Δάνειο που εξαργυρώνεται με γέλιο στην ΑΘΟΑ

Είναι άραγε η περίοδος της οικονομικής κρίσης κατάλληλη για να δει, να παίξει ή να γράψει κάποιος θέατρο; Σε πολλούς η απάντηση φαντάζει αυτονόητη, δεδομένου ότι μπροστά στα βιοποριστικά προβλήματα η Τέχνη φαντάζει πολυτέλεια και μάλιστα ακριβή, δεν είναι πάντα, όμως, έτσι. Αντιγράφω από άρθρο του Απόστολου Λακασά στην «Καθημερινή» της 27ης Ιανουαρίου 2011.: «Καθώς η χώρα διανύει μια μεταβατική περίοδο νιώθω ότι, έστω και ακούσια, η επιλογή κάποιου να πληρώσει για να δει μια καλή παράσταση είναι μία άκρως πολιτική πράξη. Μία θεατρική παράσταση δεν είναι απλώς ένας τρόπος να ξεφύγει ο θεατής από τη μίζερη καθημερινότητά του, χασκογελώντας με τα ακκιζόμενα τηλεοπτικά είδωλα, που εξαργυρώνουν στο σανίδι την εφήμερη δόξα τους. Το καλό θέατρο είναι ένα μέσο ψυχαγωγίας που το αναζητά μια μειοψηφική μεν, αλλά σημαντική ομάδα ανθρώπων, η οποία θέλει να αποφύγει τη νάρκωση των ημερών – μια νάρκωση στην οποία καταφεύγουν πολλοί άλλοι για να αντιμετωπίσουν τη σκληρή πραγματικότητα. Το στήσιμο μιας καλής παράστασης, ο συντονισμός ταλαντούχων ανθρώπων, το δημιουργικό ξόδεμά τους στις πρόβες και η έκθεσή τους επί σκηνής από τη μια, και, από την άλλη, η έξοδος από το σπίτι, η ψυχική συμμετοχή του κοινού στην παράσταση, αποτελούν σαφώς μία πολιτική πράξη. Πώς αυτό; Μα γιατί ¨κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας¨, όπως έλεγε ο Κάρολος Κουν. Και η αρρώστια της ψυχής είναι, στην ουσία, αυτό που οδήγησε τη χώρα στη σημερινή της κατάσταση.»

Μια τέτοια προσπάθεια ανάτασης ψυχικής επιχείρησε η Α.Θ.Ο.Α., ανεβάζοντας ένα έργο που δημιουργήθηκε μέσα στην κρίση, από την κρίση και για την κρίση. Επιλεγμένο από το σύγχρονο Ισπανικό ρεπερτόριο, «Το Δάνειο» του 54χρονου Τζόρντι Γκαλθεράν αντανακλά όχι μόνο την ισπανική αλλά και την ιταλική, την πορτογαλική και οπωσδήποτε την ελληνική πραγματικότητα στα χρόνια της κρίσης, θέτοντας προβληματισμούς για το πού βαδίζει ο κόσμος μας μέσα σ’ ένα τοπίο διαρκώς υποβαθμιζόμενων ηθικών αξιών και κυριαρχίας του χρήματος.

Ο Τζόρντι Γκαλθεράν γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1964. Σπούδασε καταλανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ από το 1988 αρχίζει να γράφει θέατρο και το 1995, αποσπά δύο θεατρικά βραβεία. Το 2003, γράφει το έργο που έμελλε να γίνει η μεγάλη του επιτυχία. Πρόκειται για τη Μέθοδο Γκρόνχολμ, έργο το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει ανέβει με τεράστια επιτυχία σε περισσότερες από εξήντα χώρες σε όλο τον κόσμο. Το 2012, γράφει το έργο Το δάνειο, το οποίο έχει παρασταθεί σε περισσότερες από 15 χώρες. Το έργο ανέβηκε και στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2015 ως τον Μάρτιο του 2017.

Το έργο βασίζεται σε μια κάπως εξωφρενική ιδέα, αλλά και ποιος δεν καταφεύγει σε εξωφρενικά πράγματα σε στιγμές απελπισίας και κρίσης;. Να πώς έχει εν ολίγοις η κατάσταση: Είσαι διευθυντής σε τράπεζα. Στο τμήμα δανείων. Πολύ καλός στη δουλειά σου. Δεν είναι δα και δύσκολο, υπάρχει ο κανονισμός, τον ξέρεις, τον εφαρμόζεις. Κι όσο πιο πιστά τον εφαρμόζεις, τόσο πιο απίθανο είναι να βρουν οι προϊστάμενοί σου στο μικροσκόπιο, από το οποίο περνάνε κάθε σύμβαση, κάποιο λάθος, κάτι που θα κοστίσει στην τράπεζα. Γιατί εκεί διαχειρίζεστε ευρώ, όχι αστεία. Έρχεται λοιπόν ένας ανθρωπάκος από το πουθενά κι έχει την απαίτηση να του δώσεις δάνειο έτσι, χωρίς καμιά εγγύηση! «Στο λόγο του», λέει, θα τα επιστρέψει. Ποιο λόγο του, πάμε καλά; Υπάρχει κανένας «λόγος» να μετριέται σε ευρώ και μάλιστα όσα ζητάει αυτός να του δανείσουν; Μεταξύ μας, υπάρχει, και το ξέρουμε, και για πολύ περισσότερα ευρώ, αλλά αυτός ο τύπος δεν έχει καμία σχέση με αξιόπιστους επιχειρηματίες, ιδιοκτήτες ΜΜΕ και άλλων σοβαρών εταιρειών, που μπορούν να (θαλασσο)δανείζονται. Ετούτος δεν έχει στον ήλιο μοίρα, και παρόλα αυτά έχει το θράσος να σε απειλεί πως αν δεν του εγκρίνεις το δάνειο, θα πάει με τη γυναίκα σου και μάλιστα με τη θέλησή της! Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Η παράσταση βασίζεται όχι μόνο στην κωμικότητα των αντιδράσεων του ενός ήρωα στον εκβιασμό του άλλου (δεν θα ξέφευγε από τη λογική του μονόπρακτου αν το έκανε), αλλά πρωτίστως στην ανάδειξη (με κωμικοτραγικό τρόπο) όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που αποτελούν δείγματα της εποχής μας (το να μη μπορείς να εμπιστευτείς ούτε τον αδερφό σου, την αναλγησία της παντοδυναμίας των τραπεζών, την κρίση των συζυγικών αλλά και των ανθρώπινων σχέσεων γενικότερα, την αποτίμηση των πάντων σε χρήμα, την αναπόφευκτη τελική πτώση του σαθρού αυτού οικοδομήματος, την τιμωρία που θα βρει τον ανάλγητο τραπεζίτη). Έτσι καταλήγει να είναι μια κωμωδία χαρακτήρων με κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές προεκτάσεις που βγάζει άφθονο γέλιο ακόμα και σε καταστάσεις που θεωρητικά είναι μάλλον δραματικές.

Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει η σκηνοθεσία να μην παρασυρθεί σε ακρότητες και βεβιασμένες προσπάθειες να βγει το γέλιο από αθυροστομίες και ανάδειξη των σεξουαλικών υπονοουμένων που υπάρχουν αρκετές φορές στο κείμενο, αλλά να αναδείξει την κωμικότητα της σοβαροφάνειας και της ψευδεπίγραφης ευτυχίας των στελεχών των διαφόρων επιχειρήσεων. Ο Γιώργος Παπαδόπουλος, στην πρώτη φορά που τον βλέπω ως σκηνοθέτη, κατάφερε να αποφύγει τους σκοπέλους της ευκολίας και να στήσει μια παράσταση μετρημένη και λιτή, χωρίς φανφαρονισμούς κι ευκολίες που βγάζει το γέλιο αναδεικνύοντας τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις των χαρακτήρων των δύο ηρώων χωρίς να παρασυρθεί από τις σειρήνες του κειμένου.

Ο ίδιος, στο ρόλο του Διευθυντή της τράπεζας, Γκριγκόριο, αποδίδει με μια εσωτερική πληθωρικότητα, και αστείρευτη εκφραστικότητα τόσο την αρχική ακαμψία του ρόλου του, όσο και τη μετέπειτα μεταστροφή του και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις που προκαλούνται από τα δεινά στα οποία βρίσκεται και από δική του υπευθυνότητα. Η λιτότητα στις κινήσεις, οι εκφράσεις του προσώπου αλλά και του σώματος καταδεικνύουν υποκριτική ωριμότητα και θεατρική εμπειρία.

Ο Φίλιππος Καματήρας, στο ρόλο του επίδοξου δανειολήπτη, Αντόνιο Βιθέντε, πλάθει με μαεστρία και πειστικότητα τον τύπο του απελπισμένου μέσου αστού που, συνηθισμένος να είναι σωστός στις υποχρεώσεις του, αναγκάζεται να καταφύγει στις τράπεζες, για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ότι η όποια τιμιότητά του και αξιοπιστία του δεν αποτιμώνται σε ευρώ. Το ίδιο εκφραστικός και εσωτερικά εκφραστικός με τον παρτενέρ του στην σκηνή, διαμορφώνει έναν απόλυτα πειστικό τύπο.

Η σκηνογραφία, σε επιμέλεια Δημήτρη Τσιρογιάννη και Γιώργου Παπαδόπουλου, υπηρετεί το μέτρο και την ουσία της παράστασης, παραπέμποντας σε πίνακες του ολλανδού ζωγράφου Πωλ Μοντριάν που βασίζεται στην ανάδειξη της τετράγωνης λογικά δομημένης διάταξης η οποία αποδομείται μέσω της κυριαρχίας το χρώματος, μια σαφής σημειολογική προσέγγιση και της ουσίας του έργου. Οι φωτισμοί από το Χρήστο Χρήστου και η Μουσική επένδυση σε επιμέλεια Αγαθάγγελου Σημαντήρη συμπληρώνουν μια εξαιρετική προσπάθεια.