Άσκηση ανθρωπιάς ή απάνθρωπη βία;

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε γίνει μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων που δηλώνουν εμφανώς ένα διαρκώς διογκούμενο κύμα βίας, με επίκεντρο κυρίως την Ευρώπη, αλλά και διάφορες άλλες περιοχές του πλανήτη μας. Δεν αναφέρομαι στη συνεχιζόμενη βία του πολέμου που βιώνουν περιοχές όπως η Συρία, η Ινδονησία, η Σομαλία, αλλά σε μαζικές ή ατομικές εκδηλώσεις βίαιης εκτόνωσης που, υπό κανονικές συνθήκες δεν θα επικρατούσαν. Τέτοιες βίαιες ενέργειες είναι σε μαζικό επίπεδο τα αποτελέσματα των διαδηλώσεων των διαμαρτυρόμενων αυτοκινητιστών στη Γαλλία (κίνημα αγανάκτησης που συμπεριέλαβε κι άλλες κοινωνικές ομάδες όπως φοιτητές, μαθητές, ανέργους και έγινε ευρύτερα γνωστό ως «κίτρινα γιλέκα»), οι καταστροφές στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη (κυρίως) μετά τις διαδηλώσεις για την ημέρα μνήμης της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το σχεδόν εμφύλιο πολεμικό κλίμα που επικράτησε στην Αργεντινή την ημέρα του δεύτερου τελικού του ποδοσφαιρικού τουρνουά «Κόπα Λιμπερταδόρες», μεταξύ των οπαδών των αντίπαλων στον τελικό αυτό ομάδων (επεισόδια που υποχρέωσαν την παγκόσμια ομοσπονδία ποδοσφαίρου να μεταφέρει τον τελικό σε άλλη ήπειρο και δη στην Ευρώπη!). Σε ατομικό επίπεδο μπορούμε να φέρουμε στο νου μας τις δολοφονικές ενέργειες που στοίχισαν τη ζωή μιας νέας κοπέλας στη Ρόδο, το φονικό ξέσπασμα βίας που, εξ όσων φαίνονται, στοίχισε τη ζωή στο νεαρό Σακ Κωστόπουλο και πολλά άλλα.

Έχουν κοινά χαρακτηριστικά όλες αυτές οι εκφράσεις βίας; Φαινομενικά μάλλον όχι, αλλά με μια καλύτερη ματιά θα αντιληφθεί κανείς ότι σε όλες τις εκφράσεις ανάλογης βίας υπάρχει μια κοινή συνισταμένη. Δεν είναι άλλη από την απουσία αντιπρότασης ή τη δυνατότητα ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μη νομιστεί ότι επιχειρώ να εξισώσω ομαδικές εκφράσεις αγανάκτησης και διαμαρτυρίας με εν ψυχρώ δολοφονίες, θα πρέπει, όμως, να παραδεχτούμε πως είναι άλλο πράγμα να διαμαρτύρεσαι κι άλλο να καταστρέφεις οτιδήποτε βρεις μπροστά σου, ακόμα κι αν αυτό δεν έχει σχέση με το φορέα εναντίον του οποίου στρέφεσαι. Οι βίαιες αυτές κινήσεις αποκτούν πλέον χαρακτηριστικά αλόγιστης και ανεξέλεγκτης χουλιγκανικής βίας η οποία δεν αποσκοπεί στην ανατροπή μιας κατεστημένης τάξης και την εδραίωση μιας νέας αντίληψης πραγμάτων (κάτι τέτοιο συμβαίνει στις επαναστάσεις), αλλά εκδηλώνεται απλώς για να εκδηλωθεί, σαν να είναι η καταστροφή και η βία, ο μόνος τρόπος επιβεβαίωσης της ύπαρξης των φορέων τους. Το πρόβλημα εντείνεται μέσα από την αντίδραση (ή και μέσω της ίδιας της δράσης) των αρχών του εκάστοτε κράτους και των μέσων καταστολής. Οπωσδήποτε δεν θα πρέπει να αφήνονται ανεξέλεγκτοι οι οποιοδήποτε να καίνε και να καταστρέφουν ελεύθερα ό,τι θελήσουν στα μεγάλα ή μικρότερα αστικά κέντρα. Όταν η κατάσταση φτάσει ως εκεί, τότε θα πρέπει να παρέμβουν οι δυνάμεις καταστολής ( οι οποίες στην Ελλάδα πλέον φέρουν το όνομα των δυνάμεων προστασίας του πολίτη!), με αποτέλεσμα τη διόγκωση της βίας με την προσθήκη της νομιμοποιημένης εκδοχής της, αυτής του κράτους. Κι αυτό είναι κάτι περίπου αναπόφευκτο, όταν παρεμβαίνουν κατασταλτικές δυνάμεις σε βίαιες δράσεις. Η βία φέρνει πάντα αντι-βία.

Η καταστολή της βίας, βέβαια, είναι η εύκολη αντίδραση στη βίαιη δράση. Η δυσκολία είναι να κάνει κάποιος τους πολιτικούς (και ειδικά αυτούς που έχουν την ευθύνη διακυβέρνησης ενός κράτους) να ασχοληθούν με τα πραγματικά αίτια της τυφλής βίας και να επιχειρήσουν τον περιορισμό τους, ώστε να αποφύγουμε την κατασταλτική δράση, επιχειρώντας να εδραιώσουμε την πρόληψη. Μια ουσιαστική προσπάθεια ανάλυσης του ζητήματος θα μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι βασική αιτία των βιαιοτήτων που αναφέραμε είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους πολίτες θεωρούν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι μ’ ένα κράτος που δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, με ένα σύστημα που δρα απάνθρωπα, με στόχο να διογκώσει τα  κέρδη του τραπεζικού συστήματος και των χρηματιστηρίων χωρίς να ενδιαφέρεται για τη δυνατότητα των μη προνομιούχων να επιβιώσουν ομαλά. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το πρόβλημα της ανεργίας, της φτώχειας, της πείνας, αλλά πολύ περισσότερο το πρόβλημα του ανεξέλεγκτου δανεισμού είναι όλα τους εκφάνσεις του πολύ σημαντικότερου προβλήματος που ονομάζεται κρίση του ανθρωπισμού.

Οι κυβερνήσεις προχωρούν σε ανακεφαλαιοποιήσεις και επιπλέον χρηματοδότηση των τραπεζών με στόχο τη διάσωσή τους, ξεχνώντας ότι πραγματικός λόγος ύπαρξης των τραπεζικών ιδρυμάτων είναι να εξυπηρετούν των απλό πολίτη και όχι τις τσέπες των στελεχών τους. Αν οι τράπεζες συναινούσαν στην ανακατανομή των κερδών τους με την παραχώρηση μέρους τους σε απόρους ή ειδικές κατηγορίες πολιτών ώστε να περιοριστεί η «ψαλίδα», πιθανότατα να είχε εδραιωθεί ένα κλίμα συνεννόησης και ανθρώπινης κατανόησης που θα αποσόβηνε την όποια καταστροφή.

Η επιστροφή στον ανθρωπισμό, ως τρόπο ζωής με κέντρο το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο θα μπορούσε από μόνη της να λύσει πλειάδα ζητημάτων που ταλαιπωρούν  τόσο τους λαούς όσο και τις κυβερνήσεις τους.. Απομένει να δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα από δω και στο εξής.