Οι Αμερικάνικες Εκλογές, ο Τραμπ και τα μηνυματά τους

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Πολύς λόγος έγινε σχετικά με τις πρόσφατες εκλογές στις Η.Π.Α. και τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ. Δε θα σταθώ στα εσωτερικά της αμερικανικής πολιτικής, δεδομένου ότι ούτε τα κατέχω ούτε μπορεί να ενδιαφέρουν άμεσα τη χώρα μας. Θα σταθώ, όμως, στην αντιμετώπιση του γεγονότος από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και την πρόσληψη που θα έπρεπε να έχει από τους Έλληνες. Σχεδόν όλα τα ελληνικά μέσα αναφέρθηκαν σε ανατροπή και έκπληξη για τη νίκη του Τραμπ, συσχετίζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα με τα προγνωστικά των δημοσκοπήσεων οι οποίες ήθελαν άνετη νικήτρια τη Χίλαρι Κλίντον. Δεν καταλαβαίνω για ποια ανατροπή γίνεται λόγος, καθώς δεν υπήρξε πρώτος γύρος όπου ο Τραμπ να βρίσκεται πίσω σε ποσοστά από την Κλίντον, ούτε κάποια αρχική ψηφοφορία όπου να φαινόταν ότι η Κλίντον προηγείται. Οπότε τι είδους ανατροπή έχουμε; Αν η ανατροπή αναφέρεται στα προγνωστικά των δημοσκοπήσεων, πάλι λάθος κάνουν τα μέσα ενημέρωσης. Κι αυτό διότι οι δημοσκοπήσεις είναι προσπάθεια διάγνωσης της βούλησης του λαού μέσω επιλεγμένου δείγματος το οποίο, παρόλο που γίνεται προσπάθεια να είναι αντιπροσωπευτικό, δεν μπορεί να αποτελεί ακριβή απεικόνιση του συνόλου των ψηφοφόρων, χωρίς να μπορούμε να αποκλείσουμε και την περίπτωση ότι πολλοί ερωτηθέντες μπορεί να λένε ψέματα είτε για λόγους αυτοπροστασίας είτε απλώς για να κάνουν πλάκα στις εταιρείες δημοσκοπήσεων! Και πάλι, όμως, δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτο λάθος, εφόσον η Κλίντον έλαβε περισσότερες ψήφους από τον αντίπαλό της, άσχετα από το ότι, με βάση το εκλογικό σύστημα των Η.Π.Α., ο Τραμπ κερδίζει τους περισσότερους εκλέκτορες.
Δεν μπορώ να καταλάβω και την έκπληξη. Τη νίκη του Τραμπ την είχαν προβλέψει αρκετοί αμερικανοί σχολιαστές, ενώ ο διάσημος σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ, γνωστός για τις αντι-ρεπουμπλικανικές θέσεις του, είχε από το Σεπτέμβριο ακόμα καταθέσει την άποψή του για σίγουρη νίκη του ρεπουμπλικάνου υποψήφιου. Σύμφωνα με τον Μουρ, ο πρώτος λόγος νίκης έχει να κάνει με την δημαγωγική ρητορική του Τραμπ στις πολιτείες Μίσιγκαν, Οχάιο, Πενσυλβάνια και το Ουισκόνσιν οι οποίες παραδοσιακά τάσσονταν με τους Δημοκρατικούς, όμως η καθεμία από αυτές εκλέγει Ρεπουμπλικάνο κυβερνήτη από το 2010.Ο Τραμπ κέρδισε εκεί διότι είπε στους ψηφοφόρους κάτι που είναι αλήθεια: ότι η Κλίντον υποστήριξε τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής (NAFTA) και βοήθησε στην καταστροφή αυτών των πολιτειών που στηρίζονταν στη βαριά βιομηχανία. Ο δεύτερος λόγος, για τον Μουρ, είναι απλά το γεγονός ότι μετά από 240 χρόνια ανδρικής κυριαρχίας, μία γυναίκα ετοιμαζόταν να αναλάβει τον Λευκό Οίκο. Ψυχαναλύοντας με χιούμορ τον μέσο Αμερικανό, ο Μουρ εξηγεί πως ήταν αδύνατο να αφήσουν οι άνδρες ψηφοφόροι την τύχη τους στα χέρια μιας γυναίκας. Η συγκεκριμένη γυναίκα είναι, κατά τον Μουρ, ένα ακόμα λόγος νίκης του Τραμπ. Ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής – σχεδόν το 70% του συνόλου των ψηφοφόρων πίστευαν ότι είναι αναξιόπιστη και ανέντιμη. Εκπροσωπεί το παλιό στην πολιτική, δεν πιστεύει σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που μπορεί να την κάνει να εκλεγεί. Ο Μουρ πίστευε ότι κανένας Δημοκρατικός και σίγουρα κανένας ανεξάρτητος, δεν πρόκειται να ξυπνήσει το πρωί της 8ης Νοεμβρίου ενθουσιασμένος και να τρέξει για να ψηφίσει την Χίλαρι, με τον τρόπο που το έκανε την ημέρα που ο Ομπάμα έγινε πρόεδρος. Οι άλλοι δύο λόγοι είναι η καταθλιπτική ψήφος και το φαινόμενο της αντιδραστικής ψήφου: όσοι προοδευτικοί αμερικανοί πήγαν να ψηφίσουν την Κλίντον δεν προσπάθησαν να «πάρουν» μαζί τους και αναποφάσιστους ή ανθρώπους που δεν πήγαν να ψηφίσουν καθόλου, ενώ επειδή πολλοί είναι θυμωμένοι με το πολιτικό σύστημα, εκατομμύρια πήγαν να ψηφίσουν τον Τραμπ όχι επειδή συμφωνούν μαζί του, όχι γιατί τους αρέσει η μισαλλοδοξία ή το φουσκωμένο εγώ του, αλλά μόνο και μόνο ως αντίδραση σε ένα αποτυχημένο κατεστημένο σύστημα.
Δεν είμαι σίγουρος ότι η ανάλυση αυτή είναι απολύτως ορθή, αλλά εφόσον έγινε πριν τις εκλογές και επαληθεύτηκε, μάλλον έχει βάση. Αυτό που προκύπτει με κάποια ασφάλεια, όμως, από το συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα είναι το γεγονός της επαλήθευσης μιας διαπίστωσης που είχε γίνει από τον ιστορικό Ρίτσαρντ Έβανς, όσον αφορά την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία. Αυτό που διαπιστώνει ο άγγλος καθηγητής (που θεωρείται ο μεγαλύτερος ειδικός σε θέματα που αφορούν τη ναζιστική Γερμανία) είναι ότι ο φασισμός αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οι προοδευτικές δυνάμεις (κυρίως οι σοσιαλδημοκράτες και μετριοπαθείς συντηρητικοί) φάνηκαν αδύναμοι να προστατέψουν το κράτος πρόνοιας και τις αδύναμες κοινωνικά τάξεις, με αποτέλεσμα να προσχωρήσουν κι αυτοί στη λογική της διαχείρισης της κρίσης μέσω ενός οικονομικά και κοινωνικά συντηρητικού σχήματος. Αν όμως οι λεγόμενοι προοδευτικοί προτείνουν ως λύση το συντηρητισμό, τότε γιατί οι ψηφοφόροι να μην επιλέξουν τον πιο ακραίο συντηρητισμό, ειδικά αν αυτοπροβάλλεται με λαϊκιστικό λόγο ως φιλολαϊκός; Κάπως έτσι ο ναζισμός κυριάρχησε σταδιακά στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1930, όπως εξάλλου ανήλθαν στο προσκήνιο ή την εξουσία φασιστικά ή ολοκληρωτικά καθεστώτα σε όλη την Ευρώπη.
Το ανησυχητικό, λοιπόν, μήνυμα που έρχεται από τις Η.Π.Α. δεν είναι τόσο αυτό που προκύπτει τώρα από τη νίκη του Τραμπ, αλλά αυτό που θα έπρεπε να είχε λάβει η Ευρώπη και ο κόσμος ήδη από την Άνοιξη και την ήττα του Σάντερς από την Κλίντον στις προκριματικές εκλογές των δημοκρατικών. Όταν οι προοδευτικοί (κατά λόγο και κατά ιδεολογία) επιλέγουν συντηρητικά, τότε οι συντηρητικοί έχουν τον πρώτο λόγο στο παιχνίδι. Κατά τα λοιπά, σε σχέση με την πολιτική των Η.Π.Α. ως προς τη χώρα μας, η νίκη Τραμπ δεν νομίζω ότι θα έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο. Η εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης δεν διαμορφώνεται με συναισθηματισμούς ούτε ακολουθεί τη βούληση των μικρότερων λαών. Αρκεί να θυμηθούμε ότι, όταν προέκυψε δικτατορία στην Ελλάδα, πρόεδρος ήταν ο Δημοκρατικός Λύντον Τζόνσον ο οποίος δεν έκανε και τίποτε για να αποτρέψει το πραξικόπημα. Αυτό που θα πρέπει να έχουν ως στόχο οι κυβερνώντες δεν είναι η προσδοκία μιας έξωθεν βοήθειας, αλλά ο σχεδιασμός μιας πολιτικής που θα μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος των αδύναμων, στα πλαίσια του εφικτού, ώστε να μην καταλήξουμε σε επιλογές όπως αυτές των αμερικανών.