Skip to content

Τρεις διαφημίσεις  που προβάλλονται αυτή την περίοδο στους τηλεοπτικούς μας δέκτες σε όλα τα πανελλαδικής εμβέλειας κανάλια είναι η ένδειξη για το πού βαδίζει η κοινωνία μας, αν αφεθεί ανεξέλεγκτα να υποκύψει στη γοητεία της εικόνας, της ψηφιακής δήθεν επικοινωνιακής αφθονίας, αλλά και της υποταγής στα κελεύσματα όσων (απρόσωπα) ορίζουν τα πρότυπα της καθημερινότητάς μας, η οποία, έτσι όπως το πάμε, θα μετατραπεί, χωρίς να το καταλάβουμε, σε κακέκτυπο της ταινίας Μάτριξ.

Τις αναφέρω με τη σειρά που τις είδα χρονολογικά, χωρίς αξιολογική σειρά, για να τις αναλύσουμε στη συνέχεια. Στην πρώτη, μια νεαρή κοπέλα, που δείχνει να διανύει το τέλος της εφηβείας της, πολύ κομψά μακιγιαρισμένη και ευειδέστατη με τα σύγχρονα πρότυπα, αποσπά κολακευτικά σχόλια σε μήνυμα που λαμβάνει στο κινητό της από το λογαριασμό της σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Η διαφήμιση στη συνέχεια προχωρά οπισθοδρομικά, με αυτό που ονομάζουμε στη λογοτεχνία «αναδρομική αφήγηση» (φλάσμπακ στην κινηματογραφική ορολογία), αφαιρώντας από την εικόνα που δέχτηκε το κολακευτικό σχόλιο κάθε επιδιόρθωση (ρετούς στη φωτογραφική ορολογία), προσθήκη, μακιγιάζ που είχε κάνει η νεαρή κοπέλα, για να αναδειχθεί ένα κορίτσι, στην αρχή της εφηβείας του, με ένα πρόσωπο που ακτινοβολεί νιάτα, αλλά και άγχος ή μελαγχολία για το φαίνεσθαι, μάλλον σε ό,τι αφορά τα διάφορα δίκτυα. Η διαφήμιση προωθεί μια σειρά προϊόντων ατομικής καθαριότητας, αλλά νομίζω ότι το μήνυμα είναι αρκετά σαφές.

Στη δεύτερη, ένα νέο ζευγάρι βρίσκεται σε προγραμματισμένο, απ’ ό,τι φαίνεται ραντεβού έξω από μια μπυραρία. Βρίσκονται, ανταλλάσσουν ένα φιλί, μπαίνουν, κάθονται και ανοίγουν τα κινητά τους. Αμέσως ξεπηδούν μπροστά τους λογιών-λογιών άνθρωποι, γνωστοί και άγνωστοι, από κάθε γωνιά της Γης, με πάσης φύσεως ενασχολήσεις. Όσο  τα κινητά παραμένουν ανοιχτά, τόσο και ο κόσμος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο ζευγάρι αυξάνεται, σε σημείο που να μη μπορούν να διακρίνουν ο ένας τον άλλο. Μόλις, όμως κλείνουν τα κινητά τους, ο κόσμος αυτός εξαφανίζεται και οι δύο νέοι μπορούν να μιλήσουν και να αφοσιωθούν ο ένας στον άλλο, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει με κάθε ερωτευμένο ζευγάρι. Η διαφήμιση προωθεί αλκοολούχο ποτό (άμα τη εμφανίσει του οποίου κλείνουν και τα κινητά), αλλά πάλι το μήνυμα είναι που μετράει.

Η τρίτη εμφανίζεται σε δύο εκδοχές, με την ίδια όμως δομή και παρουσίαση (κόνσεπτ επί το νεοελληνικότερον). Μία νέα ή ένας νέος, ανάλογα με το πια παρουσίαση βλέπουμε, εμφανίζονται να εναλλάσσονται με ταχύτητα δευτερολέπτων από ασπρόμαυρη εικόνα, όπου εμφανίζονται σκυθρωποί και κατσούφηδες, σε μια έγχρωμη, πολύχρωμα φωτισμένη εικόνα, όπου το πρόσωπό τους λάμπει από χαρά και ευτυχία. Το μήνυμα στις εναλλασσόμενες εικόνες είναι κι εδώ σαφές και δίνεται με μεγάλα αγγλοελληνικά γράμματα: «Με DATA» η ασπρόμαυρη εικόνα, «Με unlimited DATA για όλους» η έγχρωμη. Η διαφήμιση προωθεί πακέτο προϊόντων κινητής τηλεφωνίας, οπότε κι εδώ το μήνυμα είναι ξεκάθαρο.

Ξεκινώντας από το τρίτο μήνυμα, αυτό που σοκάρει είναι ότι δεν υπάρχει καν η σκέψη της επιλογής μιας ζωής χωρίς DATA, χωρίς «δεδομένα», δηλαδή, κινητής τηλεφωνίας που σου επιτρέπουν σύνδεση στο διαδίκτυο χωρίς καλωδιακή σύνδεση ή ασύρματη σύνδεση (Γουάι Φάι στη νεοελληνοεγγλέζικη διάλεκτο). Σύμφωνα με τους εγκεφάλους του μηνύματος (σποτ, στη διάλεκτο που αναφέραμε), ζωή χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο, απλά δεν υπάρχει! Οπότε ή έχεις μόνο κάποια δεδομένα και είσαι δυστυχής ή έχεις απεριόριστη πρόσβαση σε δεδομένα, οπότε είσαι τρισευτυχισμένος. Ανεξάρτητα από το αν, για να μπορέσεις να ταιριάξεις σ’ αυτή την εικονική πραγματικότητα στην οποία σε φυλακίζουν αυτά τα δεδομένα θα πρέπει είτε να μεταλλάξεις τον εαυτό σου, ώστε να φαίνεσαι τελείως διαφορετικός απ’ ό,τι είσαι, όπως το μικρό κορίτσι της πρώτης διαφήμισης που θέλει να λαμβάνει θετικά σχόλια (κόμμεντς και λάικς στη διαδικτυακή ορολογία) με το πρόσωπο εικοσάχρονης νέας, ακόμη κι αν αυτό που φαίνεται δεν είναι η ίδια της η ψυχή και η προσωπικότητά της. Για τους εγκεφάλους της βιομηχανίας των μέσων προβολής και κοινωνικής δικτύωσης, μόνο η διασύνδεση (και μάλιστα απεριόριστα) μπορεί να φέρει την απόλυτη ευτυχία, ακόμη κι αν σε αποξενώνει από τον πιο κοντινό σου άνθρωπο, ακόμη κι αν σε φιμώνει ουσιαστικά, σε απομακρύνει, σε αλλοτριώνει και τελικά σε καθιστά νευρόσπαστο χειραγωγούμενο ον (μαριονέτα) εύκολο παιχνιδάκι (άθυρμα) σε όποιον ελέγχει τη σύνδεσή σου, άρα και την ιδιωτικότητά σου και κατ’ επέκταση και τις επιθυμίες σου ή και την άποψή σου με τα διαβόητα κούκις (τώρα γιατί έδωσαν στους μηχανισμούς αυτούς άντλησης πληροφοριών το όνομα μπισκότων ιδιαιτέρως νόστιμων που παραπέμπουν σε ευχάριστη γεύση, δεν είναι της ώρας να το αναλύσουμε, αλλά φαντάζομαι κάπου πάει το μυαλό όλων μας).

Ο ψηφιακός κόσμος και η εικονική πραγματικότητα δεν είναι καν μια φαντασιακή πραγματικότητα ή κατάσταση, διότι στο επίπεδο της φαντασίας γίνεσαι δημιουργικός και προσπαθείς να κατασκευάσεις ο ίδιος τον κόσμο μέσα στον οποίο θα κινηθείς. Όταν μικροί παίζαμε καουμπόηδες και ινδιάνους ή κλέφτες κι αστυνόμους στις αλάνες ή στις αυλές, η δρόμοι έξω από τα σπίτια μας έμοιαζαν στα μάτια μας έρημοι ή πολυσύχναστες λεωφόροι. Όταν παίζαμε ποδόσφαιρο με τέρμα δυο πέτρες, φανταζόμασταν και το οριζόντιο δοκάρι, πάνω από το οποίο η μπάλα έβγαινε άουτ. Στον ψηφιακό κόσμο, όμως, το περιβάλλον μας το επιβάλλουν άλλοι. Ας μην το επιτρέψουμε. Η ανθρώπινη επαφή είναι αυτό που μας διακρίνει από τις μηχανές. Ακόμη και με τη μάσκα (υπό τον φόβο του κορωνοϊού), τα μάτια εξακολουθούν να παραμένουν ο καθρέφτης της ψυχής. Και το άγγιγμα με τον άνθρωπό σου, η ζεστή κουβέντα δεν συγκρίνονται με όλα τα Ντέητα του κόσμου! Πόσο μάλλον μια σφιχτή αγκαλιά!!!

(Σημείωση: Ο τίτλος δάνειος από το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη, «Τείχη»)

Γράφει

ο Κώστας Κωσταβασίλης