Skip to content

apotamieusiΘυμάμαι όταν ήμουν μικρός, στο σχολείο,  τέτοιες μέρες ήταν που μας έβαζαν να γράψουμε έκθεση με θέμα την αποταμίευση. Το συνηθισμένο θέμα (τουλάχιστον στο δημοτικό και το γυμνάσιο) ήταν «Η αποταμίευση και τα αγαθά τα απορρέοντα από αυτή». Ήταν, νομίζω, μια συνειδητή προσπάθεια της Πολιτείας, μέσω της εκπαίδευσης, να διαμορφώσει μια κουλτούρα αποταμιευτική, να συνηθίσει τους πολίτες της από μικρά παιδιά στην ιδέα ότι θα πρέπει να προσπαθούν να εξοικονομούν μέρος των σε κάποια τράπεζα, προκειμένου να επωφεληθούν αργότερα από τους τόκους ή από τις όποιες απολαβές μπορούσε να διασφαλίσει αυτή η τράπεζα. Ήταν η εποχή (εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 70 προς τις αρχές της δεκαετίας του 80) που μπορούσε να αποταμιεύει κανείς, η έννοια της κατάθεσης χρημάτων στην τράπεζα δεν είχε ακόμα γίνει πολύπλοκη με τις προθεσμιακές, τρέχουσες, και άλλου είδους καταθέσεις, τα ρέπος, τα ομόλογα, τις μετοχές, τις οφσόρ εταιρείες και πάσης φύσεως άλλα ακαταλαβίστικα ακόμα και τώρα για μένα. Επρόκειτο για την εποχή της σιγουριάς και της δυνατότητας να σχεδιάζει κανείς το μέλλον του.

Στις εκθέσεις μας αντανακλώνταν όλες οι προσδοκίες και οι αξίες της κοινωνίας στην οποία φιλοδοξούσαμε και προετοιμαζόμασταν να γίνουμε μέλη. Αξίες όπως η εργατικότητα, η τιμιότητα, η σκληρή δουλειά και η αποταμίευση, συνοδεύονταν από προσδοκίες ανταμοιβής με κάποιον τόκο στο αρχικό αποταμιευθέν κεφάλαιο, μέσω του οποίου θα γίνονταν πραγματικότητα κάποιο από τα σχετικώς ταπεινά όνειρα εκείνης της εποχής. Ένα σπιτάκι, ίσως, μια δουλίτσα, κάποιο αυτοκινητάκι, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός διαμορφώνονταν και οι επιδιώξεις του οι οποίες, όμως, συνοδεύονταν πάντα από αυτό το υποκοριστικό «-ακι» που τόνιζε και τα όριά τους. Την εποχή εκείνη ήξερες μέχρι πού έφτανε το στρώμα σου και, αν δεν έφτανε να σε σκεπάσει ολόκληρον, δεν το τραβούσες με φόβο να σκιστεί, αλλά μάζευες τα πόδια σου για να φτάσει να σε σκεπάσει. Ήταν πιο καλά τότε; Δεν μπορώ να απαντήσω με μια λέξη στο ερώτημα αυτό. Οπωσδήποτε ήταν φτωχικότερα. Δεν υπήρχε η πληθώρα αγαθών που υπάρχει σήμερα, όπου μπαίνεις στο σούπερ-μάρκετ και ζαλίζεσαι από τα διαφορετικά είδη γάλακτος, ας πούμε. Τότε πήγαινες στο φούρνο και ζητούσες μισό κιλό ψωμί, έτσι σκέτα και ο φούρναρης σου έδινε αυτό που υπήρχε, ένα από τα δύο είδη, το απλό ή το πολυτελείας. Ζητούσες στο καφενείο έναν μέτριο και ο σερβιτόρος σου έφερνε ελληνικό, δεδομένου ότι μόνο τέτοιος υπήρχε. Λίγα πράγματα βέβαια, αλλά σίγουρα.

Αυτή η σιγουριά διαμόρφωνε και το κλίμα στις προσδοκίες των απλών ανθρώπων, στις μικρομεσαίες βαθμίδες της κοινωνίας. Μπορούσε κανείς να κάνει έναν προγραμματισμό, με βάση το εισόδημά του, τα προδοκώμενα έσοδα και τις αποταμιεύσεις του. Με τον τρόπο αυτό η κατάθεση, στην τράπεζα, της όποιας αποταμίευσης είχε και έναν χαρακτήρα τελετουργικό που συνδυαζόταν με την τακτική ενημέρωση του βιβλιαρίου καταθέσεων, την ενημέρωση για το ύψος του επιτοκίου κ.ο.κ. Την εποχή εκείνη μπορούσες να ελπίζεις ότι θα έχεις με  μια απλή κατάθεση ταμιευτηρίου ένα αρκετά καλό επιτόκιο για τα χρήματά σου, ακόμα κι αν δεν ήταν πολύ μεγάλο ή και σχετικά μεγάλο ποσό. Με τον τρόπο αυτό χτίστηκαν αρκετά σπιτάκια και εδώ στην Άνω πόλη, αλλά και σε χωριά, διαμορφώθηκαν αρχικά κεφάλαια για σπουδές παιδιών ή για προίκες κοριτσιών, αγοράστηκαν μηχανήματα για τον εξοπλισμό εργαστηρίων νέων επιστημόνων. Υπήρχε μια αίσθηση (μήπως ψευδαίσθηση;) ότι μπορούσε κανείς να ελπίζει σε κάτι καλύτερο και οπωσδήποτε να προσπαθεί για να βελτιώσει το επίπεδο της ζωής του.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά και σε πολύ μεγάλο βαθμό και δεν εννοώ μόνο στο επίπεδο των αποταμιεύσεων. Εκεί πια υπάρχει πλέον τεράστια διαφορά και όχι μόνο σε πρακτικό, αλλά και σε αξιακό επίπεδο. Η αποταμίευση, επί της ουσίας, έχει καταστεί απαγορευτική για τον μέσο Έλληνα, δεδομένου ότι τα επιτόκια για καταθέσεις ταμιευτηρίου είναι εξαιρετικά χαμηλά, άσε που για να μπορέσεις να ανοίξεις λογαριασμό πρέπει να έχεις συγκεντρώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό. Ποιος, αλήθεια, μπορεί να αποταμιεύσει, όχι μεγάλο, αλλά έστω μικρό ποσό στις μέρες μας; Στη συνέχεια έρχεται η διάψευση των ελπίδων ή και των προσδοκιών. Άντε και πες ότι κατάφερες να αποταμιεύσεις. Τι θα μπορούσες να κάνεις με αυτά τα χρήματα; Δε μιλάμε για χτίσιμο ή αγορά κατοικίας, θα πρέπει να καταχρεωθείς, πέρα από το όποιο αρχικό κεφάλαιο και επιπλέον θα σε κυνηγάει και ο ΕΝΦΙΑ. Το όνειρο που είχε κάποτε ο μέσος Έλληνας για ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του έχει καταντήσει βασανιστικός εφιάλτης. Μήπως να χρηματοδοτήσεις τις σπουδές του παιδιού σου; Εκεί ίσως θα μπορούσε να συμβάλει ένα μικρό ποσό από αποταμίευση. Αλλά, και πάλι, με ποια προοπτική; Να σπουδάσει το παιδί σου για να φύγει στο εξωτερικό;  Γιατί εκεί έχει πλέον καταντήσει η πατρίδα μας: να διώχνει σπουδαίους επιστήμονες, από τα πιο ικανά μυαλά της και να τα στέλνει στους ξένους, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορεί να βρει τρόπους να τα αξιοποιήσει εδώ. Υπό τέτοιες συνθήκες για ποια αξία της αποταμίευσης θα μπορούσε κανείς να μιλήσει σήμερα;

Στην εποχή μας οι τράπεζες έχουν γίνει συνώνυμο της απληστίας και του κέρδους, έχουν ταυτιστεί με την κρίση που καταπνίγει τις ελπίδες της μεσαίας τάξης και εν τέλει κι αυτή την ίδια. Στο βωμό της διάσωσής τους έχουν κατακρεουργηθεί μισθοί και συντάξεις, έχουν ήδη ξεχαστεί δώρα και επιδόματα αδείας, έχουν χαθεί δουλειές και δουλειές, έχουν κλείσει καταστήματα και σπίτια. Ποια αποταμιευτική αξία μπορεί να προβάλλουν σήμερα; Μόνη λύση θα ήταν μια αξιακή μεταβολή της πολιτικής ως προς τις τράπεζες. Θα έπρεπε να οργανωθεί η οικονομία γύρω από τον άνθρωπο κι όχι ο άνθρωπος γύρω από την οικονομία, όπως είχε προτείνει κάποτε κι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο παλιός, για να εξηγούμαστε). Αυτό θα επέτρεπε στις όποιες κυβερνήσεις να τιθασεύσουν την αισχροκέρδεια και την υπερδιόγκωση των κερδών των τραπεζών και να δώσουν ανάσα στον κόσμο. Υπήρξε μια εποχή που φαινόταν ότι αυτό ήθελε να το πετύχει η αριστερά. Φαίνεται όμως ότι κι αυτό το όνειρο έχει ξεθωριάσει.

Κώστας Κωσταβασίλης