Έτσι είναι και όχι γιατί απλώς έτσι νομίζουμε στο Σκουφά

Το θεατρικό εργαστήρι του συλλόγου «ΣΚΟΥΦΑΣ» εγκαινίασε  φέτος τις ανοιξιάτικες θεατρικές παραστάσεις στην πόλη μας με ένα έργο εξ Ιταλίας. Πρόκειται για το θεατρικό έργο του νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλο, «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».  Ο Πιραντέλο γεννήθηκε στο Αγκριτζέντο της Σικελίας, τον αρχαίο Ακράγαντα. Προερχόταν από αστική οικογένεια που ήταν ιδιοκτήτρια κτημάτων και ορυχείων θείου. Αρχικά, ήθελε να ακολουθήσει σταδιοδρομία φιλολόγου και διαλεκτολόγου (υποστηρίζει στη Βόννη μια διατριβή για τη φωνητική και τη μορφολογία του ιδιώματος της γενέτειράς του πόλης), ενώ επηρεάζεται έντονα από τις μελέτες πάνω στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία σχετικά με το φαίνεσθαι και το είναι, ιδιαίτερα τη φιλοσοφία του Εμπεδοκλή (άλλωστε ο κόλπος  που περιβάλλει τη γενέτειρά του λέγεται «κόλπος του Εμπεδοκλή»! Σπούδασε φιλολογία στο Παρίσι και στη Βόννη και δίδαξε ως καθηγητής της ιταλικής φιλολογίας στο ανώτατο ινστιτούτο της ιταλικής πρωτεύουσας. Στη Ρώμη ο Πιραντέλο συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. δημοσιεύοντας ποιήματα και πεζογραφήματά του. Έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό με το μυθιστόρημά του “Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ”. Εκείνο όμως που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ήταν το θεατρικό του έργο. Το πρώτο μέρος του συνολικού θεατρικού του έργου ο Πιραντέλο το έγραψε σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή εποχή γι’ αυτόν, εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του και της διανοητικής αρρώστιας της συζύγου του.

Στο «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε», ο συγγραφέας πραγματεύεται τον αγώνα για την ανάδειξη της αλήθειας, της αντικειμενικής αλήθειας, για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι “δεν υπάρχει αλήθεια, κι αυτή είναι η μόνη αλήθεια”. Το έργο είναι έτσι από τον συγγραφέα δομημένο, που άλλοτε παραπέμπει σε δημόσιο δικαστήριο, άλλοτε σε ψιθύρους πίσω από κλειστές πόρτες, άλλοτε σε ηρωισμούς για την υπεράσπιση του Δικαίου, άλλοτε σε κουτσομπολιό για να περνάει η ώρα. Σύμφωνα με το πρόγραμμα της παράστασης, η δράση τοποθετείται σε ένα σπίτι, όπου διαμένουν ο σύμβουλος Αγκιτάτσι με τη γυναίκα του, την κόρη τους και τον κουνιάδο του Λαμπέρτο Λαουντίζι. Στο σπίτι αυτό μπαινοβγαίνει κόσμος για να μάθει τι συμβαίνει στο ακριβώς διπλανό σπίτι των γειτόνων τους. Οι πληροφορίες είναι αντικρουόμενες, καθώς οι δύο κεντρικοί ήρωες, ο κύριος Πόντσα και η κυρία Φρόλα, προσπαθούν να αποδείξουν την αλήθεια των αντιφατικών ιστοριών τους, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη νοσηρή περιέργεια και τη χωρίς όριο αδιακρισία της κοινής γνώμης, για οτιδήποτε ξεφεύγει από το καθιερωμένο. Όλοι αυτοί που παρακολουθούν την εξέλιξη αυτής της ασυνήθιστης ιστορίας αποδέχονται κάθε κατασκευασμένη αλήθεια, εκτός από τον Λαμπέρτο Λαουντίζι που τους καλεί να δεχτούν ως αληθινές και τις δύο φαινομενικά αντικρουόμενες ιστορίες.

Ο Λαουντίζι θα μπορούσε να είναι το «άλτερ έγκο» του Πιραντέλο μέσα στο έργο και, κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί ως σχολιαστής των καταστάσεων που δημιουργούνται από την περιέργεια των υπολοίπων. Είναι ευφυής η κίνηση της σκηνοθέτιδος να τον τοποθετεί σταθερά στην ίδια θέση του σκηνικού κάθε φορά που όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούν να καθίσουν αλλάζοντας συνεχώς θέσεις. Πρόκειται για ένα έμμεσο αλλά ουσιαστικό σχόλιο στη σταθερότητα της άποψής του σε αντίθεση με το ευμετάβλητο της άποψης των υπολοίπων. Αν και φαινομενικά το ερώτημα είναι αν έχει κανείς το δικαίωμα, ή και την υποχρέωση, να παρεμβαίνει στη ζωή τρίτων, στην περίπτωση που έχει ενδείξεις ότι κάτι κακό συμβαίνει στο σπίτι τους, το ζήτημα που απασχολεί το συγγραφέα είναι η σχετικότητα της αλήθειας και η πολυσημία της «πραγματικότητας», άρα το άτοπο των βεβαιοτήτων με τις οποίες οι άνθρωποι ρυθμίζουν τη ζωή τους. Κάποιος είναι αυτός που νομίζει ο ίδιος ότι είναι, αυτό που θα ευχόταν να είναι, αυτό που δηλώνει ότι είναι, αυτό που οι άλλοι βλέπουν ότι είναι, αυτό που η Διοίκηση, οι Αρχές νομίζουν ότι είναι ή αυτό που εκείνος έχει δηλώσει στις Αρχές ότι είναι; Περί ταυτότητας λοιπόν το έργο. Ένα έργο σκοτεινό, πίσω από την επίφαση της ομαδικής  υστερίας, που προκαλεί  πικρό γέλιο, και πραγματεύεται, ως  προάγγελος των νοσηρών reality show, εκτός από τη σχετικότητα της αλήθειας (καθένας έχει τη δική του, κατά τον Πιραντέλο), τη νοσηρή περιέργεια των συγχρόνων μας για τον ιδιωτικό βίο των γειτόνων.

Ένα τέτοιο έργο δεν είναι «εύκολο» στην προσέγγισή του. Απαιτεί προσεκτική ματιά και  ενδελεχή μελέτη, αφαιρετική προσέγγιση και όχι επιφανειακό παίξιμο. Η σκηνοθεσία της Έλλης Μάνθα σεβάστηκε όλες αυτές τις προϋποθέσεις και δημιούργησε ένα τελικό αποτέλεσμα που όχι μόνο διασκεδάζει και προβληματίζει, αλλά, πρωτίστως, ικανοποιεί τον θεατή.

Στους ανδρικούς ρόλους, ο Μιχάλης Ψαροβασίλης αποδίδει το σαρκασμό και τη σκεπτικιστική ματιά του Λαουντίζι με πειστικότητα και ρεαλισμό. «Κλείνει» το μάτι στο θεατή, όσον αφορά τη σχέση των φαινομένων με την πραγματικότητα, αποδίδοντας όπως πρέπει το μονόλογό του μπροστά στον καθρέφτη. Ο Φώτης Παπαφώτης,  ως Σύμβουλος Αγκάτσι, κινείται με άνεση στη σκηνή και αποδίδει και κινησιολογικά το κύρος της θέσης του. Η παρουσία του πείθει για το χαρακτήρα που υποδύεται. Ο Παναγιώτης Παναγάκης, ως νεοφερμένος στην πόλη και παράξενος κύριος Πόντσα, αποδίδει όπως πρέπει τη νευρικότητα και το άγχος του ανθρώπου που δεν θέλει να γίνεται η ιδιωτική του ζωή επίκεντρο σχολίων και αδιάκριτων βλεμμάτων. Οι εκφράσεις του, όταν δεν μιλάει, δηλώνουν σχολαστική σπουδή του ρόλου και προδίδουν υποκριτική ικανότητα. Ο Παντελή Σιώζος, ως Νομάρχης κινείται με απόλυτη φυσικότητα και με έκδηλο το κύρος που θα πρέπει να εκφράζει ένα άτομο της θέσης του, αποδίδοντας απολύτως σωστά το ύφος και το πνεύμα του ρόλου. Ο Θωμάς Χρήστου, ως Υπηρέτης, διακρίνεται από φανερή διάθεση συγκεκαλυμμένης ειρωνείας που εκφράζεται με έκδηλα στομφώδη τρόπο, δείγμα της κριτικής που ασκείται έμμεσα από την τάξη που εκπροσωπεί στις ενασχολήσεις των εργοδοτών του.  Ο Νικόλα Μόσχος, ως αστυνόμος Τεντούρι, αποδίδει το ρόλο του με ευσυνειδησία και πείθει για την υπηρεσιακή του αυστηρότητα.

Στους γυναικείους ρόλους, η Φωτεινή Τσαδήμα και η Βάσω Καραβασίλη, ως σύζυγος του Συμβούλου, Αμάλια και ως κόρη του, Ντίνα, εκδηλώνουν την περιέργεια και έκδηλη κουτσομπολίστικη διάθεση με τη φυσικότητα που χρειάζεται για να γίνουν πειστικές, αλλά καιν την ένταση που είναι απαραίτητη για να φανεί το παράλογο της επιμονής ή και της ανακριτικής τους διάθεσης.  Η Εύη Πελούμπη, ως κουτσομπόλα κυρία Σιρέλλι δίνει το χαρακτήρα της με το νάζι και την τσαχπινιά που απαιτείται, χωρίς να χάνει την κουτσομπολίστικη διάθεση του ρόλου. Η φυσικότητα στις λεκτικές της αντιμαχίες με τον Λαουντίζι είναι δηλωτική υποκριτικών ικανοτήτων. Η Δήμητρα Μιμίκου και η Κυριακή Κετιπίδου, ως κουτσομπόλες φιλενάδες των κυριών του σπιτιού, αδελφή της κυρίας Σιρέλλι και κυρία Τσίνι, διαμορφώνουν φυσικότατα τους χαρακτήρες τους και πείθουν για το περιεχόμενο του ενδιαφέροντός τους. Η Ελένη Χαλκιά, ως πεθερά του παράξενου υπαλλήλου, κυρία Φρόλα, γίνει τον βουβό πόνο και την αξιοπρέπεια που απαιτεί ο ρόλος της, με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Η σκηνοθέτις, Έλλη Μάνθα, ως σύζυγος του κυρίου Πόντσα, έρχεται να κλείσει τον κύκλο των υποθέσεων, ξαναανοίγοντάς τον, όπως ορίζει ο συγγραφέας, με τρόπο λιτό και απέριττο.

Τα σκηνικά του Νίκου Μπανταλούκα εξυπηρετούν απόλυτα τη λειτουργία του έργου, τα κοστούμια της Ειρήνης Νάκου αποδίδουν αξιόπιστα την εποχή και την κοινωνική στάση του καθενός, η μουσική της Κυριακής Κετιπίδου ντύνει πολύ όμορφα της παράσταση που αναδεικνύεται από τους φωτισμούς του Γιώργου Νικολακόπουλου. Οι σπουδαστές/σπουδάστριες του ΔΙΕΚ Άρτας με τα χτενίσματα και το μακιγιάζ που επιμελήθηκαν, δείχνουν γιατί αξίζει να τους εμπιστευτεί κανείς στο μέλλον.