Δημήτρη Βλαχοπάνου: Οι παραγγελίες

Ντύθηκα καλά. Φόρεσα δηλαδή τα καλύτερά μου. Ίσως και να ’χα ραντεβού με το κορίτσι μου, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με ποιο απ’ όλα. Γιατί – περασμένα, ξεχασμένα, τώρα – έπιανα εύκολα γνωριμίες με τα κορίτσια και ερωτευόμουν με την πρώτη. Άλλο αν μετά βρισκόμουν μπερδεμένος άσχημα και πολύ μακάριζα τους μουσουλμάνους που γέμιζαν τη ζωούλα τους και το σπιτάκι τους με όσες γυναίκες τους κάπνιζε. Τέλος πάντων, άλλη ιστορία αυτή, έχουμε καιρό να την πούμε. Χτένισα, λοιπόν, όμορφα τα μαλλιά μου, έβαλα πάνω τους λεμονάκι για να μην τα παίρνει ο αέρας, γυαλίστηκα κάμποσην ώρα στον καθρέφτη της ντουλάπας, «καλός είσαι», μου ’πε, βγήκα στο δρόμο.

Σκούπιζε την αυλή της η θεια μου η Μαριγούλα. Μ’ «έπιασε» που περνούσα στο δρόμο. Σταμάτησε και με κοίταξε. Κατάλαβε για πού το ’βαλα.

– Για τ’ν Άρτα το ’βαλις, Μητσιαρλή;

– Για ’ν  Άρτα, θείτσα, θέλ’ς τίποτα;

– Για καρτέρ’ ικεία, κι έρχομαι.

Άφησε τη σκούπα, πότε μπήκε, πότε βγήκε απ’ το σπιτάκι της, ούτε κατάλαβα. Άπλωσε το χέρι της και

– Πέρ’α εκεί απ’ το Λογοθέτ’, μου λέει, ξέρ’ς πού είναι, κι πάρε μ’ μια στάλα βαφή. Να μη σ’ βάλ’ πολύ, να τ’ πεις, δυο δραχμές μαύρ’ βαφή για ρούχα τσιροβόλ. Έτσ’, μάνα μ’;

– ’ντάξ’, θείτσα.

– Πέρ’α κι ικεία απ’ το Κιλκίς, σε φέρ’ ο δρόμους, συνέχισε την παραγγελία η θεια Μαριγούλα, κι πάρε μ’ απ’ του Δεβέκο μια πλάκα κιρί, μ’σή οκά, κι μια ουτρά, για κ’λούρα, πες του, ξέρ’ αυτός. Κι ικεία παρακάτ’ πάρε μ’ απ’ το φούρνο τ’ Γουνόπουλ’ ένα μπαστούν’ ψουμί κι απ’ τ’ Κυριάκου δέκα καραμέλις κι ένα παστέλ’. Έτσ’ Μητσιαρλή μ’;

– Έτσ’, θείτσα, είπα κι έβαλα το δεκάρικο στη δεξιά τσέπη μου.

Κοίταξα το ρολόι μου, είχα ώρα ως τις εννιά. Είχα και την κακή συνήθεια, όταν πήγαινα ραντεβού, να ξυπνάω πολύ πρωί και να κατεβαίνω στην πλατεία μισήν ώρα πριν φύγει το λεωφορείο. Πήγαινα, λοιπόν, αργά – αργά.

– Πας μέσα, Δ’μητρούλ’; με σταμάτησε η χοντρή φωνή του κουμπάρου μας του Θοδωρή.

– Καλ’μέρα, μπάρμπα Θοδωρή, στ’ν Άρτα πάω.

– Για στάσ’, ορέ πιδί, να θ’μηθού τι ήθελα να πάρου απ’ τ’ν Άρτα.

Τι να κάνω; Στάθηκα και τον έβλεπα να ξύνει το κεφάλι του.

– Α, θ’μήθ’κα. Δεν άργησεν ο κουμπάρος. Τήρα ιδώ, θα πας, να πούμι, ικεί στου Μονοπλιό, είναι ένα μαγαζί, δε θ’μνιέμαι τώρα πώς το λιένε, θα ιδείς, έχ’ απόξω σακιά γιομάτα φασούλια, φακή, ζάχαρ’, τέτοια πράματα, κι θα μ’ πάρ’ς τσιότσιο καπνό. Να, πάρε αυτό το τάλαρο και πες τ’ τέσσερες δραχμές καπνό κι μίνια δραχμή χαρτί, τσ’γαρόχαρτου, ξέρ’ αυτός. Άι, καμάρι μ’. Κι δώσ’ κι χιριτήματα ικεί στ’ Μπαϊκούσ’, κιρό έχω να πάω.

Έβαλα το τάλαρο στην άλλη τσέπη και την παραγγελία στο ίδιο μυαλό με την προηγούμενη. Ξανακοίταξα το ρολόι μου, «ευτυχώς δεν τον έπιασε η λογοδιάρροια τον κουμπάρο», σκέφτηκα κι έφτασα στη στροφή.

– Για πού, Μητσιούλη, τσίριξε στ’ αφτιά μου η φωνή της ξαδέρφης μου της Βασίλως. «Ωχ!», είπα, «κι άλλη παραγγελία», αλλά δεν είχα περιθώρια ν’ αρνηθώ.

– Εσύ για πού μ’ έχ’ς; την πείραξα, αν και μεγαλύτερή μου.

– Ούτε παραγγελία να σ’ είχα, μπράβο Μητσιούλ’! ξανατσίριξε πιο δυνατά.

– Πες μου τι θέλ’ς κι άσε τ’ς κουβέντες, άρχισα να τα παίρνω.

– Τίποτα, μωρέ Μητσιούλ’, δηλαδή όχ’ τίποτα σοβαρό, ας πούμε. Πάρε εδώ αυτό το μπουκαλάκ’ κι πέρ’α απ’ τ’ Κουρκούμπα, είναι μια κοπέλα εκεί, πες τ’ς να στο γιομίσ’ κολόνια τριαντάφ’λλο. Έτσι; Τριαντάφ’λλο, να τ’ς πεις. Χρόνο έχ’ς, α; Πάρε μ’ κι απ’ το Σκορδή ή το Μανόπουλο, είναι λίγο παρακατούλια, δέκα στικάκια κι μια στέκα, προς το κόκκινο, πες τ’, αλλά όχ’ ακριβώς κόκκινο, ας πούμε κάπως σαν το ροζ, να μη φαίνομαστε, ας πούμε, κι εντελώς χωριό. Ορέ Μητσιούλ’, τι πιτ’χιά ήσαν τώρα ιά!

– Απάν’ – κάτ’ θα μ’ έχ’ς, μωρή Βασίλω; διαμαρτυρήθηκα ελαφρώς.

– Τα στικάκια κι τ’ στέκα δε με νοιάζ’, αν δεις στο δρόμο το Στεφανάκ’ μι τα καλάθια, πάρ’ τα μ’ κι απ’ αυτόν, ίδια πράματα είναι. Βελτίωσε κάπως την κατάσταση η Βασίλω.

«Πάμε παρακάτω κι έχ’ ο Θεός», σκέφτηκα και προχώρησα, γιατί άρχισε κιόλας να περνά η ώρα. «Ένας ακόμα να βρεθεί, πάει το λεωφορείο», είπα και βιάστηκα.

Τι ήταν να το σκεφτώ!

– Μητσιαρέλ’, ω Μητσιαρέλ’, στάκα ορέ διάτανε, πας μέσα κι δε λιες τίποτα! Έτρεχεν αγκομαχώντας να με προλάβει η κάκω Γιωργούλα.

Στάθηκα, τι να κάνω.

– Καλά, ορέ, έτσ’ κάν’ ο κόσμος; πααίν’ς σ’ν Άρτα και δε μας λιες τίποτα; με μάλωσε και μ’ έπιασε απ’ την πλάτη.

– Τελάλη θα βάλω, κάκω – Γιωργούλα; διαμαρτυρήθηκα.

– Άκ’ ιδώ, μου κάνει με ύφος σοβαρό. Πας π’ πας, θα περάσεις ικεί απ’ τ’ Μπουκουβάλα. Για ρώτα τον, μπα κι αλησμόν’σε ικεί ου προκομμένος ου μπάρμπας σ’ τα κουδούνια για τ’ς πρατίνες;

– Τι έκανε λέει; τη διέκοψα απότομα. Κουδούνια;

– Κάνε μ’ τ’ χάρη, πατέρα μ’, να ζήσεις χίλια χρόνια, έπγις γάλα απ’ το β’ζί μ’, τι τα πιδιά μ’, τι κι σένα, άι, χαϊδιάρη μ’, δυο δραγγιές να πιει, γένετι το μυαλό τ’ κουδούν’, δε θ’μνιέται ούτε πώς τον λιένι, μια βολά μπαίν’ στ’ αλιφορείο για το Νιοχώρ’. Έχασε. Αντί για του Κουμμένου πάαινε για το Νιοχώρ’. Έφτακε στου γιοφύρ’ κι τότε κατάλαβε ου ανεπρόκοπος, κακό χρόνο να ’χ’. Ορέ, πού με πάτε, φωνάζ’ στουν οδηγό, το ’φταιε ου οδηγός κι όχ’ τα ρακιά τ’ Μπουκουβάλα, αυτόν θα πάρ’ς, Γιωργούλα; μο ’λιεγαν τότε, αυτός μια στάλα άμα πιει, δε θα να ’ρθ’ ούτε στου γάμου τ’.…

– ’ντάξ’, εντάξ’, κάκω Γιωργούλα, τη διέκοψα και κοίταζα προς την πλατεία. Το λεωφορείο είχε φτάσει.

– Καλού – κακού, πάρε κι αυτό το ’κοσαράκ’, μπορεί να τ’ αλησμόν’σε π’θινά αλλού, μπορεί κι να το ’πεσαν, αν δεν τα βρεις, πέρ’α απ’ τ’ Γιάνν’ Λάκα, απέκεια απ’ τ’ Παπαϊάνν’ το μαειριό, κι πάρε μ’ τέσσερα κουδούνια, για πρατίνες πες τ’, θα καταλάβ’, αν δεν έχ’, πες τ’ να σ’ δώκ’ κυπριά, ένα τάλαρο το ένα κάν’, άι, ξωθιό σ’, να του ’χε μπει ου διάολους τ’ κιαρατοφκιασμέν’!.

Είπεν η κάκω Γιωργούλα, έβαλα το εικοσάρικο στο τσεπάκι μου και βιάστηκα να φτάσω στην πλατεία. Προλάβαινα δεν προλάβαινα. Έβαλε μπρος ο οδηγός και πάτησε και την κόρνα για κανέναν ξεχασμένον και καθυστερημένον σαν κι εμένα. Πήγα να τρέξω, όταν βγήκε μπροστά μου η θεια μου η Τσαντούλα.

– Καν’ τ’ νόημα να μη φύγ’, φώναξε μ’ αγωνία προς την πλατεία κι άρχισε κι αυτή να τσιρίζει στον οδηγό σηκώνοντας και τα χέρια ψηλά: μην κ’νάς ακόμα, μαρέεεεεε, τώρα έρχετι ου Δ’μητράκ’ς.

Σαν να περίμενε εκείνος. Με κοίταξε στα γρήγορα η θεια η Αλεξάνδρα, που τη λέγαμε Τσάντα και Τσαντούλα.

– Πάρε αυτό το σακάκ’, είναι τ’ μπάρμπα σ’, τράβα το ικεί στο καθαριστήριου «ο Ήλιους», θα σε φέρ’ ο δρόμος, ικεία στ’ Κακαβά είναι, πες τ’ να το καθαρίσ’ εξάπαντος σήμερα κι να το πάρουμ’ αύριο, έχουμ’ αρριβωνίσια, δε θα να ’χ’ τι να φορέσ’ ο μπάρμπας σ’, έτσ’ να τ’ πεις. Κατάλαβες; Αν δε μπορεί, να το πας απάν’ στον Αγιώργ’, άι μάνα μ’, ξέρω σε βάνω σε κόπο, αλλά να πάει, μωρέ Δ’μητράκ’, ζάρκος ο μπάρμπα σ’ στ’ αρριβωνίσια; Έτσ’, μανούλα μ’, να το πας στον Αγιώργ’ κι να τ’ πεις αύριο να το ’χ’ έτοιμο κι θα στείλω ιγώ να το πάρω.

Μέχρι να τελειώσει η θεία η Τσαντούλα με τις κουβέντες της και τις εξηγήσεις της, το λεωφορείο είχεν αναχωρήσει. Κι έμεινα εγώ. Κι εκείνη μούντζωνε κι έβριζε τον οδηγό!

– Ναααα, να σ’ χεστεί ου πατέρας, ακούς να τ’ αφήκ’ του πιδί ιδώ;

Μου ’ρθε να σκάσω. Πάει το ραντεβού, τζάμπα οι ετοιμασίες μου. Γύρισα πίσω. Έβαλαν όλοι τις φωνές.

– Να σου ’χε μπει ο διάολος, μωρή Τσιάντα! Μια βολά να πάει άλλος σ’ν Άρτα κι να μην τ’ γέν’ς φόρτωμα! Α, πα, πα, πα, πα!

Έχασα το ραντεβού, έβαλα μυαλό. Εννιά ήταν να φύγει το λεωφορείο; Εννιά παρά πέντε έφευγα απ’ το σπίτι. Και δεν προλάβαινε κανένας, ούτε η μάνα μου, να μου δώσει παραγγελία.

 

(Από τη συλλογή «Πηγάδια και πήγασοι – Αφηγήματα της  δραχμούλας)