Διάκριση εξουσιών και Ελληνική πραγματικότητα

Η είδηση βρισκόταν στην έγκυρη ιστοσελίδα iefimerida.gr. Από το Υπουργικό Συμβούλιο της περασμένης Παρασκευής ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας εξουσιοδοτήθηκε να προτείνει στη Βουλή τρεις υποψηφίους για τις θέσεις του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επιλέγοντας αυστηρά μεταξύ των έξι αρχαιότερων (σύμφωνα την επετηρίδα) -για κάθε θέση- δικαστικών. Η διαδικασία αυτή φέρνει στο νου μας τη βασική Και θεμελιώδη αρχή της σύγχρονης δημοκρατίας, με άλλα λόγια την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η διάκριση των εξουσιών ως θεμελιακή βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος αποτελεί δημιούργημα του διαφωτισμού, αν και οι απαρχές της βρίσκονται στον Αριστοτέλη. Στα δημοκρατικά πολιτεύματα της αρχαιότητας δεν χρειαζόταν να θεσπιστεί τέτοια αρχή, δεδομένου ότι η νομοθετική εξουσία ασκούνταν από το λαό άμεσα (το σώμα των πολιτών στην εκκλησία του δήμου ψήφιζε τους νόμους), η εκτελεστική εξουσία ασκούνταν από αιρετούς άρχοντες οι οποίοι εκλέγονταν είτε με κλήρωση είτε με ανάταση του χεριού και η δικαστική εξουσία από σώμα πολιτών το οποίο είχε κληρωθεί να επιτελέσει δικαστικά καθήκοντα. Επομένως η εξουσία ήταν διαμοιρασμένη και έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος απολυταρχίας.

Στην περίοδο του Βυζαντίου και των μετέπειτα ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, αλλά και στα κατοπινά εθνικά κράτη που δημιουργήθηκαν, ο θεσμός του αυτοκράτορα ή και του βασιλιά προϋπέθετε απολυταρχική διακυβέρνηση, βασισμένη στη λογική της ενός ανδρός αρχής. Ο ηγεμόνας αποτελούσε την έκφραση της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον η όποια βούλησή του αποτελούσε νόμο του κράτους. Είχε στα χέρια του την εκτελεστική εξουσία, δεδομένου ότι ο ίδιος αποφάσιζε για τα κρατικά ζητήματα και ήταν ο επικεφαλής του ανακτοβουλίου (του συμβουλίου δηλαδή που τον συμβούλευε για τα διάφορα κρατικά θέματα).Ταυτόχρονα ασκούσε και την ανώτατη δικαστική εξουσία καθώς ήταν εκείνος που αποτελούσε το ανώτατο δικαστήριο της κάθε χώρας (μονοπρόσωπο δικαστήριο, μονομελές και με τελεσίδικη ισχύ στις αποφάσεις του).

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, τέτοια απόλυτη εξουσία εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε υπέρβαση, κατάχρηση εξουσίας και καταπίεση του λαού, ο οποίος στην ουσία αποτελεί τον εντολοδότη κάθε συστήματος κρατικής εξουσίας. Για το λόγο αυτό, κατά την περίοδο του Γαλλικού διαφωτισμού ο Σαρλ Λουί ντε Σεκοντά, Βαρόνος της Μπρεντ και του Μοντεσκιέ κοινώς γνωστός ως Μοντεσκιέ, συγγραφέας και φιλόσοφος, (1689– 1755), θυμήθηκε και αναβίωσε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών που είχε εισαγάγει στη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη ο Αριστοτέλης. Ο Αριστοτέλης στο έργο του κάνει αναφορά σε τρία στοιχεία κάθε πολιτεύματος, τα οποία αν λειτουργούν σωστά, τότε και το πολίτευμα λειτουργεί σωστά. «Κάθε πολίτευμα διαθέτει τρία στοιχεία των οποίων τη σκοπιμότητα για τα καθένα οφείλει να εξετάζει ο σπουδαίος νομοθέτης. Αν αυτά λειτουργούν σωστά, και το πολίτευμα οπωσδήποτε λειτουργεί σωστά. […] Από τα τρία αυτά στοιχεία το πρώτο διαβουλεύεται για τα κοινά, το δεύτερο αφορά τις αρχές (ποιες πρέπει να είναι, ποιες αρμοδιότητες να έχουν και με ποιον τρόπο να γίνεται η εκλογή του), και το τρίτο απονέμει δικαιοσύνη». Υπάρχει συγγένεια όρων με τη διαίρεση των εξουσιών που εισηγείται στο Πνεύμα των Νόμων ο Montesqieu κατά το γαλλικό διαφωτισμό, αλλά όχι ταυτότητα. Κεφαλαιώδους σημασίας είναι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που διατύπωσε ο Μοντεσκιέ στο έργο του «Το πνεύμα των Νόμων», (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) και πρότυπο μιας τέτοιας πολιτειακής οργάνωσης θεωρούσε βέβαια την Αγγλία της εποχής του. Η πολιτική και κοινωνική οργάνωση του σημερινού κόσμου βασίζεται ουσιαστικά στις φιλελεύθερες ιδέες του Μοντεσκιέ, και γι’ αυτό θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Ευρώπης.

Η διάκριση των εξουσιών διασφαλίζει ότι καμία εξουσία δεν θα μπορεί να ασκείται από το ίδιο άτομο, επομένως δεν θα είναι δυνατό, σε ένα ευνομούμενο δημοκρατικό πολίτευμα να υπάρξουν φαινόμενα αυταρχισμού, απολυταρχίας και δεσποτισμού. Μπορεί να συμβαίνει αυτό, όμως, όταν η εκτελεστική εξουσία ασκείται από αυτούς που ασκούν και τη νομοθετική και οι οποίοι είναι οι ίδιοι που διορίζουν τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς; Ο Υπουργός Δικαιοσύνης (όχι μόνο ο σημερινός, αλλά κάθε αντίστοιχος στο νεοελληνικό κράτος από ιδρύσεώς του έως σήμερα) είναι και βουλευτής, επομένως νομοθετεί και εφαρμόζει τη νομοθεσία. Ταυτόχρονα προτείνει και τους επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας που ελέγχει την εκτελεστική. Υφίσταται στην περίπτωση αυτή διάκριση εξουσιών; Πραγματική διάκριση εξουσιών θα υπήρχε αν η κυβέρνηση ήταν εξωκοινοβουλευτική, με ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και αν οι δικαστικοί λειτουργοί εκλέγονταν  από το λαό (περίπου όπως γίνεται στις Η.Π.Α.). Το αντέχει αυτό σήμερα η δημοκρατία μας;

Αν δούμε την περίοδο της «Μεταπολίτευσης», η Ελευθερία έκφρασης και γνώμης μετατράπηκε σε μια επίφαση ελευθερίας, όπου, βέβαια, δεν υπάρχει ο φόβος του χωροφύλακα, αλλά καιροφυλακτούν οι κάμερες των μέσων, επικρατεί βομβαρδισμός υπερπληροφόρησης και όποιος δε συμμορφώνεται με την επικρατούσα αντίληψη, την «κοινή γνώμη», θεωρείται εξοβελιστέος. Αλλά και η βολεμένη ζωή, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, το ΨΩΜΙ του συνθήματος στο Πολυτεχνείο, που έγινε παντεσπάνι με τη βοήθεια των δανείων και των χρημάτων από την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αξιοποιήθηκε ορθά. Τελικά που κατέληξε όλη αυτή η ψεύτικη ελευθερία μας; Η χώρα χρωστάει τα μαλλιοκέφαλά της χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε ποιος θα ήταν ο καλύτερος για τους πολίτες της τρόπος να ξεχρεώσει, οι πολιτικοί μας δε μπορούν καν να συμφωνήσουν σε ένα κοινά αποδεκτό σύστημα για την εκπαίδευση, την ανάπτυξη και την εξωτερική πολιτική, την ώρα που συμφωνούν αναντίρρητα σε ό,τι τους επιβάλλεται από δανειστές, εταίρους, συνεταίρους και λοιπούς τοκογλύφους. Την ίδια στιγμή ο νεοφασισμός εκτρέφεται από τη φτώχεια και την απογοήτευση, η απανθρωπιά εξαπλώνεται και η χώρα χάνει σταδιακά την ταυτότητά της και την πολιτισμική της αυτοσυνείδηση. Πώς θα μπορέσει η δημοκρατία να ανταποκριθεί; Χρειάζεται κοινή προσπάθεια και συνεννόηση. Αλλά, έτσι όπως είναι τα πράγματα σήμερα, μάλλον πρέπει και ο Θεός να βάλει το χέρι Του.