«Αρχοντική»… παράδοση!!

Η πρόσφατη παραίτηση του υφυπουργού Παιδείας Κώστα Ζουράρι (ο οποίος θα μείνει γνωστός στο πανελλήνιο όχι οπωσδήποτε για το έργο του στο Υπουργείο Παιδείας), δημιουργεί αφεαυτή σκέψεις σε κάθε καλόπιστο και νοήμονα πολίτη αυτής της χώρας σχετικά με την ιστορική, γλωσσική και άλλη παράδοσή μας. Ο κ. Ζουράρις δεν θα μπορούσε να μη χρησιμοποιήσει (και στην παραίτησή του) κάποια περίεργη στο άκουσμά της λέξη, από αυτές που έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαιότητα ή που συναντώνται αποκλειστικά στους αρχαίους συγγραφείς. Ενίοτε η χρήση αυτών των λέξεων είναι ταιριαστή με τις περιστάσεις, άλλες φορές (τις περισσότερες) πάλι όχι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τέως υφυπουργός χρησιμοποίησε την προσφώνηση «ερίδματε» προς τον πρωθυπουργό κ. Τσίπρα. Το «ερίδματος» είναι δωρικός τύπος, τον συναντάμε μάλλον μόνο στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (στ. 1461, άρα πρόκειται για ποιητικό κατασκεύασμα που δεν αποτελούσε μέρος της καθομιλούμενης αρχαίας ελληνικής) και αντιστοιχεί στο «ερίδμητος». Αν κάνουμε ανάλυση της λέξης βρίσκουμε το γνωστό πανάρχαιο επιτατικό πρόθημα ερι- το οποίο στα νέα ελληνικά επιβιώνει βασικά στο επίθ. «ερίτιμος». Επίσης στην καθαρεύουσα χρησιμοποιούνταν ο όρος «εριβώλαξ», η γη με τους μεγάλους βώλους, άρα η εύφορη. Ερίδμητος, επομένως, είναι ο γεροχτισμένος, ο καλοχτισμένος. Άρα, το «καλοδομημένος», που χρησιμοποιήθηκε από κάποια Μ.Μ.Ε., δεν είναι εντελώς λάθος απόδοση, αλλά δεν είναι και καλή. Το λεξικό Λίντελ – Σκοτ δίνει εξήγηση «ισχυρώς εκτισμένος, άρα ακίνητος, ακατάβλητος» και προφανώς με αυτή την τελευταία σημασία το χρησιμοποίησε ο κ. Ζουράρις. (Στον Αγαμέμνονα βέβαια ο Αισχύλος χρησιμοποιεί το επίθετο για την Έριδα: « Έρις ερίδματος», και ίσως να το διάλεξε και για την παρήχηση. «Βαρυσύντυχη οργή», μεταφράζει ο Γρυπάρης).
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι ο κ. Ζουράρις, αλλά μια τάση την οποία ο συγκεκριμένος πολιτικός εκφράζει και η οποία θεωρεί ότι η παράδοση (στην προκειμένη περίπτωση η γλωσσική μας παράδοση) θα πρέπει να παραμένει αναλλοίωτη, περίπου σαν μουσειακό είδος ή και έκθεμα το οποίο θα μπορούν να το χρησιμοποιούν μόνο κάποιοι ικανοί και πεπαιδευμένοι. Αυτοί θα ξεχωρίζουν ασφαλώς από την «αγράμματη» ή «ολιγογράμματη» πλειονότητα των ανθρώπων που (εντυπωσιασμένοι από την ηχητική βαρύτητα των μουσειακών λέξεων) θα θεωρούν πως οι λίγοι που τις χρησιμοποιούν είναι πραγματικά σοφοί, ακόμα κι αν δεν είναι τίποτε άλλο παρά κύμβαλα αλαλάζοντα. Θα θυμίζει, αυτή η κατάσταση, το γνωστό ανέκδοτο, όπου ρωτάει κάποιος έναν χωριανό του αν ο βουλευτής που επισκέφτηκε την προηγούμενη μέρα το χωριό τους τα είπε καλά κι ο χωριανός απαντάει: «Τι να σου πω, πρέπει να ήταν πολύ σοφός γιατί απ’ όσα είπε δεν κατάλαβα τίποτε!»
Δεν είναι, όμως, αυτό το πραγματικό νόημα της παράδοσης. Στην πραγματικότητα την παράδοση θα πρέπει να τη χρησιμοποιούμε ως αφετηρία για να φτιάξουμε κάτι νέο, τέτοιο που θα μπορούν όλοι να το χρησιμοποιούν και να εξελίσσουν τον πολιτισμό της χώρας και του έθνους μας. Οι λέξεις εξελίσσονται και θα πρέπει να τις χρησιμοποιούμε αναλόγως, ώστε να γίνονται κατανοητές και να αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί μια νέα παράδοση, ως συνέχεια της προηγούμενης. Αν δεν ήταν έτσι, θα μιλούσαμε ακόμη τη γλώσσα του Ομήρου ή τη γλώσσα του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας (οπότε το «ερίδματος» μπορεί και να ερχόταν «κούπα»!). Για να κάνω λίγο πιο απτά όσα λέω, ας μεταφερθούμε από τη γλωσσική στη μνημειακή μας παράδοση. Σε διάφορες πόλεις της χώρας μας υπάρχουν μνημεία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, (αρχοντικά, χάνια, μοναστήρια και τόσα άλλα), τα οποία άλλες φορές διατηρούνται, άλλες φορές κατεδαφίζονται κι άλλες (λιγότερες δυστυχώς) αποτελούν αφετηρία έμπνευσης για νέους δημιουργούς που ξεκινούν από την παράδοση, τη «μπολιάζουν» με νέα στοιχεία και δημιουργούν έτσι κάτι σύγχρονο που μεταφέρει, όμως, μαζί του στην πορεία του προς το μέλλον και κάτι από την παράδοση.
Η πόλη μας, δυστυχώς, στις προηγούμενες δεκαετίες, κυριευμένη από μια φρενίτιδα αναζήτηση του (κακώς νοούμενου) εκσυγχρονισμού και της όσο το δυνατόν γρηγορότερης οικονομικής ανάπτυξης, δεν φρόντισε να αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο την αρχιτεκτονική της παράδοση. Στη θέση των παλαιών συνοικιών και των λιθόκτιστων κατοικιών, αναδείχτηκαν κιβωτιόσχημες πολυκατοικίες οι οποίες σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθούν πως αποτελούν μέρος της παράδοσής μας. Έχασε, έτσι, την ευκαιρία να διατηρήσει κάτι από το χρώμα του παρελθόντος της, απαραίτητο για την προσέλκυση επισκεπτών σε πολλές περιπτώσεις. Ευτυχώς, όμως, υπήρξαν (πέρα από τις θλιβερές περιπτώσεις κτηρίων που έχουν αφεθεί στην τύχη τους, όπως το αρχοντικό Παπακώστα) και θετικές εξαιρέσεις ανθρώπων που προσπάθησαν να διατηρήσουν τα παραδοσιακά σπίτια που βρέθηκαν στην κατοχή τους (αρχοντικά και μη) και να τα καταστήσουν φορέα συνέχειας προς το μέλλον. Τους συνεχιστές αυτούς βράβευσε ο δήμος Αρταίων σε μια σεμνή τελετή, στις 19 Δεκεμβρίου.
Η τελετή αυτή έγινε στο πλαίσιο της τελετής εγκαινίων μιας έκθεσης φωτογραφίας του άοκνου εργάτη του πολιτισμού και ικανότατου ταλαντούχου καλλιτέχνη, κ. Βασίλη Γκανιάτσα. Η έκθεση ξεκίνησε στις 19 Δεκεμβρίου στην δημοτική πινακοθήκη της πόλης μας και έλαβε παράταση μέχρι το τέλος του μήνα (αν δεν κάνω λάθος). Πρόκειται για μια μοναδική εμπειρία απαθανάτισης του εξωτερικού (και σε ορισμένες περιπτώσεις και του εσωτερικού) αυτών των σπιτιών, η οποία αποτελεί αφετηρία εμβάθυνσης στην ιστορία του τόπου μας, δεδομένου ότι (με προηγούμενη συνεννόηση με τον υπεύθυνο της πινακοθήκης) ο εμπνευστής της έκθεσης μπορεί να βρίσκεται στο χώρο και να ξεναγήσει τους επισκέπτες. Προσωπικά έτυχε να βρεθώ στην πινακοθήκη την ώρα που την επισκέπτονταν μαθητές λυκείου της πόλης μας και απόλαυσα μια χωρίς προηγούμενο ιστορική αναδρομή.
Αποτελεί θετικό γεγονός ότι ο δήμος, έχοντας επίγνωση των δυνατοτήτων που προσφέρουν τέτοιου είδους εκδηλώσεις, δεν έμεινε αδρανής αλλά διοργάνωσε (και ίσως συνεχίζει ακόμα) περιηγήσεις στα εναπομείναντα αρχοντικά της πόλης μας. Μια τέτοια βόλτα μπορεί να συνδυαστεί με επισκέψεις στους καταπληκτικούς αρχαιολογικούς μας χώρους (είχα δημοσιεύσει μια τέτοια πρόταση στο περιοδικό Έκφραση) και να αποτελέσει αφορμή για μια επαναπροσέγγιση της νέας γενιάς με την παράδοση, την τοπική ιστορία και τη γλώσσα μας.