ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

fillelinesΊσως δεν είναι πολύ γνωστό σε όλους ότι στις 4 Ιουλίου 1822, έγινε η γνωστή μάχη του Πέτα, όπου πολλοί φιλέλληνες έχασαν τη ζωή τους. Η επέτειος αυτή δίνει τροφή για σκέψεις αλλά και προβληματισμό σχετικά με τη χρήση του όρου «φιλελληνισμός» και «φιλέλληνες» στις μέρες μας. Με τον όρο «Φιλέλληνες» έμειναν γνωστοί ξένοι υπήκοοι που βοήθησαν την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο φιλελληνισμός, ως ιστορικό κίνημα, προϋπέθεσε το ηρωικό ξεσήκωμα των Ελλήνων. Προϋπέθεσε τον θαυμασμό, που προκάλεσε η αποκάλυψη ότι οι ραγιάδες ήταν στην ψυχή τους ελεύθεροι, αποφασισμένοι ή να ελευθερώσουν την πατρίδα τους ή να πεθάνουν, και ότι ήξεραν μάλιστα και να νικούν. Για τη γιγάντωση του φιλελληνισμού, χρειάστηκε η μεταστροφή των γεωπολιτικών δεδομένων στη Μεσόγειο και η απόδειξη πως οι νεοέλληνες μπορούσαν να καταγάγουν νίκες αντάξιες εκείνων του ένδοξου παρελθόντος τους.

Αν επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση του φιλελληνισμού, ως κίνημα και ως ιδεολογία, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην αφετηρία του, ως έκφραση αλληλεγγύης προς έναν υπόδουλο λαό που αγωνίζεται για την ελευθερία του, διασυνδέθηκε με τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα της εποχής του και χρησιμοποιήθηκε ως όργανο πολιτικού αγώνα, τόσο στη διεθνή πολιτική σκηνή για την καταδίκη της πολιτικής της Ιεράς Συμμαχίας, όσο και σε εσωτερικό επίπεδο στη διαπάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Είναι, λοιπόν, γεγονός ότι ο Φιλελληνισμός αποτέλεσε μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία των ιδεολογικών ρευμάτων για την ένταση και τη διάρκειά του. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας δεν ήταν ένα συνηθισμένο πολιτικό συμβάν, όπως τα απελευθερωτικά κινήματα άλλων λαών της Ευρώπης, αλλά αποτελούσε σύμβολο των υπέρτατων ηθικών και πνευματικών αξιών και ο τότε σύγχρονός της ευρωπαϊκός κόσμος βίωνε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του την προαιώνια ιδεολογική συγγένεια και την πολιτιστική ταύτιση με την Ελλάδα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Φιλελληνισμός, ως ιδεολογικό κίνημα, δεν έχει ημερομηνία λήξεως.

Ένα ακόμη στοιχείο που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι και το «γιατί» των συγκεκριμένων φιλελλήνων. Τι ήταν αυτό που ώθησε νέους αλλά και ώριμους άντρες να εγκαταλείψουν την γενέθλια γη, για να έρθουν σε έναν τόπο με πλούσιο κι ένδοξο παρελθόν μεν, αλλά εντελώς αβέβαιο μέλλον; Ποιο κίνητρο μπορεί να είχαν Γάλλοι, Πολωνοί, Σουηδοί, Γερμανοί, Άγγλοι και τόσοι άλλοι άντρες ώστε να αποφασίσουν ότι αξίζει να συμμετάσχουν σε έναν τόσο άνισο αγώνα και όχι μόνο να πολεμήσουν αλλά και να πεθάνουν στη γη αυτή; Για να δώσουμε απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να στραφούμε στα ιδανικά που διέπνεαν την ψυχή των ανδρών αυτών αλλά και στην Παιδεία με την οποία είχαν ανατραφεί. Ήταν η εποχή που το ιδανικό της ελευθερίας του ανθρώπου εθεωρείτο πιο ισχυρό από την προοπτική του κέρδους και της κυριαρχίας των αγορών. Τα οράματα για έναν κόσμο όπου θα μπορούσαν όλοι οι άνθρωποι να ζουν αδελφωμένοι δεν είχαν ακόμη καταπνιγεί από τη θύελλα των ομολόγων, των δανείων και των προαπαιτούμενων. Οι Ευρωπαίοι προσέβλεπαν στον ελληνικό αγώνα ως μια απόδειξη ότι το ανθρώπινο πνεύμα, το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αρετής μπορεί ακόμα να υπερνικά τη λογική της βίας και της αδικίας.

Η ενασχόληση με το κίνημα του Φιλελληνισμού της Επανάστασης έχει ιδιαίτερη σημασία διότι συμπίπτει με την ανάπτυξη σε πολλές χώρες ενός μεγάλου κινήματος διεθνιστικής αλληλεγγύης προς τον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Ο Φιλελληνισμός, επομένως, θα πρέπει να αποκτήσει μία σύγχρονη διάσταση, που θα συνδέεται άρρηκτα με την ανάπτυξη της συνεργασίας με άλλα κράτη σε διάφορους τομείς, όπως της εκπαίδευσης, της έρευνας, του πολιτισμού. Συνδέεται αναπόφευκτα και άρρηκτα με την ανάγκη για διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα πρέπει εμείς οι ίδιοι, όπως ακριβώς και οι πρόγονοί μας το 1821, να αναδείξουμε εκείνες τις αρετές που μας διακρίνουν ως έθνος και να πείσουμε για την ικανότητά μας να επιτυγχάνουμε νίκες σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο.

Ας θυμηθούμε ότι το κίνημα των Φιλελλήνων με την Επανάσταση του 1821 ήταν ένα μεγάλο κίνημα διεθνούς αλληλεγγύης, που κινητοποίησε φωτεινά μυαλά σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ και στη Λατινική Αμερική, με την καθοριστική συμβολή της Ελληνικής Διασποράς. Στο πλευρό του ελληνικού λαού τάχθηκαν όλα τα τότε φιλελεύθερα κινήματα των λαών της Ευρώπης, κι αυτό διότι θεωρούσαν ότι ο ελληνικός λαός αγωνιζόταν για λογαριασμό όλων των Ευρωπαίων. Για λογαριασμό όλης της Ευρώπης αγωνίζεται και σήμερα ο ελληνικός λαός, διότι η δική του νίκη κόντρα στην κρίση θα αποτελέσει ισχυρότατο πλήγμα ενάντια σε όλους εκείνους που απειλούν με πλήρη κατεδάφιση το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», το οποίο έχει χαρακτηριστεί «καρδιά του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού».

Η ίδια η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης πλήττεται από τις σημερινές κυρίαρχες πολιτικές, οι οποίες αποθεώνουν την κυριαρχία της οικονομίας και των αγορών. Δεν υπηρετούν την υπόθεση της Ενωμένης Ευρώπης η εξάπλωση της φτώχειας, της ανεργίας, του ρατσισμού και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σήμερα η ευρωπαϊκή κοινωνία βασανίζεται από την τυραννία της ατομικότητας, που ενισχύεται από τον καταναλωτισμό και τη θεοποίηση της οικονομίας και του χρήματος. Αυτό που θα μας σώσει από την τυραννία του ατομισμού και την κυριαρχία του χρήματος είναι η επιστροφή στην κοινωνικότητα, στη λειτουργία, δηλαδή, των κοινωνικών ομάδων ως πυρήνων αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Εδώ ακριβώς είναι που η Ευρώπη έχει ανάγκη τον ελληνισμό και την Ελλάδα. Διότι οι έλληνες είναι αυτοί που διδάσκουν, διαχρονικά, την ομαδική δράση, την κοινωνική ενεργητικότητα, αυτή όπου ο καθένας δρα ατομικά μεν, με γνώμονα, όμως, το κοινό συμφέρον. Από την αρχαία «πόλιν», όπου ο πολίτης λαμβάνει μέρος στη λήψη αποφάσεων, έως τη βυζαντινή «κοινότητα χωρίων», όπου οι φόροι κατανέμονται με βάση το «αλληλέγγυον», ώστε να μπορούν να τους πληρώσουν όλοι, ανάλογα με τις δυνάμεις του ο καθένας, η Ελλάδα δείχνει το δρόμο της αντίστασης. Είναι η λογική της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, η λογική της ομαδικής δουλειάς και της συνεργασίας, της οργανωμένης πάλης και της αντίδρασης απέναντι σε όσα και όσους προσπαθούν να μας στερήσουν ό,τι μας απέμεινε: την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια.