Skip to content

Οι πρόσφατες ειδήσεις σχετικά με τον εκπαιδευτικό που απολύθηκε επειδή χειροδίκησε σε μαθήτρια (αφού προηγουμένως είχε υποστεί ο ίδιος bullying από την ίδια και συμμαθητή της), αλλά και σχετικά με το διευθυντή γυμνασίου που απήχθη και  υπέστη βία επειδή προσπάθησε να κάνει τη δουλειά του, φέρνουν στο προσκήνιο το πρόβλημα της θέσης όχι μόνο του εκπαιδευτικού, αλλά γενικότερα της εκπαίδευσης στην ελληνική κοινωνία. Είναι προφανές ότι η (δημόσια ειδικά) εκπαίδευση είναι αρκετά υποβαθμισμένη στη συνείδηση του μέσου Έλληνα, ο οποίος έχει συνηθίσει να εκτιμάει μόνο ό,τι πληρώνει ο ίδιος από την τσέπη του, πράγμα για το οποίο έχει ουκ ολίγες ευθύνες η ίδια η πολιτεία η οποία δε φροντίζει να θωρακίσει τη δημόσια εκπαίδευση (π.χ. συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, σύγχρονα διδακτήρια, ολιγομελή τμήματα, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού). Ταυτόχρονα υπάρχει μια σύγχυση, δεδομένου ότι η εκπαίδευση ταυτίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου με την αγωγή και τη διαπαιδαγώγηση, ωσάν να είναι μόνο το σχολείο ο φορέας αυτών των διαδικασιών, κάτι που αποτελεί βεβαίως μέγα σφάλμα, καθώς, ίσως, τον πλέον σημαντικό ρόλο στην αγωγή και διαπαιδαγώγηση των νέων τον παίζει η οικογένεια.

Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών είναι μία προσπάθεια διαμόρφωσης και κατεύθυνσης της προσωπικότητάς τους προς μία θετική εξελικτική πορεία. Συνήθως, η φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη της αρμονίας με τις ανάγκες της μετέπειτα ζωής του παιδιού ως ενήλικου ανθρώπου. Πρόκειται, μ’ άλλα λόγια, για τη σωστή σωματική και διανοητική ανάπτυξη, με εξέχοντα ρόλο την κανονική εξέλιξη της προσωπικότητας. Συνεπώς δεν είναι μόνο η φροντίδα για την υγεία και την εκπαίδευση του παιδιού, αλλά και η κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών του. Το ρόλο αυτό επωμίζονται οι γονείς και εδώ εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα. Στα παλαιότερα χρόνια τη διαπαιδαγώγηση αναλάμβανε κυρίως η μητέρα, δεδομένου ότι οι γυναίκες δεν είχαν εξωτερική επαγγελματική απασχόληση. Σήμερα, όμως, με τις ανάγκες της επιβίωσης να επιβάλλουν την εργασία και των δύο γονέων, τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά.  Η επαγγελματική δραστηριότητα κατά αρχήν περιορίζει χρονικά την παρουσία και επικοινωνία, λεκτικά και συναισθηματικά, σ’ αυτήν την δυαδική σχέση. Ο διαθέσιμος χρόνος λοιπόν είναι ο πρώτος παράγοντας που θα πρέπει να αναλυθεί επαρκώς: είναι ο χρόνος εκτός εργασίας ο οποίος πολλές φορές διακόπτεται είτε από επαγγελματικές ενοχλήσεις είτε κοινωνικές δραστηριότητες είτε για λόγους ψυχαγωγίας. Τα παιδιά, όμως, με αυτό τον τρόπο δεν προσλαμβάνουν κοινωνική αγωγή.

Σύμφωνα με τον Άντλερ, αυστριακό ψυχίατρο και θεμελιωτή της ατομικής ψυχολογίας, ο κύριος στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι η κοινωνική προσαρμογή. Εάν οι γονείς, και αργότερα το σχολείο, δεν βοηθήσουν τα παιδιά να προσαρμοστούν στα δεδομένα της κοινωνικής ζωής, εκείνα πρόκειται να παρουσιάσουν σοβαρές δυσκολίες όταν κληθούν να διαχειριστούν τους τομείς της ενήλικης ζωής. Στο οικογενειακό περιβάλλον υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία επιδρούν αρνητικά στην ορθή ανατροφή των παιδιών κι αυτό συμβαίνει κυρίως εξαιτίας του στενού δεσμού που υπάρχει ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά. Σημαντική πρόοδος μπορεί να σημειωθεί μόνον εφόσον οι ίδιοι γονείς είναι κοινωνικά προσαρμοσμένοι και έχουν κατανοήσει σε βάθος ότι η εκπαιδευτική διαδικασία πρέπει να είναι προσανατολισμένη σε κοινωνικούς στόχους. Δύο πράγματα θα πρέπει να ξεχωρίσουμε σ’ αυτήν την σχέση. Το πρώτο είναι να υπάρχει μια αίσθηση εμπιστοσύνης στις θεμελιακές σχέσεις ζωής δηλ. η αγάπη, το θάρρος, η κατανόηση, η τιμιότητα, το αίσθημα δικαίου, να είναι το περιβάλλον όπου θα χτίζονται τα θεμέλια μιας ζωής σταθερά συνδεδεμένης με την ασφάλεια και την σιγουριά.

Το δεύτερο είναι η αναγνώριση των αιτιών που διαμορφώνουν την διάθεση η την διαθεσιμότητα του γονέα απέναντι στο παιδί. Σ’ αυτό το σημείο σημαντικό ρόλο μπορεί να παίζει η δομή της προσωπικότητας των γονέων, το αν δηλαδή είναι ολοκληρωμένες προσωπικότητες ή άτομα με μειωμένη αυτοεκτίμηση, συναισθηματική και κοινωνική ανωριμότητα, άλυτες ενδοψυχικές συγκρούσεις, αυταρχικότητα κ.λπ. Επίσης δεν είναι μικρή η σημασία του μορφωτικού κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου της οικογένειας, αλλά και περιστασιακών παραγόντων, όπως αλλαγές στην οικονομική κατάσταση της οικογένειας ή προβλήματα υγείας. Παρατηρείται, εξάλλου, το γεγονός ότι αρκετοί γονείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην οριοθέτηση των έφηβων παιδιών τους και καταλήγουν σε ακραίες συμπεριφορές. Σε άλλες περιπτώσεις, η δυσκολία αυτή συντείνει στο να θέτει ο γονιός ελάχιστους ή καθόλου περιορισμούς στον έφηβο. Τα αποτελέσματα και στις δύο περιπτώσεις αποβαίνουν συνήθως αρνητικά μέχρι καταστροφικά πρωτίστως για τον έφηβο, αλλά και για τους ίδιους τους γονείς και τη μεταξύ τους σχέση.

Σε κάθε περίπτωση, το σχολείο, ενώ παλαιότερα δεχόταν μαθητές και μαθήτριες με δεδομένη προηγούμενη αγωγή από την οικογένεια (π.χ. χτυπάμε την πόρτα πριν μπούμε κάπου, δεν ασκούμε βία στον άλλο, δεν ενοχλούμε το διπλανό μας ή τους άλλους, προσέχουμε την καθαριότητα του χώρου στον οποίο βρισκόμαστε, φερόμαστε με ευγένεια και ευπρέπεια κυρίως στους μεγαλύτερούς μας, ακούμε τις συμβουλές των μεγαλύτερων ακόμα κι αν διαφωνούμε μ’ αυτές και εκφράζουμε τη διαφωνία μας με ευγένεια κ.λπ) και απλώς φρόντιζε να ενισχύσει αυτή την εμπειρική γνώση, προσθέτοντας και τη μάθηση, τώρα βρίσκεται σε μια κατάσταση φαυλεπίφαυλη. Από τη μία η κοινωνία (και πρωτίστως οι οικογένειες που αδυνατούν να ανταποκριθούν στο παραδοσιακό αιτούμενο της αγωγής για τους λόγους που ανέφερα) ζητά από το σχολείο να αναλάβει κατεξοχήν ρόλο αγωγής (χωρίς να του δίνει τα ανάλογα μέσα), από την άλλη η πολιτεία το επιφορτίζει σχεδόν αποκλειστικά με το ρόλο του μεταβιβαστή γνώσεων και διεκπεραιωτή ύλης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Φτάνουμε, επομένως, στο σημείο το σχολείο (κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) να θεωρείται αναγκαίο κακό στο οποίο οι μαθητές πάνε μόνο και μόνο διότι είναι υποχρεωμένοι. Πώς να μη βγαίνουν ανάγωγοι και αμαθείς άνθρωποι από μια τέτοια κατάσταση; Ας το σκεφτούμε αυτό πριν αρχίσουμε να πετροβολούμε (για μια ακόμη φορά) τους εκπαιδευτικούς.