ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ

Η πρόσφατη απόφαση του προέδρου της Τουρκίας κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να ξανακάνει τζαμί την
Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέρα από τη συναισθηματική αντίδραση που προκαλεί σε όλη την
ορθοδοξία και κυρίως στον ελληνισμό, αποτελεί μια κίνηση με πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες.
Θα προσπαθήσω, αποφεύγοντας τον πειρασμό να παρασυρθώ από το συναίσθημα, να αναπτύξω
κάποιες από αυτές τις ερμηνείες και τους συμβολισμούς που εμπεριέχουν.
Καταρχάς θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Αγία Σοφία δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται τζαμί.
Λειτούργησε ως τέτοιο για 477 χρόνια από το 1453 που η Κωνσταντινούπολη κατελήφθη από τους
Οθωμανούς μέχρι το 1930 που ο Μουσταφά Κεμάλ, ο επονομαζόμενος Ατατούρκ, μετέτρεψε σε
μουσείο, σε μια προσπάθεια να αποδείξει στη Δύση ότι η Τουρκία ήταν πλέον έτοιμη να ενταχθεί στη
χορεία των πολιτισμένων κρατών δυτικοευρωπαϊκού τύπου. Στην προσπάθειά του αυτή ο Κεμάλ
προχώρησε σε μια σειρά από κινήσεις που αποδυνάμωναν το ισλαμικό κατεστημένο της χώρας.
Κατήργησε την αραβική γραφή και καθιέρωσε το λατινικό αλφάβητο για τη γραφή της τουρκικής
γλώσσας, απαγόρευσε τη χρήση της μαντίλας και του φεσιού, επέτρεψε τη διδασκαλία και την
εκμάθηση ξένων γλωσσών από τους Τούρκους και αρκετά άλλα. Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι η Τουρκία
ξαφνικά μεταμορφώθηκε σε πολιτισμένο δυτικοευρωπαϊκό κράτος, αλλά ότι απέκτησε μια επίφαση
ευρωπαϊκού πολιτισμικού φαίνεσθαι, τέτοιο που να της επιτρέπει να ονειρεύεται ένταξη στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, να συμμετέχει στις ευρωπαϊκές αθλητικές διοργανώσεις, να παίρνει μέρος στους
ευρωπαϊκούς πολιτιστικούς διαγωνισμούς. Αυτό δείχνει ότι ο Κεμάλ και οι επίγονοί του είχαν χαράξει
μια ευρωπαϊκή προοπτική για την Τουρκία.
Στην πορεία της Τουρκίας από την μετατροπή της από πολυεθνική αυτοκρατορία σε εθνικό κράτος το
1922 (μετατροπή η οποία έγινε με γενοκτονίες όπως των Ποντίων και των Αρμενίων και με την
υποχρεωτική εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από τη Μικρά Ασία), η κληρονομιά του Κεμάλ σε σχέση
με την ευρωπαϊκή στόχευση της Τουρκίας δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά ποτέ. Όποτε γινόταν κάποια
προσπάθεια να υπάρξει μεταβολή των δεδομένων που ο Κεμάλ είχε θεμελιώσει, είχαμε παρέμβαση
του στρατού ο οποίος είχε αναδειχθεί ως ρυθμιστικός παράγων της πολιτικής ζωής στη γείτονα χώρα.
Στο πρόσφατο παρελθόν, το 1980, ο Κενάν Εβρέν πέρασε στην ηγεσία της Τουρκίας ως επικεφαλής
στρατιωτικού πραξικοπήματος. Η επέμβαση του στρατού ήταν η τρίτη στη σειρά μετά τα αντίστοιχα
πραξικοπήματα του 1960 και 1971. Στην αρχή η μεγάλη μάζα του τουρκικού πληθυσμού δέχτηκε με
ανοχή, αν όχι με ανακούφιση την στρατιωτική δικτατορία. Το καθεστώς Εβρέν, εν τούτοις, υπήρξε
ιδιαίτερα σκληρό. Επεβλήθη καθεστώς λογοκρισίας, διαλύθηκαν τα εργατικά συνδικάτα, φυλακίστηκαν
πολιτικοί αρχηγοί, ενώ επισήμως κηρύχθηκαν εκτός νόμου τόσο οι οργανώσεις της αριστεράς όσο και
(τυπικώς) της άκρας δεξιάς. Στις επίσημες καταγραφές αναφέρονται περίπου 650.000 συλλήψεις,
230.000 προσαγωγές σε δίκη, 300 θάνατοι στη φυλακή, 171 θάνατοι από βασανιστήρια, 517 καταδίκες
σε θάνατο, 50 εκτελέσεις. Οι πραγματικοί όμως αριθμοί δεν θα γίνουν ποτέ γνωστοί. Η στάση των
πολιτικών μετά την αποχώρηση του Εβρέν το 1989, αλλά και η ταύτιση του στρατιωτικού κατεστημένου
με μια σειρά από σκάνδαλα, επέτρεψε στον Ερντογάν να αναδειχθεί, αρχικά, να κυριαρχήσει, έπειτα,
και, τελικά, να περιθωριοποιήσει τους στρατιωτικούς, όπως έδειξε η άνετη και εύκολη καταστολή της
απόπειρας (;) πραξικοπήματος από μερίδα των στρατιωτικών (;) το 2016. Η γενική συμπαράσταση της
Δύσης στον Ερνογάν, τότε, με το πρόσχημα της «νίκης της δημοκρατίας» έναντι ενός σχεδιαζόμενου
στρατιωτικού χτυπήματος, έδειξε πόσο οι δυτικοί υποτιμούν την αλλαγή νοοτροπίας του τούρκου
ηγέτη και τη διάθεσή του να μεταβάλει την Τουρκία από το κοσμικό δυτικοευρωπαϊκού τύπου κράτος
που (υποτίθεται ότι) ήταν τα τελευταία 98 χρόνια, σε ένα νεοοθωμανικό μόρφωμα ισλαμικού τύπου.
Μετά το «πραξικόπημα» ο Ερντογάν εκμεταλλεύθηκε τη μοναδική ευκαιρία για να εκκαθαρίσει το
κράτος από κάθε μη φιλικό στοιχείο και για να εδραιώσει το καθεστώς του. Δεκάδες χιλιάδες στελέχη
των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, των μυστικών υπηρεσιών, αλλά και κάθε δημόσιας
υπηρεσίας εκδιώχθηκαν και ένα μεγάλο ποσοστό τους φυλακίσθηκε. Οι εκκαθαρίσεις επεκτάθηκαν

σ΄όλο το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμα και στον ιδιωτικό τομέα. Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν
ξήλωσε όλα τα δυτικής επιρροής δίκτυα που είχαν δημιουργηθεί στην Τουρκία τις προηγούμενες
δεκαετίες. Επιπλέον, εάν δεν είχε προηγηθεί η απόπειρα πραξικοπήματος, δεν θα είχε καταφέρει να
μετατρέψει το πολίτευμα σε προεδρικό και τον εαυτό του σε σύγχρονο σουλτάνο.
Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, επομένως, αποτελεί μια σαφή δήλωση προς τη Δύση ότι η
Τουρκία δεν ενδιαφέρεται να αποτελεί μέρος της και ότι έχει τη δύναμη και τις σχετικές συμμαχίες για
να επιβάλει τους όρους της όπου και όταν θελήσει. Η Αγία Σοφία αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας
συνεχιζόμενης αλυσίδας που πίσω από τον οποίο θα βρούμε το κοινό μνημόνιο με τη Λιβύη, τη
συμφωνία για τους S400 με τη Ρωσία (η οποία παραδοσιακά από την εποχή της συμμαχίας Λένιν-
Κεμάλ διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με τους γείτονές μας) κ.λπ. Όσο και να θέλουμε να το
παραβλέπουμε, οι όποιες αντιδράσεις των δυτικοευρωπαϊκών κρατών, μόνο συμβολική σημασία
μπορούν να έχουν, αν δε συνοδευτούν με μια κοινή πολιτική που θα περιλαμβάνει οικονομικές και
άλλες κυρώσεις, όχι τόσο για το καλό του χριστιανισμού και τη στήριξη των συμβόλων του (ένα εκ των
οποίων είναι η Αγία Σοφία), εξάλλου οι δυτικοί το έχουν εξοβελίσει το πνεύμα της αγάπης για το
συνάνθρωπο εδώ και χρόνια όταν ανέδειξαν σε υπέρτατη αξία τους το χρήμα, όσο για την αποτροπή
της λογικής εξέλιξης που θα έχει η τουρκική μεταστροφή. Την εδραίωση του τουρκικού κράτους ως
εκφραστή του διεθνούς ισλαμιστικού κινήματος με στόχο τη Δύση.
Η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης έπαψε να έχει το σταυρό στην κορυφή του τρούλου της εδώ και
567 χρόνια. Ανεξάρτητα από το αν θα λειτουργεί ως τζαμί ή ως μουσείο, δεν θα λειτουργεί για να
εξυπηρετεί τον αρχικό της προορισμό να υμνείται από τους χριστιανούς η δόξα του Θεού στο χώρο της.
Εμείς θα πρέπει να τη φανταζόμαστε όπως ήταν τότε που αποτελούσε τη μητρόπολη της ορθοδοξίας,
να κρατούμε στην ψυχή μας άσβεστη την αγάπη για τον άνθρωπο και να προετοιμαζόμαστε (κάτι
αρκετά δύσκολο για μας τους Έλληνες) για τα δύσκολα που μέλλουν να έρθουν.