Skip to content

TOURKIKI_SIMAIAΗ πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία (αν τελικά ήταν τέτοια)άφησε πίσω της πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με το πώς και το γιατί της συγκεκριμένης ενέργειας, αλλά διαμόρφωσε και ένα δυσδιάκριτο μέλλον για την ίδια την Τουρκία και πολύ περισσότερο για τις σχέσεις της με τις γειτονικές της χώρες και ειδικότερα με την Ελλάδα. Σε κυριακάτικο άρθρο της ιστοσελίδας «Huffington post» οι ερωτήσεις είναι δεδομένες: «Τι ακριβώς συνέβη στην Τουρκία; Αυτό διερωτώνται όλοι. Ήταν «στημένο» το πραξικόπημα; Εάν όχι, ποιοι ήταν πραγματικά πίσω από αυτό; Τι σημαίνει η καταστολή του για τον Ερντογάν και την ευρύτερη περιοχή;» Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, του Δημοσθένη Γκαβέα εκ των μελών της συντακτικής ομάδας της ιστοσελίδας, «αρχικά ο Ερντογάν φαίνεται να βγαίνει ισχυρότερος από αυτή την περιπέτεια. Όμως, παρότι όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταδίκασαν την απόπειρα του πραξικοπήματος, ο ίδιος δεν φαίνεται να δείχνει καμία μετριοπάθεια και διάθεση συναίνεσης για την επιστροφή στην ομαλότητα και την ενίσχυση της δημοκρατίας. Αντίθετα υπόσχεται εκκαθαρίσεις στο στρατό και αλλού, δεν αποκλείει την επαναφορά της θανατικής ποινής, αφού άλλωστε του το ζητάει ο λαός (δηλαδή οι οπαδοί του) και βάλει με μια άνευ προηγουμένου έπαρση κατά των ΗΠΑ. «Ήταν δώρο Θεού το πραξικόπημα» είπε».

Εδώ ακριβώς έγκειται η ουσία του ζητήματος. Στην πραγματικότητα λίγο ενδιαφέρει αν η απόπειρα ήταν πραγματική και κινήθηκε από μεσοχαμηλόβαθμους αξιωματικούς του τουρκικού στρατού ή επρόκειτο για μια προβοκάτσια που στήθηκε αριστοτεχνικά από τον Τούρκο πρόεδρο, προκειμένου να βρει ο ίδιος προνομιακό πεδίο εκκαθαρίσεων στο στράτευμα και τη δικαιοσύνη, δηλαδή σε δύο χώρους όπου ως τώρα δεν φαίνεται να είχε καθολική επικράτηση. Αν ήταν πραγματική η απόπειρα, τότε ο Ερντογάν κινήθηκε μεθοδικά και κατάφερε να ανατρέψει την αρχική εις βάρος του κατάσταση, με τρόπο τέτοιο ώστε όχι μόνο να μην ηττηθεί, αλλά και να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο. Αν ήταν κίνηση προβοκάτσιας στημένη από τον ίδιο, τότε αναδεικνύεται ιδιαιτέρως η κυνικότητα της πολιτικής του αλλά και η επιρροή που ασκεί στον τουρκικό λαό. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι το πώς και το γιατί, ή μάλλον για να ακριβολογήσω, το μείζον πρόβλημα τούτη τη στιγμή δεν είναι το πώς και το γιατί του πραξικοπήματος, αλλά το «και τώρα τι γίνεται;» Εδώ δεν φαίνεται να υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση, αλλά μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες παραμέτρους που διαμορφώνουν ένα κλίμα κάθε άλλο παρά θετικό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς γίνεται, ας δούμε λίγο τις αντιδράσεις των ευρωπαίων κατά τη διάρκεια του «πραξικοπήματος»(;). Σχεδόν όλες αρχικά κράτησαν αμήχανη στάση, με μια ουδέτερη δήλωση του τύπου «στηρίζουμε τη δημοκρατία και τη συνταγματική νομιμότητα». Αυτή ήταν πάνω-κάτω και η στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Στη συνέχεια, όταν φαινόταν ότι ο Ερντογάν έλεγχε την κατάσταση, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έσπευδαν να τον στηρίξουν Τι προκύπτει από αυτή την τακτική; Πολύ απλά ότι ο Ερντογάν έχει πλέον και επισήμως (από τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και την Αμερική) ταυτιστεί με τη δημοκρατία και τη συνταγματική νομιμότητα στη γειτονική μας χώρα! Με άλλα λόγια, το καθεστώς Ερντογάν επισήμως και από τα πιο έγκυρα διεθνή χείλη αναγνωρίζεται ως δημοκρατικό και συνταγματικά νόμιμο! Βεβαίως είναι προφανές ότι καμία δυτική δημοκρατία δεν θα έβγαινε επισήμως να στηρίξει στρατιωτική ανατροπή ενός δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου (ή μήπως θα μπορούσε και να το κάνει αν υπήρχε η λαϊκή στήριξη; Ας θυμηθούμε λίγο τι έγινε στην Ουκρανία κι ας μην έχουμε κοντή μνήμη). Για όσους μπορεί να διατείνονται ότι η εκλογή του Ερντογάν μπορεί και να ενείχε ενδείξεις όχι και τόσο δημοκρατικές, η απάντηση είναι ότι εδώ την Ευρώπη ενδιαφέρει πρωτίστως ο τύπος και όχι η ουσία των πραγμάτων.

Επομένως η Τουρκία βρίσκεται σε μια αρκετά τεταμένη κατάσταση κι αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό, δεδομένου ότι (όπως αποδεικνύει η σύγχρονη ιστορία) σε τέτοιες περιπτώσεις οι Τούρκοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί θεωρούν πιο εύκολο και αποπροσανατολιστικό για τον τουρκικό λαό να δημιουργούν σκηνικά κρίσης στο Αιγαίο. Με τα τεκμήρια δημοκρατικότητας επιπλέον, η γειτονική μας χώρα ενισχύει το στάτους της ως αναγκαίος και ουσιώδης συμπαίκτης των μεγάλων στο χώρο της Μέσης Ανατολής. Όπως τονίζεται και στο άρθρο της «Huffington post», «η Τουρκία ξέρει ότι είναι σημαντικός παίκτης στη Μέση Ανατολή λόγω της γεωγραφικής της θέσης, είναι μέλος του ΝΑΤΟ και μια σουνιτική ισλαμική χώρα αν και με κοσμικό καθεστώς που έχει φιλικές σχέσεις με τα καθεστώτα στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και με το Ισραήλ αλλά και τη Χαμάς». Επομένως, στο βωμό της συνεργασίας στον ευαίσθητο αυτό χώρο, οι δυτικές δημοκρατίες μάλλον θα αναγκαστούν να αποδεχτούν κάποιες όχι και ιδιαίτερα δημοκρατικές επιδιώξεις του Ερντογάν. Είναι γνωστό πως έχει επιβάλει λογοκρισία στους δημοσιογράφους που του ασκούν κριτική καθώς και η στάση του όσον αφορά τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Γνωστές είναι και οι προσπάθειές του για αλλαγή του συντάγματος που θα δίνει περισσότερες εξουσίες στον εκάστοτε πρόεδρο και πρώτα απ’ όλα στον ίδιο.

Όλα δηλαδή πάνε καλά για την Τουρκία και τον πρόεδρό της; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι θετική, παρόλο που τα φαινόμενα δείχνουν ότι ο Ερντογάν κρατάει πολλά ατού στα χέρια του. Υπάρχουν όμως και αγκάθια στο δρόμο που ανοίγεται μπροστά του. Σύμφωνα με αναλυτές, με το πραξικόπημα η Τουρκία προκάλεσε ιδιαίτερα προβλήματα στην περιοχή και στον εαυτό της ενώ βρέθηκε μπλεγμένη σε μια κατάσταση από την οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα μπορέσει να βγει αλώβητη. Άλλοι, πάλι, δίνουν έμφαση και στην οικονομία της χώρας. Οι διεθνείς δανειστές έχουν ήδη αγχωθεί από τις αλλεπάλληλες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Τουρκία και τις επιπτώσεις που αυτές έχουν στον τουρισμό, αλλά και από τις εικόνες στρατιωτών να πυροβολούν πολίτες και πολίτες να λιντσάρουν στρατιώτες. «Η Τουρκία δεν είναι Ρωσία. Δεν έχει πετρέλαιο. Επιβιώνει μέσω δανεισμού και ο Ερντογάν βασίζεται σε μια οικονομία που εξαρτάται από μεγάλα έργα υποδομών» σημειώνει ένας αναλυτής. Το πραξικόπημα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Ερντογάν να καταλάβει πως οι υπέρμετρες πολιτικές του φιλοδοξίες μπορεί να έχουν τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος. Οι επιπτώσεις της πολιτικής του είναι εμφανείς, ακόμη και αν στην ΕΕ κάνουν τα στραβά μάτια λόγω του προσφυγικού.

Μένει να δούμε αν τελικά υπάρχει διάθεση να διαμορφωθεί ένα κλίμα πίεσης για εκδημοκρατισμό ή αν για μια ακόμα φορά, μετά το 1922, οι δυτικές δημοκρατίες θα συμβιβαστούν με μια επίφαση δημοκρατίας προκειμένου να προστατέψουν τα συμφέροντά τους.