Skip to content

Η πρόσφατη παράσταση των «Υφο-ποιών» του Κομποτίου ήρθε να μας θυμίσει ότι σε καιρούς δύσκολους, όταν όλα φαίνονται να πηγαίνουν στραβά και η κατάθλιψη χτυπά την πόρτα όλο και περισσότερων ανθρώπων, το θέατρο (και, γενικότερα, αν θέλετε, η βιομηχανία του θεάματος) είναι ο χώρος όπου καταφεύγει ο άνθρωπος για να βρει διέξοδο και εναλλακτική χαράς ή και αισιοδοξίας ως διέξοδο στη μαυρίλα που τον περιτριγυρίζει. Δεν είναι τυχαίο που στη δεκαετία του ’30, τη δεκαετία της μεγάλης οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε από την πτώση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929, ο κόσμος γέμιζε τα αμερικάνικα σινεμά βλέποντας τις ανάλαφρες κωμωδίες-μιούζικαλ των Φρεντ Ασταίρ και Τζίντζερ Ρότζερς. Δεν είναι άνευ αιτίας που ο Ντέηβιντ Νίβεν (ο μεγάλος αυτός βρετανός ηθοποιός που βραβεύτηκε με Όσκαρ), έκανε μεγάλες επιτυχίες στο εγγλέζικο σινεμά με κωμωδίες τη δεκαετία του ’40, αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ούτε είναι κρυφό πως οι καλύτερες κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου (που βασίζονταν σχεδόν πάντα σε θεατρικά κείμενα) γράφτηκαν στις δύσκολες οικονομικά εποχές της δεκαετίας του ’50 και της αντίστοιχης του ’60, όταν ένας τεράστιος όγκος νέων ελλήνων και ελληνίδων αναζητούσαν τις τύχες τους στα ορυχεία του Βελγίου, στις φάμπρικες της Γερμανίας, στα εστιατόρια της Αμερικής.

Σε μια ανάλογη συγκυρία, όπως είναι αυτή που βιώνουμε στις μέρες μας (με την αθρόα μετανάστευση νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, το μπρέην ντρέην όπως ονομάζεται στα σύγχρονα νεοελληνοεγγλέζικα, με την οικονομική κατάσταση να εξελίσσεται όχι και τόσο καλά, με την πανδημία να μη λέει να φεύγει από το κεφάλι μας και το φόβο να διογκώνεται και με την εμφάνιση και προβολή όλο και νεότερων ή και παλαιότερων ασθενειών), είναι απολύτων λογικό να αναζητά κανείς διέξοδο στην κωμική κατάσταση της πραγματικότητας, ακόμα και όταν η πραγματικότητα αυτή αφορά σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Είναι ακόμη καλύτερο όταν η αναζήτηση αυτή γίνεται με την επεξεργασία και την εμφάνιση νέων έργων που βασίζονται σε κείμενα δουλεμένα με ομαδική προσπάθεια. Κάθε νέος θεατρικός συγγραφέας έχει να αναμετρηθεί με τη βαριά κληρονομιά που κουβαλάει από την αρχαία τραγωδία, ακόμη, το ελληνικό θέατρο. Η κάθε γενιά των νεότερων συγγραφέων αναμετράται με τις προγενέστερες, υιοθετώντας ή απορρίπτοντας τρόπους αντιμετώπισης της κληρονομιάς του παρελθόντος. Αυτό έχει  ως αποτέλεσμα το βάρος που μεταφέρει, να επαναλαμβάνεται. Μύθοι και πρόσωπα, μοτίβα και θέματα, πρόσωπα και καταστάσεις έρχονται και επανέρχονται με εμμονή από τον αρχαίο κόσμο στο σύγχρονο, απαιτώντας απαντήσεις και προκαλώντας τους νεότερους συγγραφείς να αναμετρηθούν με το παρελθόν τους. Οι «Υφο-ποιοι» αντεπεξέρχονται στην πρόκληση διαμορφώνοντας ένα κείμενο που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις. Στη «Διαρροή» τους ο λόγος ρέει αβίαστα, ακολουθώντας την προφορικότητα που χρειάζεται, διατηρώντας τη ζωντάνια και την ενεργητικότητα που απαιτεί ένα θεατρικό κείμενο και αναδεικνύοντας ήρωες που, χωρίς να επιζητούν εκβιαστικά τη ρήξη με το παρελθόν, καταφέρνουν να δώσουν τη σύγχρονη διάσταση ορισμένων σημαντικών κοινωνικών ζητημάτων που απασχολούν το σύγχρονο άνθρωπο (έρωτας, γάμος, οικογένεια, κοινωνικές σχέσεις, φιλία, ζητήματα σεξουαλικότητας και αυτοπροσδιορισμού, ανοχή στη διαφορετικότητα κ.λπ), με τρόπο που αναδεικνύει και την κωμική πλευρά του πράγματος χωρίς να εκβιάζει το γέλιο.

Η σκηνοθέτις, Αφροδίτη Κατσαούνου, έφερε εις πέρας το δύσκολο έργο της σκηνοθεσίας ενός τέτοιου έργου, χωρίς να μπορεί να βασιστεί σε παλαιότερες πεπατημένες αλλά και δοκιμασμένες συνταγές. Χρειάστηκε να διαμορφώσει το πλαίσιο οπτικής του έργου και το κατάφερε σε σημαντικό βαθμό, επιτρέποντας στους/στις ηθοποιούς να εκφραστούν αβίαστα και ολοκληρωμένα πάνω στη σκηνή χωρίς υπερβολές και εύκολους συναισθηματισμούς, χωρίς να καταφεύγουν σε εκβιαστικές τακτικές γέλιου (γκριμάτσες, ύβρεις, βωμολοχίες κ.α.). Επιδίωξε να κυριαρχήσει στη σκηνική παρουσία το μέτρο μέσα από την ανάδειξη των ακραίων μορφών στις ανθρώπινες σχέσεις και πέτυχε να στήσει μια απολύτως επιτυχή παράσταση που ενώ ξαλαφρώνει το θεατή από τις έγνοιες της καθημερινότητας και του επιτρέπει να γελάσει, ταυτόχρονα διαμορφώνει και το πλαίσιο ενός γόνιμου προβληματισμού για τα βασικά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Η διανομή του έργου ανέδειξε το ταλέντο των ηθοποιών που ανέλαβαν να ενσαρκώσουν τους ρόλους;

Ο Λεωνίδας Ρέντζος, ως υδραυλικός που έρχεται αξημέρωτα να διορθώσει τη διαρροή (στην οποία οφείλεται και ο τίτλος του έργου) πλάθει ένα χαρακτήρα αληθινό μέσα στην παραδοξότητα που απαιτεί ο ρόλος. Το φλερτάρισμα και το παιχνίδι με τη φίλη της πρωταγωνίστριας είναι απολύτως ταιριαστά. Ο Βαγγέλης Βαρέλης,  ως γκέη συγκάτοικος της πρωταγωνίστριας, με έντονη σεξουαλική ζωή που βασίζεται σε γνωριμίες μέσω διαδικτύου (άλλο ένα πρόβλημα που θίγεται εύστοχα στο κείμενο), αποδίδει το ρόλο του με φυσικότητα και χωρίς τις στερεοτυπικές υπερβολές που έχουμε συνηθίσει από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Είναι σοβαρός στην κωμικότητα του ρόλου του και αξιοπρεπής. Η απόδοσή του στην τελική σκηνή είναι αντάξια επαγγελματία. Ο Παναγιώτης Ντούλας πλάθει έναν τύπο ιδανικό μέλλοντα γαμπρό που αγχώνεται για τις υποχρεώσεις που γεννά ο γάμος με την έτερη φίλη της πρωταγωνίστριας. Οι κινήσεις του, αλλά και το λεκτικό του στις εξομολογήσεις αποδεικνύουν σοβαρή δουλειά και ταλέντο. Οι εκφράσεις του προσώπου του στις ξαφνικές αποκαλύψεις είναι εξαιρετικές. Ο Γιώργος Μαλιγιάννης, ως πρώην της μέλλουσας νύφης (φίλης της πρωταγωνίστριας), και ταυτοχρόνων τρίτο πρόσωπο λίγο πριν το γάμο της, πλάθει με πειστικότητα έναν γνώριμο τύπο άντρα που επιδιώκει να γοητεύει τις γυναίκες, χωρίς να επιθυμεί τη δέσμευση, εγκαταλείποντάς τες για να επανέλθει όταν αισθανθεί ότι αυτές δεν τον έχουν πλέον ανάγκη. Οι κινήσεις του (ιδίως στις στιγμές που δεν είναι στο προσκήνιο ή στο κέντρο των γεγονότων) και οι εκφράσεις του στις παύσεις δείχνουν εμπειρία, ταλέντο και ουσιαστική δουλειά.

Η Νάντια Λαμπράκη δημιουργεί μια μητέρα όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι μανάδες με κατανόηση, αλλά και έγνοια για την κόρη της, ειδικά όταν μαθαίνει με απρόσμενο τρόπο ότι αυτή έχει ερωτική προτίμηση προς τις γυναίκες. Αξιοπρεπής εμφάνιση και άψογη έκφραση συναισθημάτων με την αυτοσυγκράτηση που επιβάλλει ο χαρακτήρας. Η Δώρα Νάνου στο ρόλο της συμπρωταγωνίστριας φίλης που περνάει κρίση όταν ο άντρας της τής ανακοινώνει ότι χωρίζουν αποδίδει άψογα, χωρίς υπερβολές και σκηνικούς εκτροχιασμούς μια προσωπικότητα υπό καθεστώς μέθης που σταδιακά αυτοψυχαναλύεται, ενδοσκοπεί και βρίσκει τον ίδιο της τον εαυτό. Τόσο οι μονόλογοι, όσο και οι διάλογοί της στηρίζουν το έργο και συμβάλλουν στην αρτιότητα της παράστασης. Η Βασιλική Χαβέλα, ως συμπρωταγωνίστρια φίλη, μέλλουσα νύφη με σοβαρούς ενδοιασμούς για το γάμο της (που φαίνεται να γίνεται μάλλον για λόγους κοινωνικής ένταξης παρά από εσωτερική ανάγκη), πλάθει έναν χαρακτήρα που ενσυνείδητα αυτοαμφισβητείται για να ανακαλύψει, στο τέλος, ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν για να προσδιορίζεται στην κοινωνία, ενώ δεν πρέπει να νιώθει τύψεις για τον έμφυτο ρομαντισμό της. Τόσο οι κινήσεις της στις σκηνικές εντάσεις όσο και στις παύσεις της υποδηλώνουν ουσία θεατρική και έμφυτο ταλέντο. Η Σοφία Κωσταπαππά, ως οικοδέσποινα, δυναμική γυναίκα με ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις που τις κρύβει από την οικογένειά της, εκφράζει το δυναμισμό αλλά και την ταυτόχρονη αδυναμία της να δηλώσει ανοιχτά το χαρακτήρα της (μα και τον έρωτά της για την επί χρόνια φίλη της) με φυσικότητα και απλότητα που θα ταίριαζαν σε έμπειρη ηθοποιό και όχι σε μια νέα ερασιτέχνιδα στην πρώτη (ή δεύτερή της) εμφάνιση.

Τα σκηνικά του Νικόλαου Παύλου ταιριάζουν απόλυτα στο κλίμα του έργου και αξιοποιούν πλήρως το χώρο, η μουσική και ο φωτισμός αναδεικνύουν τις διαφορετικές φάσεις του, τα φώτα συμβάλλουν στην αρτιότερη οργάνωσή του. Συγχαρητήρια στους «Υφο-ποιους» για την εξαιρετική τους προσπάθεια!

Γράφει ο

Κώστας Κωσταβασίλης