη ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να το πάρει πίσω, χωρίς να τα καταφέρνει, παρά μόνο όταν ο Άγιος βάζει σε θέση συνοδηγού στο έλκηθρο το νεαρό αγόρι. Εκεί πια μια τρομπέτα μέσα στο σάκο του Αγίου μας θυμίζει πόσες μέρες έμειναν μέχρι τα Χριστούγεννα.

Δεν έχω κάτι ενάντια στις διαφημίσεις. Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με την τηλεόραση από τα ασπρόμαυρά της χρόνια, τότε που το «Φόρτε σήμαινε δύναμη», ο «τσοκολάτας καρνέσιον ήταν πάντα πιο δυνατός», ο «άσπρος σίφουνας ΑΖΑΞ» σάρωνε τα πάντα στο σπίτι και το γάλα ΒΛΑΧΑΣ εβαπορέ «μεγάλωνε γερά παιδιά». Οι διαφημίσεις, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας και δεν θα ήταν ρεαλιστικό να προτείνει κάποιος να τις εξαλείψουμε. Από την πρώτη στιγμή που διαμορφώθηκαν ως έντυπες ρεκλάμες, αρχικά, ως εμβόλιμα φιλμάκια στα σινεμά, στη συνέχεια, ως ραδιοφωνικά σποτ και τηλεοπτικά φιλμάκια στην εποχή μας, οι διαφημίσεις αποτέλεσαν τροφοδότη των επιχειρήσεων, πρόσθεσαν μια ολόκληρη βιομηχανία και έναν ολόκληρο τομέα στην οικονομία, άνοιξαν τμήματα στα πανεπιστήμια (μάρκετινγκ το λένε στην καθομιλούμενη) και γενικά έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να μας γίνουν απαραίτητες ή τουλάχιστον να μας πείσουν ότι δε μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτές.

Από το σημείο αυτό, όμως, μέχρι του σημείου της υπερβολής τόσο στο περιεχόμενο, όσο και στο μήνυμα των διαφημίσεων έχει διανυθεί μια απόσταση υπερβολικά μεγάλη σε σημείο που τα πράγματα να ξεφεύγουν από το οποιοδήποτε μέτρο. Δεν θα αναφερθώ τόσο στο επιμέρους μήνυμα της συγκεκριμένης διαφήμισης σε σχέση με τη διαπραγμάτευση του παιδιού με τον τάρανδο. Δεν είναι και τόσο αρνητικό σε πρώτη άποψη, ενώ έχουμε δει στο παρελθόν διαφημίσεις που ευθέως πρόσβαλαν ή και ακύρωναν την αγιότητα και την ανιδιοτέλεια της προσφοράς του Αγίου Βασιλείου. Δεν θα αναφερθώ επίσης στο γεγονός ότι και σε αυτή τη διαφήμιση υιοθετείται το πρότυπο και το παρουσιαστικό του Ολλανδοαμερικανικού Αη-Βασίλη, που στην πραγματικότητα είναι Άγιος Νικόλαος (Σαν Νικλάους αρχικά στην Ολλανδία που έγινε εξαμερικανισμένος Σάντα Κλοζ), όπως διαμορφώθηκε για τις ανάγκες των διαφημιστικών προτύπων γνωστής βιομηχανίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Άλλωστε ο ευτραφής και συμπαθής Άγιος, που μοιάζει λιγότερο με Άγιο της Ορθοδοξίας και περισσότερο με γλυκύ παππού ο οποίος θέλει να χαρίζει χαρά στα παιδιά, καλώς ή κακώς έχει ταυτιστεί με τις γιορτές των Χριστουγέννων περισσότερο ίσως κι από τον δικό μας Άγιο Βασίλειο που με την καλοσύνη του και την ανιδιοτέλειά του εν πολλοίς καθιέρωσε το έθιμο της προσφοράς δώρων στα παιδιά όχι τα Χριστούγεννα, αλλά την Πρωτοχρονιά (έθιμο που κι αυτό μάλλον το ξεχνάμε παρασυρμένοι στη δίνη της παγκοσμιοποίησης).

Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της διαφήμισης η οποία, εν μέσω κρίσης και πανδημίας, παρουσιάζει μια οικογένεια να έχει γεμίσει (κυριολεκτικά και μέχρι σημείου υπερβολής) το σπίτι με κάθε χριστουγεννιάτικο στολίδι, εξάρτημα, διακοσμητικό, έπιπλο, ενώ ακόμα δεν έχει μπει καν ο Δεκέμβριος! Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη διαφήμιση που το κάνει αυτό. Και άλλα καταστήματα (ηλεκτρονικά και μη) προβάλλουν μια εικόνα υπερβολής ως προς την ανάγκη της κατανάλωσης, ειδικά τώρα που τα καταστήματα είναι κλειστά και ο κόσμος δεν μπορεί να κυκλοφορήσει. Διαμορφώνουν, έτσι, μια ψευδαίσθηση πληρότητας (συναισθηματικής, οικογενειακής, οικονομικής) που στην ουσία δε μπορεί να υπάρξει όταν βασίζεται μόνο στα υλικά αγαθά και στα ψώνια. Προκαλούν τον τηλεθεατή να μην ανατρέξει στο διπλανό του (γονείς, αδέρφια, παιδιά, φίλους, γείτονες κ.λπ) για συναισθηματική κάλυψη, αλλά να τρέξει και να καταναλώσει, ακόμα κι αν αυτό δε γίνεται με φυσική παρουσία. Η τεχνολογία είναι εδώ, έτοιμη να συνδράμει τις ανάγκες της διαφήμισης και να παρασύρει τους θεατές στη δίνη της υπερκατανάλωσης.

Αυτή η λατρεία των υλικών αγαθών, προσωπικά, δεν μου γεμίζει το μάτι ως αληθινή έκφραση του πνεύματος αγάπης και συναδέλφωσης που αναδεικνύεται μέσα από το πρόσωπο και τη διδασκαλία του Χριστού μας, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι το περιτύλιγμα είναι πολύ όμορφο, οι προκλήσεις ιδιαίτερα έντονες και οι πιέσεις των μικρών παιδιών  εξαιρετικά γλυκές, ώστε να μπορέσει να αντισταθεί κανείς επί μακρόν. Δεν προτείνω, λοιπόν, να πάψουμε να κάνουμε τα χριστουγεννιάτικα ψώνια μας, άλλωστε και η καταναλωτική μανία που μας πιάνει τέτοιες μέρες καλό κάνει καθώς κινείται λίγο κι η αγορά, ούτε να πάψουμε να στολίζουμε με φώτα τις προσόψεις των σπιτιών, όσο κι αν κι αυτό ξενόφερτο έθιμο είναι. Το ξένο δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, αν διατηρούμε και το δικό μας στοιχείο. Καλό θα ήταν λοιπόν να προσπαθήσουμε να πάμε να ανάψουμε ένα κερί στην εκκλησία της ενορίας μας και να ανταλλάξουμε μια καλή κουβέντα με το γείτονά μας, για το καλό του χρόνου. Ίσως έτσι μπορέσουμε να νικήσουμε το χρόνο και την ακατανίκητη φθορά του και για λίγο να γίνουμε όλοι μας παιδιά!

Κώστας Κωσταβασίλης