ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΛΑΧΟΠΑΝΟΥ, ΙΣΑΑΚ ΜΙΖΑΝ ΑΡΙΘΜΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΑ 182641

Τον κ. Ισαάκ Μιζάν είχα την τιμή να τον γνωρίσω και να τον ακούσω να μιλάει το Μάρτιο του 2012, όταν τότε ο Δήμος Αρταίων σε συνεργασία με το Μουσικοφιλολογικό Σύλλογο Άρτας «ΣΚΟΥΦΑΣ», είχαν διοργανώσει ένα διήμερο εκδηλώσεων στη μνήμη των μαρτύρων του ολοκαυτώματος. Θυμάμαι ότι μου είχε κάνει τότε εντύπωση το γεγονός ότι από το ακροατήριο, όσο διήρκεσε η αφήγησή του, δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος, ενώ και πολλά νέα παιδιά που βρίσκονταν στην αίθουσα, φαίνονταν να είναι απολύτως προσηλωμένα σε όσα έλεγε ένας από τους λίγους εναπομείναντες επιζώντες των απάνθρωπων εκείνων μαρτυρίων.  Καιρό αργότερα, αναλογιζόμενος εκείνη τη βραδιά, συνειδητοποίησα και κάτι ακόμα που είχε μείνει στη μνήμη μου έντονα ως εντύπωση από τον μέχρι τότε άγνωστό μου ήρωα. Παρότι βρισκόταν ήδη στην ένατη δεκαετία της ζωής του, ο άνθρωπος που μας μιλούσε εκείνο το βράδυ για τα όσα απάνθρωπα κι εξωφρενικά είχε ζήσει στα κολαστήρια του Άουσβιτς-Μπιργκενάου και του Μπέργκεν-Μπέλσεν διακατεχόταν εμφανώς από έντονη αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους, μια ζωτικότητα που δύσκολα τη βρίσκεις ακόμα και σε εφήβους της εποχής μας. Ίσως αυτό να οφείλεται και στα δεινά του πολέμου, όπως τα βίωσε τόσο ο ίδιος όσο και η γενιά του, ίσως να είναι ίδιον του χαρακτήρα του, ήταν όμως φανερό έντονα. Έντονα φανερή ήταν και η συγκίνησή του και έκδηλη η αγάπη του για την Άρτα. Μιλώντας αργότερα με ανθρώπους κοντά στην ηλικία του έμαθα ότι ρώτησε για όλους όσους γνώριζε, και θυμόταν πολύ καλά κι εκείνους και τις οικογένειές τους. Αισθάνθηκα τότε ότι οφείλαμε οι Αρτινοί εκπαιδευτικοί να κάνουμε κάτι για να μάθουν τα παιδιά μας περισσότερα για το ολοκαύτωμα, από τα χείλη του μοναδικού, ίσως, πλέον Αρτινού επιζώντος. Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν προχωρήσαμε πέρα από κάποιες σκέψεις και ιδιωτικές συζητήσεις.

Το χρέος αυτό, εκπλήρωσε, όμως, με πολύ καλύτερο τρόπο, έτσι ώστε να μείνει «κτήμα ες αιεί», ο (μέχρι πριν λίγα χρόνια μάχιμος φιλόλογος) συγγραφέας Δημήτρης Βλαχοπάνος, ο οποίος προσέφερε στις νέες γενιές αλλά και στους παλαιότερους τη δυνατότητα να δουν, μέσα από τα μάτια ενός αυτόπτη μάρτυρα, τα μαρτύρια των εβραίων στην περίοδο της γερμανικής κατοχής και ιδιαίτερα του ολοκαυτώματος. Το βιβλίο έχει τίτλο «Ισαάκ Μιζάν, αριθμός βραχίονα 182641» και αυτοπροσδιορίζεται ως μυθιστόρημα. Εκδίδεται από τις εκδόσεις «apiros hora», έχει συνολικά 286 σελίδες, προλογίζεται από τον πρόεδρο της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών κ. Μίνο Μωυσή και περιλαμβάνει επίμετρο από τη Δρα Άννα Μαρία Δρουμπούκη, σχόλια του συγγραφέα, ευχαριστίες και βασική βιβλιογραφία. Χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια, τα οποία φέρουν τίτλο που μας εισάγει στο πνεύμα του περιεχομένου τους. Είναι πολύ σημαντική η προσφορά του Δημήτρη Βλαχοπάνου, με το βιβλίο αυτό, όχι μόνο στην προσέγγιση της ιστορίας του ολοκαυτώματος, αλλά και στην ανάδειξη μιας πλευράς την τοπικής μας ιστορίας που πολλοί είτε αγνοούμε είτε σκοπίμως λησμονούμε να προσεγγίσουμε. Είναι επίσης πολύ συγκινητική και άξια σεβασμού η σκοπιά από την οποία προσεγγίζει το αντικείμενο της αφήγησής του αλλά και τον ίδιο τον ήρωα του βιβλίου του.

Δεν μπορεί να μην αντιληφθεί κανείς, από το ίδιο το εξώφυλλο του βιβλίου (που περιλαμβάνει φωτογραφία του κου Μιζάν) ότι, παρόλο που θέλει να χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα, το αφήγημα του Δημήτρη Βλαχοπάνου περιλαμβάνει εντός του πολλές και σκληρές αλήθειες, οι οποίες αναδύονται στην επιφάνεια μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του κεντρικού ήρωα που είναι ο κος Ισαάκ Μιζάν. Γιατί, τότε, δεν πρόκειται για βιογραφία ή έστω για μυθιστορηματική βιογραφία; Νομίζω ότι ο συγγραφέας προτίμησε την εκδοχή του μυθιστορήματος διότι με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη ελευθερία στο χειρισμό τόσο των πληροφοριών της ζωής του ήρωά του όσο και στην ένταξή του μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου ο αφηγητής ταυτίζεται με τον ήρωα,  μπορεί και ο αναγνώστης να ταυτιστεί (συναισθηματικά τουλάχιστον) μαζί του και να ενταχθεί, έτσι, ομαλότερα στο πλαίσιο των αφηγούμενων γεγονότων, πολλά από τα οποία παρότι αληθινά, ξεπερνούν τη λογική του κοινού νου. Επιπλέον, με την επιλογή του μυθιστορήματος, ο Βλαχοπάνος εντάσσει στην αφήγησή του τόσο πραγματικά ιστορικά περιστατικά, μέσα από τη ματιά της μυθοπλασίας, όσο και φανταστικά περιστατικά που αποδίδουν όμως καταστάσεις και συνθήκες οι οποίες, ας μη γελιόμαστε, υπήρξαν απολύτως πραγματικες και αφορούν κυρίως την τύχη της περιουσίας των εβραίων που χάθηκαν στο ολοκαύτωμα, αλλά και αυτών που γύρισαν στις πατρίδες τους.

Επιπλέον, μέσα από τη ματιά του αυτόπτη μάρτυρα, εμπλουτισμένη με την πείρα των χρόνων, ο αναγνώστης μπορεί να έρθει σε επαφή με την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Άρτας, μιας κοινότητας που η αρχή της θα πρέπει να αναζητηθεί στους Βυζαντινούς χρόνους και ταυτίζεται με την ιστορία της πόλης, αλλά και να αντιληφθεί ποια ήταν η τύχη των όσων επέζησαν από τα κολαστήρια και τις καταδιώξεις των Γερμανών. Παρουσιάζεται όχι μόνο η πορεία των αρτινών εβραίων, μεταξύ των οποίων και ο ήρωας, αλλά και όλων σχεδόν των ελλήνων ομοδόξων τους, μέσα από προσεγμένες αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά και αναμνήσεις του ήρωα. Με τον τρόπο αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο η αφήγηση μιας προσωπικής (δραματικής οπωσδήποτε αλλά σαφώς ατομικής) εμπειρίας, αλλά η συμβολική απεικόνιση μιας συνολικής (όπως διαμορφώνεται μέσα από την κοινή εμπειρία των επιζησάντων) τύχης η οποία, έτσι όπως παρουσιάζεται, θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα εάν το πρόσωπο του κακού ήταν διαφορετικό ή είχε προλάβει να κυριαρχήσει.

Η αφήγηση είναι ρέουσα και γλαφυρή και κρατάει τον αναγνώστη σε εγρήγορση, τα σχόλια δίνουν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα ακόμα και σε κάποιον χωρίς προηγούμενες ιστορικές γνώσεις, οι στοχασμοί του ήρωα προβληματίζουν και συγκινούν το ίδιο με τα βάσανά του, αναδεικνύοντας τη βαθιά του αγάπη για τον Άνθρωπο με το Άλφα κεφαλαίο. Πρόκειται για ένα βιβλίο που κοσμεί τόσο την αρτινή όσο και την πανελλήνια λογοτεχνία.