Αρτινές ματιές στην ιστορία

(Τα βιβλία «ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» και «ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ»)

Κάτω από μια γενική «πολιορκία» των πολιτισμικών προτύπων της παγκοσμιοποίησης που τείνουν να οδηγήσουν ακόμα και λαούς με σπουδαίο πολιτιστικό υπόβαθρο, όπως ο δικός μας, σε πλήρη ομοιομορφία, είναι σημαντικό το γεγονός της παρουσίας προσπαθειών που στρέφονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ιστορία και προσπαθούν να αναδείξουν στοιχεία της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Τέτοιες προσπάθειες αποτελούν και δύο αρτινές εκδόσεις που (με το δικό της τρόπο η καθεμία) ανακαλούν στη μνήμη στοιχεία της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας του ελληνισμού.

Το πρώτο από τα βιβλία αυτά είναι το ιστορικό μυθιστόρημα του Κώστα Κοτσιάνη, με τίτλο «Τα δάκρυα της ψυχής», από τις εκδόσεις Apiros Hora. Ο συγγραφέας αντλεί την έμπνευσή του από τη βυζαντινή ιστορία και συγκεκριμένα από την ατυχή προσπάθεια του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη, να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους Τούρκους και να ανακόψει την πορεία τους προς τα δυτικά και τις ανατολικές επαρχίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το ιστορικό υπόβαθρο έχει ως εξής: Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης έζησε από το 1030 ως το 1072, ενώ έμεινε στο θρόνο από το 1068 ως το 1071. Διακρίθηκε ως στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Ισαάκιου Α΄ Κομνηνού. Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα, η νεαρή χήρα του Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα, αποφάσισε να παντρευτεί, παρά τον όρκο της στον άντρα της, λίγο πριν πεθάνει, να μην ξαναπαντρευτεί ποτέ. Σύντομα κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να την απαλλάξει από τη δέσμευσή της, ενώ ταυτόχρονα επέλεξε ως νέο της σύζυγο το Ρωμανό Δ΄ Διογένη. Υπό διωγμό τον καιρό του Δούκα, ο Ρωμανός είχε αντιληφθεί έγκαιρα τον τουρκικό κίνδυνο. Αμέσως μετά το γάμο και τη στέψη του, ξεκίνησε προσπάθεια ανασυγκρότησης του βυζαντινού στρατεύματος. Σύντομα όμως, έγινε στόχος των αριστοκρατών της Κωνσταντινούπολης, του Μιχαήλ Ψελλού, εκπρόσωπου του κατεστημένου της Πρωτεύουσας, αλλά κυρίως της οικογένειας των Δουκών, που προόριζαν τον γιο τού Κωνσταντίνου και της Ευδοκίας, Μιχαήλ για διάδοχο.

Το 1068 και 1069 τον βρίσκει να πραγματοποιεί εκστρατείες στα ανατολικά σε αναζήτηση του Τούρκου πολέμαρχου Αλπ Αρσλάν. Είναι εκπληκτικό το ότι παρά την κακή κατάσταση του στρατού, είχε κάποιες επιτυχίες στα μέτωπα. Τελικά, ο Ρωμανός φτάνει το καλοκαίρι του 1071 στην περιοχή της πόλης Μαντζικέρτ. Εκεί, αφού απορρίπτει τις προτάσεις εκεχειρίας του Αλπ-Αρσλάν, προετοιμάζεται για μάχη. Έτσι, την Παρασκευή 26 Αυγούστου του 1071, λαμβάνει χώρα η μάχη που θα ζημιώσει μακροπρόθεσμα την Ανατολία. Αν και η μάχη ξεκίνησε με καλές προοπτικές για τους Βυζαντινούς, το χάος που επακολούθησε (και που ορισμένοι αποδίδουν σε προδοσία των μισθοφόρων του Ρωμανού) έδωσε τη δυνατότητα στον ικανότατο και οξύνου Τούρκο φύλαρχο να εξαπολύσει αντεπίθεση και να συντρίψει τους Βυζαντινούς, συλλαμβάνοντας τον ίδιο τον αυτοκράτορα και πετυχαίνοντας αναπάντεχα περίτρανη νίκη. Ο Αλπ Αρσλάν ελευθέρωσε τον Ρωμανό, ο οποίος, όμως, στην επιστροφή του έχασε το θρόνο, συνελήφθη από τους εχθρούς του, τυφλώθηκε και φυλακίστηκε στην Πρώτη της Προποντίδος όπου και πέθανε λίγο αργότερα, στις 4 Αυγούστου του 1072.

Η τραγική μοίρα του αυτοκράτορα (ενός από τους λίγους που είχαν αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος στα ανατολικά της αυτοκρατορίας αλλά και στο εσωτερικό της) αποτελεί αφορμή για τον Κώστα Κοτσιάνη, ώστε να «πλέξει» μια ιστορία που περιλαμβάνει πετυχημένη μυθοπλασία τόσο με υπαρκτά όσο και με φανταστικά πρόσωπα, με κύριο άξονα την περιπετειώδη άνοδο του Ρωμανού στο θρόνο. Ο συγγραφέας αποδίδει με πιστότητα την ιστορική πραγματικότητα της εποχής, έχει μελετήσει την περίοδο και περιγράφει με γλαφυρό τρόπο παλατιανές ίντριγκες και μάχες, ερωτικές περιπέτειες αλλά και φιλικές σχέσεις, σ’ ένα κάδρο όπου εντάσσει με πρωτότυπο και απόλυτα πειστικό τρόπο και την Άρτα! Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, και, χωρίς να αποτελεί ιστορικό ανάγνωσμα, τέρπει τον αναγνώστη και ταυτόχρονα διδάσκει, κάτι που δύσκολα μπορεί να καταφέρει κανείς.

Το δεύτερο από τα βιβλία που ανέφερα, αποτελεί έκδοση της Κ.Ο. Άρτας του Κ.Κ.Ε. και φέρει τον τίτλο «Εκατό χρόνια ταξικής πάλης και οι επιδράσεις της στην εξέλιξη του Λαϊκού τραγουδιού». Αν αναζητήσει κανείς σε μια μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο τον όρο «λαϊκό τραγούδι», θα βρεθεί μπροστά σε κάτι τέτοιο ως ορισμό: Λαϊκό τραγούδι (λαϊκό/παραδοσιακό τραγούδι) ονομάζεται εκείνο το τραγούδι των Ελλήνων, δοσμένο σε ελληνική γλώσσα, που είναι εναρμονισμένο στο ύφος της ελληνικής αστικής λαϊκής μουσικής, τόσο από την αρχαιότητα, όσο και μεταγενέστερα, μετά το τέλος της δεκαετίας του 1950, όταν μια νέα γενιά μουσικών αναπτύχθηκε από το ρεμπέτικο τραγούδι, στη λαϊκή μουσική της εποχής. Στη σημερινή εποχή το λαϊκό τραγούδι εξελίχθηκε από το δημοτικό με όλες του τις λαϊκές παραδόσεις και το ρεμπέτικο, και ενισχύθηκε με καινοτομίες όπως η χρήση των ενισχυτών ή κι άλλων οργάνων (τύμπανο και των τεσσάρων οργάνων σε συγχορδία μπουζούκι, ηλεκτρική κιθάρα και αργότερα αρμόνιο).

Στη Σμύρνη, την Πόλη και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της αυτοκρατορίας ο Ελληνισμός ζει και δημιουργεί, αντλώντας κάθε παράδοσή του από την καλλιέργεια του πνεύματος του παγκόσμιου πολιτισμού. Σε αυτό το ισχυρό και πανάρχαιο ιστορικό δέντρο θα έρθει να ανθίσει περί τον 17ο αι. το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι των πόλεων. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960, μια σειρά από διαφορετικά σχολεία προέκυψαν. Ένα μουσικό ρεύμα μεσογειακής καταγωγής (ή επιρροής) επηρέασε σημαντικά το λαϊκό τραγούδι, με έντονη χορευτική μουσική. Σε αυτό βοήθησε και η άνθιση των ελληνικών ταινιών, η περίφημη χρυσή κινηματογραφική εποχή των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Έχουμε λοιπόν, από τη μια το κοινό, ομογενοποιημένο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, με όλα τα ιδιώματα της ελληνικής παραδοσιακής κουλτούρας κι από την άλλη το ιδιόμορφο μουσικό ρεύμα του αστικού ρεμπέτικου (τραγουδιού των πόλεων), δημιουργημένο από την ελληνική παράδοση, κυρίως των Ελλήνων προσφύγων.

Οι συντάκτες του βιβλίου, όμως, δεν παγιδεύονται από τέτοιες ισοπεδωτικές αντιλήψεις. Προχωρούν σε διάκριση του πραγματικού λαϊκού από το «λαϊκίζον» ή και λαϊκιστικό τραγούδι («σκυλάδικα», προϊόντα της μαζικής κουλτούρας κ.α.) και ανιχνεύουν τις επιδράσεις που αυτό δέχτηκε στη μακρόχρονη πορεία του, από τους αγώνες του λαού και της εργατικής τάξης για καλύτερες συνθήκες ζωής. Το βιβλίο προφανώς (δεν το κρύβει άλλωστε και ο φορέας έκδοσης) απηχεί το ιδεολογικό στίγμα και την πολιτισμική αντίληψη του Κ.Κ.Ε., γι’ αυτό και κάποιες θέσεις του μπορεί να μη βρίσκουν σύμφωνους όσους αναγνώστες δεν αποδέχονται τις ιδεολογικές αυτές απόψεις. Καθόλου όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μονολιθικό ή απόλυτο, δεδομένου ότι επιχειρεί μια επιστημονική προσέγγιση της πορείας του λαϊκού τραγουδιού κυρίως κατά τη μεταπολεμική περίοδο, με γλώσσα απλή και κατανοητή στον καθένα. Το βιβλίο κλείνει με αναφορές σε τραγούδια που έγραψαν ιστορία, βγάζοντας έτσι στην επιφάνεια άγνωστες πτυχές γνωστών τραγουδιών.

Πρόκειται για δύο προσπάθειες άξιες λόγου και προσοχής και θα είναι ευτύχημα να βρουν συνεχιστές.