Ο ΠΑΠΑΣ, ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

prosfygesΤο Σάββατο που μας πέρασε, στις 16 του μηνός Απριλίου δηλαδή, έλαβε χώρα μια ιστορική, όπως χαρακτηρίστηκε επίσκεψη στη Λέσβο. Επρόκειτο για την έλευση του αρχηγού της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, του πάπα Φραγκίσκου ο οποίος, με τη συνοδεία του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου, αλλά και του αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερώνυμου, επισκέφτηκε το ακριτικό νησί μας, προκειμένου να έχει προσωπική άποψη για την κατάσταση που επικρατεί εκεί σχετικά με τους πρόσφυγες. Η σημασία της επίσκεψης γίνεται αντιληπτή αν σκεφτούμε ότι καλύφθηκε από 400 περίπου δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο και δεκάδες διεθνή μέσα ενημέρωσης. Μάλιστα 53 ξένοι δημοσιογράφοι ταξίδεψαν στην ίδια πτήση με τον Ποντιφικά και βρίσκονταν δίπλα του κάθε στιγμή. Τόσο οι συγκινητικές δηλώσεις του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας όσο και το ηχηρό μήνυμα που έστειλε στην Ευρώπη με την απόφαση να πάρει μαζί του στο Βατικανό 12 πρόσφυγες, προσφέροντάς τους άσυλο και αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου τα έξοδα διαβίωσής τους, πρωταγωνίστησαν στα διεθνή μέσα, με τα περισσότερα από αυτά να χαρακτηρίζουν τη σημερινή επίσκεψη του Πάπα στην Ελλάδα «ιστορική».

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις των τριών προκαθημένων, οι οποίοι τόνισαν την ανάγκη να αντιμετωπιστεί με ανθρωπιά το προσφυγικό πρόβλημα, είναι ενδεικτικό του ρόλου που μπορεί να παίξει ακόμη η εκκλησία σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα. Χαρακτηριστικές είναι οι αντιδράσεις που φέρεται ότι υπήρξαν από αρκετούς πρόσφυγες. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα http://www.zougla.gr, ασυνόδευτα παιδιά και γυναίκες με τα μωρά τους στην αγκαλιά άπλωναν τα χέρια τους για να χαιρετήσουν τους τρεις προκαθημένους.
Προσφυγόπουλα με ζωγραφιές και ταμπλό τούς καλωσόριζαν και ζητούσαν να τους επιτραπεί να μετακινηθούν προς συγγενείς τους σε χώρες της βόρειας Ευρώπης. Ένας νεαρός πρόσφυγας, κλαίγοντας γοερά, φίλησε τα χέρια του πάπα και του πατριάρχη, και τους παρακάλεσε να κάνουν κάτι ώστε να συνεχίσουν να ελπίζουν. Δεν μπορώ να γνωρίζω κατά πόσον οι ανταποκρίσεις αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή κατά πόσον ήταν αποτέλεσμα αυθόρμητης δράσης εκ μέρους των προσφύγων ή υπήρξαν προϊόν σκηνοθετικής παρέμβασης κάποιων ικανών επικοινωνιολόγων, όμως ειλικρινά πιστεύω ότι μάλλον είναι αληθινές. Το επιβεβαιώνει αυτό η έκκληση του πρόσφυγα προς τους προκαθήμενους, να κάνουν κάτι ώστε να διατηρηθεί η ελπίδα.

Η απώλεια κάθε ελπίδας, η αδυναμία να βρει κανείς κάποιο λόγο να ζει στην πατρίδα του, ο εξαιρετικά υψηλός κίνδυνος να χάσεις τη ζωή του όχι τόσο ο ίδιος όσο η γυναίκα του και τα παιδιά του, οδηγούν συνήθως κάποιον να πάρει τον βαρύ και πικρό δρόμο της προσφυγιάς. Αυτό τονίστηκε και σε εκδήλωση που διοργάνωσαν από κοινού την Παρασκευή, 15 Απριλίου, στις 12 το μεσημέρι στην αίθουσα του ΣΚΟΥΦΑ, το 1ο Λύκειο Άρτας, το Λύκειο Ανέζας, ο Ιατρικός Σύλλογος Άρτας, η ΕΛΜΕ Άρτας και ο σύλλογος ΣΚΟΥΦΑΣ, με θέμα  το Προσφυγικό και την προσφορά των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Ομιλήτρια ήταν η Dr. Βέρα Οικονόμου καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου και Βοηθός του Συντονιστή της Αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο, Michele Telaro. Η κα Οικονόμου αναφέρθηκε στην προσφορά των «Γιατρών χωρίς σύνορα», αλλά και γενικότερα στο προσφυγικό, επισημαίνοντας ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των προσφύγων είναι το γεγονός ότι στερούνται πλέον την όποια ελπίδα τους είχε απομείνει να βελτιώσουν τη ζωή τους. Η απάντηση που έδιναν όλοι στους ψυχολόγους της οργάνωσης όταν τους ρωτούσαν γιατί μπήκαν σε όλη αυτή την ταλαιπωρία με κίνδυνο της ζωής τους και με αβέβαιο αποτέλεσμα, ήταν ότι δεν ήταν δυνατό να ζήσει κανείς πια εκεί. Είναι μια διαπίστωση που καταδεικνύει ότι οι άνθρωποι ατοί δεν έρχονται στην Ευρώπη για τουρισμό, αλλά για να γλιτώσουν από έναν αδυσώπητο και φανατικό πόλεμο που ρημάζει την πατρίδα τους με τις ευλογίες των ισχυρών του κόσμου.

Η επίσκεψη, επομένως του πάπα δίνει μιαν άλλη διάσταση στο πρόβλημα, αν αναλογιστούμε την επιρροή που ασκεί ακόμη η ρωμαιοκαθολική εκκλησία σε πολλά μέρη του δυτικού κόσμου. Το γεγονός δε ότι υπήρξε κοινή δράση των προκαθημένων της ελληνορθόδοξης εκκλησίας και της ρωμαιοκαθολικής, μπορεί να δώσει δείγμα γραφής για το τι μπορούν να κάνουν οι χριστιανοί αλλά και η εκκλησία, αν αποφασίσουν να δραστηριοποιηθούν ως πραγματικοί χριστιανοί. Τι περιμένει, αλήθεια, κάποιος από την εκκλησία και την επαφή του με το Θεό; Νομίζω ότι περισσότερο από την ικανοποίηση της θρησκευτικής του ανάγκης ή των μεταφυσικών του ανησυχιών, ο σύγχρονος άνθρωπος ζητάει από την εκκλησία έναν φάρο ελπίδας μέσα σε έναν ωκεανό απελπισίας και ανασφάλειας όπου τον έχουν εγκαταλείψει αβοήθητο όσοι μέχρι τώρα φάνταζαν στα μάτια του οι επίγειοι «σωτήρες» της χώρας. Πολιτική και πολιτικοί απαξιώνονται όλο και περισσότερο, με επικίνδυνες προοπτικές, η ανθρωπιά δεν αποτελεί πλέον βασική ιδεολογική αναφορά των δυτικοευρωπαίων, κηρύγματα μίσους ακούγονται ολοένα και περισσότερο από ολοένα και περισσότερες αφετηρίες, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας. Στο κλίμα αυτό, η εκκλησία έχει χρέος να λειτουργήσει ως ο φωτεινός σηματοδότης, η σανίδα ασφάλειας και σιγουριάς, τόσο με το κήρυγμα αγάπης που θα πρέπει εξ ορισμού (ως χριστιανική εκκλησία) να υιοθετήσει εξ αρχής απέναντι σε κάθε άνθρωπο που χειμάζεται από την κρίση, όσο και με τη δράση της σε κοινωνικό και ιεραποστολικό επίπεδο. Είναι γεγονός ότι η ελλαδική εκκλησία έχει προχωρήσει σε πληθώρα δράσεων (πολλές από τις οποίες δεν κοινοποιούνται), θα πρέπει όμως , κατά τη γνώμη μου, να κινητοποιηθεί πιο δραστικά στον τομέα αυτό, ώστε να δώσει ουσιαστική βοήθεια κι ελπίδα στον κάθε άνθρωπο που το έχει ανάγκη.

Η κίνηση της πρόσκλησης του πάπα, δείχνει ανοιχτό μυαλό από τον αρχιεπίσκοπο και βοήθησε στη δημοσιοποίηση του προβλήματος. Απομένει τώρα να υπάρξει και η ανάλογη συνέχεια.