Αποτυχία και επιτυχία: Αφετηρία και Τέρμα σ’έναν Αέναο Κύκλο

Παρατάθηκε μέχρι την Τρίτη 19 Ιουλίου η προθεσμία κατάθεσης μηχανογραφικών δελτίων των υποψηφίων για  τα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας μας στις πανελλαδικές εξετάσεις. Η προθεσμία κανονικά θα έπρεπε να είχε λήξει την περασμένη Παρασκευή, 14 του μηνός, αλλά χρειάστηκε να δοθεί παράταση, γεγονός που αποδεικνύει το πρόβλημα που υπάρχει στην αυτοπεποίθηση αλλά και στην δυνατότητα επιλογής των υποψηφίων. Το πρόβλημα μεγενθύνεται από το γεγονός ότι οι υποψήφιοι, όταν καλούνται να καταθέσουν το μηχανογραφικό γνωρίζουν με ακρίβεια τους βαθμούς τους! Στην εποχή μου, όταν δεν υπήρχε μηχανοργάνωση, κάναμε το μηχανογραφικό πολύ πριν δώσουμε εξετάσεις, χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να γράψουμε τελικά. Ήταν λοιπόν πιο εύκολο να δηλώσουμε αυτό που μας άρεσε και επιθυμούσαμε. Σήμερα, κάτω από την κοινωνική απαίτηση ή τον κοινωνικό έλεγχο για όσο το δυνατόν αποδοτικότερο αποτέλεσμα ή περιορισμό της αποτυχίας, οι υποψήφιοι είτε δεν επιλέγουν αυτό που πραγματικά επιθυμούν, γιατί φοβούνται ότι δεν θα το «πιάσουν» είτε επιλέγουν σχολές που δεν επιθυμούν πραγματικά, γιατί έχουν γράψει καλά και είναι «κρίμα» να χαραμιστούν τόσα μόρια σε μια «παρακατιανή» σχολή.

Ένα μεγάλο δίλημμα το έχουν τα παιδιά που έχουν μεν γράψει καλά, όμως δεν έχουν γράψει τόσο πάρα πολύ καλά ώστε να περάσουν σε αυτό που είναι η πρώτη τους προτίμηση. Αλλά και τα παιδιά που δεν έχουν φέρει υψηλή βαθμολογία στις εξετάσεις θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι έχουν αποτύχει; Είχα γράψει στο παρελθόν ότι «δεν θεωρώ αποτυχόντες όσους λύγισαν από την πίεση ή την ατυχία, πιστεύω ότι δεν φταίνε τόσο οι ίδιοι όσο οι συνθήκες που εξαρτούν το μέλλον ενός παιδιού από μια και μόνο εξέταση» πράγμα που εξακολουθώ να υποστηρίζω, πολύ περισσότερο δε που οι πανελλαδικές εξετάσεις δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη ούτε εξετάζουν τη συνολική πορεία ενός μαθητή στην εκπαίδευση, το υπόβαθρό, την κουλτούρα του ή τις γενικότερες ικανότητές του. Το θέμα, λοιπόν, της επιτυχίας ή της αποτυχίας δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται ούτε εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα.

Όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης στο έργο του «Ηθικά ΝΙκομάχεια», η επιτυχία μιας ενέργειας σχετίζεται με το να γίνεται κάτι στη σωστή στιγμή, για τους σωστούς λόγους, με το σωστό τρόπο, ως προς τους σωστούς ανθρώπους. Προσθέτει επίσης ότι Επιπλέον, το να κάνει κανείς λάθος γίνεται με πολλούς τρόπους (γιατί το κακό και το άπειρο πάνε μαζί, όπως δίδασκαν οι Πυθαγόρειοι, ενώ το καλό πάει μαζί με το πεπερασμένο), όμως το να πράττει κανείς το σωστό γίνεται με έναν μόνο τρόπο (γι’ αυτό και το ένα είναι εύκολο, ενώ το άλλο δύσκολο, εύκολο το να αποτύχει κανείς στον στόχο του, δύσκολο όμως το να (τον) επιτύχει). Τη σκέψη του αυτή ενισχύει με ένα στίχο από χαμένο σήμερα ποίημα που λέει «εσθλοί μεν γαρ απλώς, παντοδαπώς δε κακοί», δηλαδή «καλοί (γινόμαστε) με ένα μόνο τρόπο, ενώ κακοί με πολλούς». Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να μην αποτυγχάνουμε ποτέ στη ζωή μας, διότι κάτι τέτοιο (όπως λέει και ο Αριστοτέλης) είναι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά το πώς θα διαχειριστούμε την εκάστοτε αποτυχία ώστε να εξαγάγουμε από αυτή τα διδάγματα εκείνα που θα μας βοηθήσουν να επιτύχουμε σε μεταγενέστερη προσπάθεια.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση κινείται η έρευνα ενός αμερικανού δημοσιογράφου, του Πολ Ταφ, ο οποίος έσπευσε, μεταξύ άλλων, να ζήσει από κοντά αληθινές ιστορίες παιδιών από «ζόρικες» γειτονιές του Σικάγου και κατέγραψε τις εμπειρίες του σε βιβλίο με τίτλο «How Children Succeed: Grit, Curiosity, and the Hidden Power of Character» (εκδ. Houghton Mifflin Harcourt) (που σημαίνει «Πώς πετυχαίνουν τα παιδιά: Σθένος, περιέργεια και η κρυμμένη δύναμη του χαρακτήρα»). Ο Ταφ καταθέτει επίσης αυτό που ψυχολόγοι και επιστήμονες αγωνίζονται τις τελευταίες δεκαετίες να αποδείξουν. Ότι ο χαρακτήρας του παιδιού δομείται επάνω σε αυτό που η δυτική κοινωνία τρέμει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αποτυχία!

Εξηγεί πώς παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα σήμερα στις ΗΠΑ στερούνται τελικά εμπειρίες ουσιαστικές για την ανάπτυξή τους σε υγιείς ενηλίκους. Από τη μία πλευρά, τα τέκνα των ευκατάστατων οικογενειών «μονωμένα» από οποιαδήποτε αληθινή δυσκολία ή ματαίωση, περνούν τα πρώτα τους χρόνια μέσα σε αποστειρωμένα playrooms για να φθάσουν σε μια εξίσου εξωραϊσμένη ενηλικίωση. Από την άλλη πλευρά, εξηγεί ο Ταφ, τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, που έρχονται από πολύ νωρίς αντιμέτωπα με τα αληθινά προβλήματα δεν θα δεχτούν την υποστήριξη που χρειάζονται για να μετουσιώσουν τις δυσκολίες αυτές σε προσωπικούς «θριάμβους» που χτίζουν χαρακτήρα. Μ’ άλλα λόγια, τα πλουσιόπαιδα ζουν ισοβίως με ένα επίχρυσο δίχτυ προστασίας και δεν μαθαίνουν ποτέ πώς να διαχειριστούν την αποτυχία. Από την άλλη πλευρά, τα φτωχόπαιδα βιώνουν συχνά τόσο τραυματικά την πτώση, που δεν ξανασηκώνονται ποτέ.

Ο συγγραφέας του βιβλίου θεωρεί ότι η σύγχρονη οικογένεια λειτουργεί σαν εταιρεία, εστιάζοντας πάνω από όλα στον τομέα της παραγωγικότητας και των σχολικών επιδόσεων. Όπως αναφέρει η παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου: «Στην Ελλάδα τα τελευταία 20 χρόνια οι γονείς έχουμε βάλει τα παιδιά σε μια κούρσα τελειότητας. Τα τρέχουμε από πολύ μικρή ηλικία σε δραστηριότητες, δεν τους αφήνουμε χώρο και χρόνο να παίξουν και να πειραματιστούν. Τους δίνουμε, δηλαδή, ερεθίσματα και γνώση, αλλά δεν κάνουμε τίποτε για να αναπτύξουμε τη συναισθηματική, την ψυχική πλευρά τους, τα γνωρίσματα εκείνα που θα τα βοηθήσουν να διαχειριστούν την απογοήτευση, τη ματαίωση, τη ζωή τους». Ενδεχομένως η κρίση θα μπορούσε να βοηθήσει προς τη σωστή κατεύθυνση. Φτάνει, βέβαια, να κατορθώσουμε παράλληλα να αναχαιτίσουμε και το παλιρροϊκό κύμα της κρίσης που φαίνεται να καταργεί κάθε έννοια «επιτυχίας». Προσθέτει η κα Καππάτου: «Την τελευταία χρονιά κυρίως παρατηρώ μια έντονη απαισιοδοξία από μέρους των γονέων. Τους ακούω όλο και πιο συχνά να λένε “και να σπουδάσει, τι θα κάνει;”. Φοβάμαι πως αν αυτός ο σκεπτικισμός περάσει και στα παιδιά, θα τους μεταφέρει ένα μήνυμα ακυρωτικό, μηδενιστικό, χωρίς καμιά ελπίδα. Και παιδιά και έφηβοι χωρίς ελπίδα δεν μπορούν να προχωρήσουν».

Εδώ πια θα πρέπει να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας, γονείς, εκπαιδευτικοί, κοινωνικός περίγυρος και περισσότερο απ’ όλους η πολιτική ηγεσία που θα πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να μπορέσει η νέα γενιά να ξαναβρεί την ελπίδα που φαίνεται να χάνεται από μπροστά της. Κι αυτό γιατί δεν έχεις μέλλον ως χώρα, όταν η καλύτερη προοπτική που σου παρουσιάζει ένα επίδοξος επιστήμονας ή ένας νέος επίδοξος εργαζόμενος ή επαγγελματίας είναι η μετανάστευση στο εξωτερικό! Πρέπει να ενεργήσουμε όλοι πριν να είναι πλέον αργά!