ΜΙΑ…. ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΓΙΑΓΙΑ ΣΤΟ ΚΟΜΠΟΤΙ

la_nonaΈνα από τα σημαντικότερα ρεύματα στο χώρο της Τέχνης είναι o Συμβολισμός. Αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Εμφανίσθηκε κυρίως στην ποίηση , ωστόσο συναντάται και στις εικαστικές τέχνες. Ο Συμβολισμός έκανε την παρθενική του εμφάνιση ως ρεύμα στην Γαλλία , επεκτάθηκε στην Ευρώπη και διήρκησε ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Στην Ελλάδα εμφανίσθηκε κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο Γαλλικός Συμβολισμός , ουσιαστικά, γεννήθηκε ως ένας τρόπος αντίδρασης στον Ακαδημαϊσμό και στα ρεύματα του Νατουραλισμού και του Ρεαλισμού , τα οποία προηγούνταν και είχαν στόχο τη σύλληψη της πραγματικότητας με πιστότητα. Από την άλλη πλευρά ο Συμβολισμός αντιπαρέβαλε την πνευματικότητα , τη φαντασία και το όνειρο ως αναπόσπαστα κομμάτια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η χρήση του συμβόλου γίνεται ως εκφραστικό μέσο που απευθύνεται στην αίσθηση του θεατή με σκοπό να του μεταδώσει ιδέες και συναισθήματα. Ο Συμβολισμός ξεκίνησε ,κυρίως, ως λογοτεχνικό κίνημα αλλά φυσικά εξαπλώθηκε σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης, και κυρίως στο θέατρο.

Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία που είχαν για την εξέλιξη της θεατρικής δημιουργίας όλα τα λογοτεχνικά κινήματα, θα λέγαμε ότι ο συμβολισμός επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό όλους σχεδόν τους θεατρικούς συγγραφείς σε κάθε χώρα και πάρα πολλά ρεύματα, από τον εξπρεσιονισμό ως το σουρεαλισμό, κυρίως σε ό,τι αφορά την προσπάθεια του δημιουργού να εκφραστεί μέσα από σύμβολα, χωρίς άμεση αναφορά σε αυτό που εννοεί, αφήνοντας έτσι τον θεατή να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα και καθιστώντας το έργο διαχρονικό ή και παγκόσμιο. Ένας από τους δημιουργούς που επιλέγουν αυτόν τον τρόπο έκφρασης είναι και ο αργεντινός θεατρικός συγγραφέας, Ρομπέρτο Κόσα. Ο Κόσα γεννήθηκε το 1934 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής και έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο, ως ηθοποιός, το 1957. Το 1964 εμφανίζεται ως θεατρικός συγγραφέας με το έργο «Το δικό μας Σαββατοκύριακο», στο οποίο επιχειρεί μια νέο-ρεαλιστική απόδοση της αργεντίνικης κοινωνίας της εποχής του. Στα επόμενα έργα του, γραμμένα σε μια περίοδο δικτατορίας, ο Κόσα στρέφεται στη σύζευξη ρεαλιστικής πλοκής με συμβολικές προεκτάσεις, αποφεύγοντας σαφείς πολιτικές αναφορές στα έργα του, τα οποία όμως διαπνέονται από μαύρο βιτριολικό χιούμορ.

Ένα από τα έργα του Ρομπέρτο Κόσα, το πιο γνωστό εκτός Αργεντινής, επέλεξαν να ανεβάσουν φέτος οι «Υφο-ποιοι». Οι «Υφο-ποιοί» πρωτοεμφανίστηκαν πέρυσι από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κομποτίου, του οποίου αποτελούν τη θεατρική ομάδα, ανεβάζοντας το έργο του Αλέκου Λιδωρίκη, «Χωρίς γάντι», με πολύ μεγάλη επιτυχία. Φέτος κάνουν ένα βήμα πιο πέρα και ανεβάζουν τη μαύρη κωμωδία, «La Nonna» (Η γιαγιά), του Ρομπέρτο Κόσα. Πρόκειται για μια ξεκαρδιστική μαύρη κωμωδία και ταυτόχρονα ένα αδυσώπητο σχόλιο στη σημερινή κοινωνία. Είναι η ιστορία μιας βουλιμικής γιαγιάς που τρώει ακατάπαυστα, εξαθλιώνοντας οικονομικά και ηθικά μια ολόκληρη οικογένεια. Το έργο παρουσιάζει τα μέλη μιας οικογένειας, αυτή της διπλανής μας πόρτας, με τα ιδιαίτερα προβλήματά τους. Καταγράφει τα αδιέξοδα που δημιουργούνται, ως αποτέλεσμα της μάχης με την καθημερινότητα και δείχνει το παρακμιακό σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει κάθε άτομο της κοινωνίας μας, όταν ωθείται στα άκρα! Σε δεύτερο πλάνο, η παράσταση διαπραγματεύεται την αλαζονεία της εξουσίας, που στην προκειμένη περίπτωση εκπροσωπεί η Nonna. Η οικογένεια προσπαθεί να γλυτώσει από την βουλιμική γιαγιά και στην προσπάθειά της αυτή εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στην δίνη αλλά και την οδύνη της εξουσίας της. Ένα κωμικό γαϊτανάκι καταστάσεων τυλίγεται γύρω από τους ήρωες, που τυφλωμένοι από τα προβλήματά τους οδηγούνται συνεχώς σε μεγαλύτερα αδιέξοδα!

Η παράσταση, λόγω και της σχετικής ομοιότητας των οικονομικοπολιτικών συγκυριών της χώρας μας με την Αργεντινή του 90, χρειάζεται προσοχή στη σκηνοθεσία, ώστε να μην «ξεφύγει» από το συμβολικό της περιεχόμενο σε κοινότυπες καταγγελίες και φανφαρονισμούς. Η σκηνοθέτις, Αφροδίτη Κατσαούνου, κατάφερε να αποφύγει τον εύκολο δρόμο της φωνής και της καταγγελίας και καθοδήγησε τους ηθοποιούς «Υφο-ποιους», με τρόπο που να αποδίδεται με δραματικό τρόπο η κωμική κατάσταση της οικογένειας που πλήττεται από τη βουλιμική γιαγιά, αλλά και με κωμικό τρόπο η δραματική τροπή που παίρνουν τελικά τα πράγματα. Ενσωματώνοντας ντόπιες εκφράσεις στο κείμενο, κατόρθωσε να κάνει πιο αποδεκτή την εικόνα της ιταλοαργεντίνικης οικογένειας, η προέλευση της οποίας εύστοχα υπενθυμίζεται από τις απαιτήσεις της «Νόνα» στα ιταλικά. Η απόλυτα ορθολογική εκμετάλλευση του χώρου και το εύρημα της συμμετοχής των θεατών στη θεατρική δράση, αποδεικνύουν έμπνευση, δημιουργικότητα και πολύ μεράκι.

Οι ερμηνείες υποστηρίζουν εξαίρετα τη σκηνοθετική άποψη και απογειώνουν το έργο. Ο Κώστας Σταύρου, ως τεμπέλης και αδικημένος καλλιτέχνης Τσίτσο, αποδίδει το ρόλο όχι μόνο με το λόγο, αλλά και με την κίνηση, τη ματιά, τις γκριμάτσες (ειδικά στις παύσεις του) με τρόπο που, όχι μόνο πείθει τον ακροατή, αλλά τον καθιστά συμμέτοχο και κοινωνό στον καημό του. Χωρίς κραυγαλέες κινήσεις, με μέτρο που θυμίζει επαγγελματία, δημιουργεί ένα υποδειγματικό ρόλο. Ο Γιώργος Μαλιγιάννης, ως σκληρά εργαζόμενος, πιστός στις παραδόσεις οικογενειάρχης, Καρμέλο, έχει εξίσου δύσκολο έργο, το οποίο και φέρνει εις πέρας με επιτυχία. Καταφέρνει και αποδίδει τις μεταπτώσεις από το κωμικό στο τραγικό με καρτερία και μεθοδικότητα που δεν αφήνουν καθόλου το θεατή να υποψιαστεί τη συνέχεια, διαμορφώνοντας το κατάλληλο σκηνικό για τις ανατροπές που υφίστανται. Η απόδοσή του στην τελική σκηνή, όπου ανακαλύπτει τη «Νόνα» να τρώει και τα λουλούδια που ετοιμαζόταν να πουλήσει, είναι αντάξια έμπειρου θεατρανθρώπου. Ο Μίμης Μούτσιος, ως πονηρός και άπληστος μπακάλης, Δον Φραντσίσκο, δίνει τον καλύτερο εαυτό του και επιτυγχάνει μια ρεαλιστικότατη ερμηνεία που βγάζει γέλιο ακόμα και σε κωμικοδραματικές καταστάσεις. Η παρουσία του ασφαλώς υποστηρίζει με τον καλύτερο τρόπο την εξέλιξη της υπόθεσης. Ο Κωνσταντίνος Σωτηρίου, ως Γερο-Σιμόν, αποδίδει πειστικότατα το ρόλο του.

Εξίσου θετικές είναι και οι γυναικείες παρουσίες του έργου. Η Αιμιλία Αρχιμανδρίτη αποδίδει την κεντρική περσόνα του έργου, την υπέργηρη, βουλιμική, απαθέστατη για όσα συμβαίνουν γύρω της γιαγιά, με μοναδική αταραξία και επαγγελματική ευσυνειδησία. Υπηρετεί το ρόλο με τη στάση του σώματος, τη ματιά και την κίνηση σε μια άψογη ερμηνεία, που απογειώνει στην τελική σκηνή του έργου όπου μένει βουβή και μόνη. Η Σοφία Κολιούλη, ως σύζυγος του Καρμέλο, Μαρία, αναδεικνύει την αγωνία της νοικοκυράς που βλέπει το σπίτι της να κινδυνεύει από την οικονομική καταστροφή. Η ερμηνεία της αγγίζει τα όρια της ρεαλιστικής απόδοσης σε σημείο που να νομίζει κανείς ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεσόκοπη νοικοκυρά κάπου στην Αργεντινή. Η Λίλα Γεωργίου, ως κόρη της «Νόνας», Αννυούλα, υποστηρίζει με το λόγο, την κίνηση και τη στάση του σώματος το ρόλο της γεροντοκόρης θείας που προσπαθεί να συμβάλει με όποιον τρόπο μπορεί στα οικονομικά της οικογένειας για να μην είναι βάρος. Αποδίδει, θαρρεί κανείς την τραγικότητα της μέσης ελληνικής οικογένειας. Η Ελισάβετ-Μαρία Λιάπατα, ως κόρη της οικογένειας, Μάρτα, δίνει με εξαιρετικό τρόπο τη μετάβαση από την ανεμελιά της νιότης στην πρόωρη, και παράκαιρα γρήγορη ωρίμανση που περιμένει τη νεολαία της κρίσης, ειδικά σε συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης και ανέχειας. Η κατάληξή της έχει σαφές συμβολικό περιεχόμενο και η ίδια το στηρίζει και υποκριτικά και κινησιολογικά με τον καλύτερο τρόπο.

Τα σκηνικά, των Χρήστου Παππά και Σωτήρη Γούσια, εντάσσονται απόλυτα στη λογική της παράστασης και αξιοποιούν κάθε δυνατή σπιθαμή του (όχι κατασκευασμένου για θέατρο) χώρου. Η μουσική του Πάνου Ανδρέου αναδεικνύει τα συναισθήματα που γεννιούνται κάθε φορά. Οι φωτισμοί, αριστοτεχνικά χειριζόμενοι από τον Θωμά Πανέλλη, υπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τη σκηνική δράση, όπως κάνουν και όλα τα υπόλοιπα επιμέρους τεχνικά στοιχεία (κοστούμια, κομμώσεις, χορογραφία, μακιγιάζ). Με λίγα λόγια πρόκειται για μια παράσταση που αξίζει τον κόπο να τη δει αλλά και να την ξαναδεί κανείς!