Διαπιστώσεις των ευρωεκλογών

Καθώς έχουν περάσει αρκετές μέρες από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών και των δύο γύρων των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, νομίζω ότι μπορεί να αποπειραθεί κανείς να κάνει μια πρώτη ανάλυση κάποιων βασικών δεδομένων που προκύπτουν από το αποτέλεσμά τους, όσο παρακινδυνευμένο  κι αν φαίνεται, δεδομένου ότι ήδη βρισκόμαστε σε νέα προεκλογική περίοδο για βουλευτικές εκλογές.

Αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε και αποτελεί το πρώτο ανησυχητικό δείγμα των εκλογών αυτών είναι το υψηλότατο ποσοστό αποχής. Στις ευρωεκλογές μετρήθηκε στο 41,25% των εγγεγραμμένων, πράγμα που σημαίνει ότι εκείνη την Κυριακή πήγαν να ψηφίσουν κάτι περισσότερο από τους μισούς ψηφοφόρους, για μια εκλογή που αποτελεί το κριτήριο για τη θέση της χώρας μας στην Ευρώπη. Στις περιφερειακές εκλογές, δηλαδή στις εκλογές που ρυθμίζουν ποιος θα διαχειριστεί και πώς θα κατανείμει τα κονδύλια από ΕΣΠΑ, Ευρωπαϊκά προγράμματα κ.λπ. καθώς και ποιος θα διαμορφώσει τις συνθήκες ανάπτυξης σε κάθε τόπο, η αποχή κινήθηκε στο 41,57% την Α΄ Κυριακή (σε πανελλαδικό επίπεδο) και στο εξαιρετικά υψηλό 58,11% τη Β΄ Κυριακή! Αυτό δείχνει ότι περίπου οι μισοί και πλέον πολίτες (τα άτομα, μ’ άλλα λόγια που έχουν δικαίωμα ψήφου) εκτιμούν πως δεν αξίζει να ασκούν το δικαίωμα αυτό. Πάνω – κάτω ανάλογες ήταν και οι επιδόσεις στις δημοτικές εκλογές, πάει να πει στις εκλογές που καθορίζουν ποιος θα διοικεί τον τόπο στον οποίο ζούμε. Την Α΄ Κυριακή δεν πήγε να ψηφίσει το 40,98% (σε πανελλαδικό επίπεδο), ενώ τη Β΄ Κυριακή το ποσοστό αυτό ανέβηκε σε 55,17%. Τα τόσο υψηλά ποσοστά αποχής είναι ανησυχητικά πολύ περισσότερο που το δικαίωμα ψήφου αφορά πλέον και τους νέους από 17 ετών. Η ευκολία με την οποία ένα τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού απεμπολεί ένα από τα πλέον θεμελιώδη δικαιώματα της δημοκρατίας, δείχνει ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στο πώς και πόσο εκτιμάει ο απλός πολίτης τη δυνατότητα να παρεμβαίνει μέσω του εκλέγειν στα πολιτικά πράγματα.

Πριν προχωρήσουμε στη δεύτερη διαπίστωση, θα πρέπει να σταθούμε λίγο περισσότερο στο θέμα της αποχής. Οι πολίτες που δεν πηγαίνουν να ψηφίσουν δεν το κάνουν από βαρεμάρα (όχι στην πλειοψηφία τους θέλω να πιστεύω). Νομίζω ότι απαξιώνουν τη διαδικασία, διότι δεν πιστεύουν πως μπορεί να έχει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Κυριαρχεί η αντίληψη  ότι όλα προαποφασίζονται σε ξένα κέντρα, ότι οι βουλευτές είναι φερέφωνα ενεργούμενα της εκάστοτε κομματικής ηγεσίας η οποία ελάχιστα λαμβάνει υπόψη της τις επιθυμίες των πολιτών, όπως αυτές εκφράζονται μέσω της ψήφου, ότι τελικά ψηφίζουμε όλοι μας ως κορόιδα εκείνου που έχουν την οικονομική δύναμη και το απαραίτητο μέσον να εκλεγούν για να βολέψουν εαυτούς, συγγενείς και φίλους. Αν και δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα η εικόνα αυτή, δεν θα πρέπει να παγιωθεί ως κυρίαρχη αντίληψη για την πολιτική και είναι πρωτίστως στο χέρι των πολιτικών να την αλλάξουν με τη στάση τους από δω και μπρος (αν και τα φαινόμενα μάλλον δείχνουν το αντίθετο). Για να καταλάβουν τι μπορεί να συμβεί από τη συλλήβδην απαξίωση των πολιτικών και της πολιτικής, ας ρίξουν μια ματιά στην ευρωπαϊκή ιστορία της δεκαετίας του ’30 και στην πορεία της γερμανικής «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» από την ελπιδοφόρα επικράτησή της μέχρι την άνοδο του ναζισμού.

Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι στις ευρωεκλογές υπάρχει ένας νικητής (το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) που αύξησε τόσο το ποσοστό του από τις προηγούμενες (22,72% σε 33,12%), όσο και το σύνολο των ψήφων του (από 1.298.948 σε 1.873.080) και αρκετοί ηττημένοι. Ο Συ.Ριζ.Α. υπέστη τη φθορά του κυβερνώντος κόμματος στην οποία προστέθηκε και η φθορά από την απήχηση της συμφωνίας των Πρεσπών στη Βόρεια Ελλάδα. Κατετάγη δεύτερος με πτώση και του ποσοστού του (από 26,56% σε 23,76%) αλλά και των ψήφων του (από 1.518.376 σε 1.343.788) σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Το Κινημ.Αλλ. μπορεί να επιχαίρει για την τρίτη θέση που κατέκτησε στις εκλογές αυτές, αλλά τα στελέχη του δεν πρέπει να παραβλέψουν το γεγονός ότι ως προς τις προηγούμενες ευρωεκλογές, σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς τότε, και το ποσοστό είναι χαμηλότερο (από 8,02% σε 7,72%) και οι ψήφοι λιγότερες (από 458.514 σε 436.735). Αυτό σημαίνει ότι ο χώρος δεν κέρδισε σχεδόν τίποτε από τη φθορά του Συ.Ριζ.Α., παρόλο που κράτησε σχετικά συντηρητική θέση στη συμφωνία των Πρεσπών. Το Κ.Κ.Ε. σε μια συγκυρία εξαιρετικά πολωτική αφενός, αλλά και σχετικά ευνοϊκή για συσπείρωση της εργατικής τάξης, αφετέρου δείχνει να παραμένει συμπαγές (σε μια παγκόσμια συγκυρία διόλου ευνοϊκή για τη μαρξιστική στάση ανάλυσης), με μικρές όμως απώλειες. Θα πρέπει να αναλογιστεί πώς θα προσεγγίσει καλύτερα τις εργατικές μάζες. Η Χρυσή Αυγή έχασε τους μισούς σχεδόν ψηφοφόρους της, αλλά το ανησυχητικό είναι ότι εξακολουθεί να διατηρεί ένα ψηλό σχετικά ποσοστό, παρόλο που έχει καταδειχθεί το ποιόν της οργάνωσής της. Οι ακροδεξιές αντιλήψεις βρήκαν έκφραση και στην Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου που συγκέντρωσε το 4,18% των ψήφων (236.361 ψήφοι). Αν αθροιστούν οι ψήφοι αυτών των δύο κομμάτων, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο περίπου μισού εκατομμυρίου ψηφοφόρων που κινούνται στα άκρα δεξιά του πολιτικού χώρου και αποτελούν στοιχείο προβληματισμού.

Στα υπόλοιπα αξιοσημείωτα θα πρέπει να τονίσουμε την απόλυτη πτώση των Αν.Ελλ, της Ένωσης Κεντρώων και του Ποταμιού, κομμάτων που βρέθηκαν εντός κοινοβουλίου στις προηγούμενες εκλογές. Πληρώνουν κυρίως το γεγονός ότι σε συνθήκες πόλωσης θα πρέπει, για να επιβιώσεις, να διαμορφώσεις καθαρή πολιτική θέση και σαφές πολιτικό αφήγημα που θα απαντά στο διλημματικό χαρακτήρα της πόλωσης. Οι σχηματισμοί αυτοί δεν το κατάφεραν και αποσύρονται από το προσκήνιο. Οι πολιτικοί σχηματισμοί που φιλοδόξησαν να διεμβολίσουν το Συ.Ριζ.Α από αριστερά και να παγιωθούν στο χώρο μεταξύ αυτού και του Κ.Κ.Ε., δεν είχαν τελικά την επιτυχία που θα ήθελαν. Ούτε η Λα.Ε.(0,56%), ούτε η Πλεύση Ελευθερίας της κας Κωνσταντοπούλου (1,61%) κατάφεραν να φτάσουν σε ποσοστά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απαιτητικά. Η νεοπαγής Μέρα25 του κου Βαρουφάκη, μάλλον απορρόφησε το μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του χώρου και μένει  να διαπιστωθεί αν αυτό οφείλεται σε πολιτική στάση ή στην έλξη που ασκεί η εκκωφαντική προσωπικότητα του ηγέτη της.

Σε λιγότερο από ένα μήνα θα έχουμε εκλογές από τις οποίες θα προκύψει νέα Βουλή και νέα κυβέρνηση. Είναι απόλυτη ανάγκη να υπάρξει προβληματισμός τόσο για την τεράστια αποχή, όσο και για τα σταθερά ποσοστά της ακροδεξιάς, ώστε να βρεθούν λύσεις. Είναι επίσης ανάγκη να αναρωτηθούν τα κόμματα που στηρίζουν το κοινωνικό κράτος γιατί δεν φαίνεται να συγκινούν την πλειοψηφία. Αλλιώς, στις μεθεπόμενες εκλογές θα αναρωτιόμαστε που πήγαν όλοι εκείνοι που ψήφιζαν κάποτε σε μια χώρα που την έλεγαν Ελλάδα.

Υ.Γ.: Διαπιστώσεις για της περιφερειακές και δημοτικές εκλογές στο επόμενο.