Δημήτρης Βάσσος: «φυγή προς την ελευθερία»

Γράφει ο Δημήτρης Βλαχοπάνος

Ομολογώ πως ένιωσα πολύ τυχερός, αλλά και πολύ περήφανος, όταν μαζί με τον φίλο μου Τάκη Ντάλα ολοκληρώσαμε στη Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας «Γιάννης Μόραλης» την επίσκεψή μας και την περιήγησή μας στην έκθεση έργων ζωγραφικής του συμπολίτη μας Δημήτρη Βάσσου. Ήταν μια αποκαλυπτική και αληθινά λυτρωτική μαθητεία στη μαγεία της τέχνης και στην καλλιτεχνία του ζωγράφου, ο οποίος είχε την καλοσύνη να είναι δίπλα μας όχι για να μας ξεναγήσει στη θεματογραφία του και τις επιλογές του ή για να μας αποκαλύψει τα μυστικά της τέχνης του, αλλά κυρίως για να «διαβάσουμε» τους πίνακες μαζί και να τους αντικρίσει και ο ίδιος εκ νέου μέσα από τη δική μας οπτική και το δικό μας σχόλιο.

Είναι ίσως περιττό να σημειώσω πως συνιστά για τον δημιουργό ένα μεγάλο και ανεκτίμητο ηθικό κέρδος να μοιράζεται το έργο του με το κοινό. Ο δημιουργός διδάσκει με το έργο του, αλλά συνάμα διδάσκεται και ο ίδιος από αυτό. Και η χαρά και η διδαχή του γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν στο κέντρο αυτής της κοινής ανάγνωσης το ερώτημα που τίθεται δεν είναι «τι θέλει να πει ο ποιητής», αλλά «τι προσλαμβάνει και τι θέλει να πει ο αναγνώστης». Γιατί η τέχνη είναι αυθεντική και πολυδιάστατη, όταν προσφέρεται για πολλαπλές διαδοχικές αναγνώσεις και αφήνει ελεύθερη τη σκέψη και το στοχασμό του φιλότεχνου επισκέπτη να περιπλανηθεί στους δικούς του κόσμους και να προσθέσει σ’ αυτή κάτι και από τη δική του προσωπική μυθολογία.

Ο Δημήτρης Βάσσος εξέθεσε εκπληκτικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, έργα που εντυπωσιάζουν με τη λεπτή τους αισθητική και την ποικιλότητα των χρωμάτων. Θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας με πινελιές και σύμβολα που σε πάνε στην πίσω πλευρά της ζωής συνολικά και της ύπαρξής σου ειδικότερα. Θέματα με πρόσωπα και πράγματα που αντικατοπτρίζονται συγκερασμένα και ίπτανται τεθλασμένα εκτός ορίων: πέρα από τις συμβατικότητες και τα στερεότυπα του χώρου και του χρόνου. Αν έπρεπε να δώσω ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ενδιαφέρουσας και πραγματικά επίπονης εργασίας, θα την ονόμαζα «η φυγή προς την απεραντοσύνη της ελευθερίας».

Στον Δημήτρη Βάσσο συναντάς τη λεπτομέρεια του απαιτητικού και τελειομανούς  δημιουργού. Ο καλλιτέχνης απεικονίζει την προβληματική του καιρού του μέσα από την πολυπλοκότητα και την πληθωρικότητα καλλιτεχνικών στοιχείων που μοιάζουν να πέφτουν σωρευτικά και συγκυριακά σε όλη την έκταση του πίνακα. Επιβλητικό και κυρίαρχο το πρώτο επίπεδο με το βασικό θέμα. Αλλά πίσω και γύρω από αυτό μια σειρά από δευτερεύοντα θέματα και σύμβολα δίνουν μιαν άλλη προοπτική και δυναμική στο έργο. Τονίζουν, πολύ περισσότερο, την ένταση, τη φαντασμαγορία και την πολυμορφία του σημερινού κόσμου.

Η λεπτομέρεια παρούσα: στην έκφραση, στην κίνηση, στη χρωματικότητα, στα σύμβολα του δεύτερου και τρίτου πλάνου, στην ψυχική ένταση των προσώπων, στον συνδυασμό ατόμου και περιβάλλοντος χώρου, σε όλο αυτό το πεδίο που το κατατάσσεις στην τεχνοτροπία και την ελευθερία ενός νέου μανιερισμού. Ο καλλιτέχνης εργάζεται χωρίς κανένα ταμπού. Κινείται ελεύθερος μέσα από γραμμές και σκιές που συνοψίζουν την καθολικότητα της σύγχρονης ζωής και την οικουμενικότητα του ανθρώπινου πνεύματος. Ο Δημήτρης Βάσσος πλάθει με τον χρωστήρα του και τον ιδιαίτερο εσωτερικό του μύθο το μέλλον του κόσμου.

Χωρίς καμιά δόση υπερβολής, θεωρώ πως πολλοί εραστές της τέχνης άλλων πόλεων θα ένιωθαν μια κρυφή ζήλια για την πόλη μας και θα επιθυμούσαν τέτοιες εκθέσεις να κοσμούν και τις δικές τους αίθουσες. Μόλο που η δική μας κοινωνία των επωνύμων και των ανωνύμων, των πνευματικών και μη πνευματικών στελεχών της, των ψαγμένων και των λάλων περιπατητών και θαμώνων του κέντρου, η δική μας, λοιπόν, αυτή κοινωνία δε βρήκε το χρόνο και δεν έκανε τον κόπο να διαβεί δι’ ολίγον και από τη Δημοτική Πινακοθήκη, για να δει απλά, έτσι για να ικανοποιήσει  την περιέργειά της, την έκθεση ενός δικού της ζωγράφου, ενός καλλιτέχνη που ζει και αναπνέει ανάμεσά της, μήπως ίσως και κατανοήσει έτσι πως η πνευματικότητα και η τέχνη στέκουν σαν δυο μεγάλες κολόνες που στηρίζεται πάνω τους ο θόλος του κοινού μας ουρανού.